Καθώς η βιοποικιλότητα μειώνεται παγκοσμίως, νέα έρευνα δείχνει πόσο βαθιά ενσωματωμένη είναι η φύση στους πολιτιστικούς χώρους και πώς πολλοί αρχαιολογικοί χώροι έχουν πλέον μετατραπεί σε απροσδόκητα ασφαλή καταφύγια για φυτά και ζώα, σύμφωνα με το BBC.

Για να κατανοηθεί καλύτερα η σύνδεση μεταξύ ιστορικών χώρων και φύσης, το 2022 η ελληνική κυβέρνηση ξεκίνησε το ερευνητικό πρόγραμμα «Βιοποικιλότητα σε Αρχαιολογικούς Χώρους». Σε διάστημα δύο ετών, 49 ειδικοί σε διάφορες ομάδες φυτών και ζώων μελέτησαν 20 αρχαιολογικούς χώρους που καλύπτουν διαφορετικές περιόδους της ελληνικής ιστορίας.

Advertisement
Advertisement

Σε όλους αυτούς τους χώρους, οι ερευνητές κατέγραψαν 4.403 είδη. Αυτό αντιστοιχεί σε περίπου 11% της γνωστής βιοποικιλότητας της Ελλάδας, συγκεντρωμένης σε μόλις 0,08% της συνολικής επικράτειας της χώρας.

Πηγή: iSTOCK

«Είναι λειτουργικό μέρος του αρχαιολογικού τοπίου. Η λέξη-κλειδί εδώ είναι: τοπίο, όχι απλώς αρχαιολογικός χώρος ή οικοσύστημα», λέει ο Παναγιώτης Παφίλης, καθηγητής Ζωικής Ποικιλότητας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, ο οποίος ηγήθηκε πρόσφατης μελέτης για την άγρια ζωή σε 20 ελληνικούς χώρους πολιτιστικής κληρονομιάς, «ακόμη και αυτές οι μικρές περιοχές, στην πράξη, λειτουργούν ως κέντρα καταφυγίου βιοποικιλότητας».

Για τους βιολόγους που συμμετείχαν, η συλλογή δεδομένων στους αρχαιολογικούς χώρους ήταν συναρπαστική αλλά και λεπτή υπόθεση. Για τον Παφίλη, η επιτόπια έρευνα συνήθως περιλαμβάνει το γύρισμα πολλών πετρών για να βρεθούν σαύρες.

Οι εντομολόγοι, από την άλλη, συχνά σκάβουν μικρές τρύπες για να τοποθετήσουν παγίδες εδάφους – θαμμένα δοχεία για τη σύλληψη εντόμων και άλλων ασπόνδυλων. «Δεν μπορείς να πας στην Ακρόπολη με την αξίνα και να αρχίσεις να σκάβεις», λέει ο Παφίλης.

Ένα βασικό εύρημα, σημειώνει, ήταν ότι οι αρχαιολογικοί χώροι είχαν συνήθως πυκνότερους πληθυσμούς ζώων από τις γύρω περιοχές. Στον Μυστρά, τη βυζαντινή πόλη του 13ου αιώνα, οι ερευνητές βρήκαν έξι από τα επτά είδη σαύρας που είναι ενδημικά της Πελοποννήσου – υψηλότερη παρουσία από ό,τι σε μια ζώνη πλάτους 1 χιλιομέτρου που μελέτησαν επίσης γύρω από τον χώρο.

Μυστράς Πηγή: iSTOCK

Τα φυτά αντιμετωπίζουν περισσότερα εμπόδια από τα ζώα, σύμφωνα με τον βοτανολόγο Θεοφάνη Κωνσταντινίδη, επίσης στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και επικεφαλής ερευνητή της μελέτης. Οι διαχειριστές συχνά κόβουν τη βλάστηση γύρω από τα ερείπια. Ωστόσο, λέει, η αφθονία των ειδών δείχνει την αξία αυτών των χώρων – και το πώς στρατηγικές όπως η επιλεκτική κοπή και η μείωση των ζιζανιοκτόνων θα στήριζαν τη φυτική ζωή.

Advertisement

Η έρευνα δείχνει επίσης πώς οι άνθρωποι έχουν διαμορφώσει αυτά τα περιβάλλοντα. Στη Νικόπολη, έναν ρωμαϊκό χώρο στη δυτική Ελλάδα, για παράδειγμα, ο Κωνσταντινίδης βρήκε ένα δείγμα που θεωρεί ότι μπορεί να είναι είδος χόρτου από την κεντρική Ασία και την Ανατολία, το οποίο δεν έχει καταγραφεί ξανά στην Ελλάδα.

Αν και συνεχίζει την έρευνα για να το επιβεβαιώσει, θεωρεί ότι το φυτό μπορεί να μετακινήθηκε μαζί με τους ανθρώπους κατά τη ρωμαϊκή ή βυζαντινή περίοδο – ή να έφτασε πιο πρόσφατα, ενδεχομένως με σύγχρονους τουρίστες.

Στην Αθήνα, το πρόγραμμα κατέρριψε επίσης έναν μακροχρόνιο μύθο για ένα ανθοφόρο φυτό που θεωρούνταν ότι φύεται μόνο γύρω από την Ακρόπολη. Η προσεκτική μελέτη έδειξε ότι το φυτό είναι στην πραγματικότητα μια παραλλαγή ενός κοινού θάμνου. Στον βορειοδυτικό χώρο της Δωδώνης, όπου η μυθολογία θέλει τον Οδυσσέα να ακούει τη φωνή του Δία μέσα από μια ιερή βελανιδιά, οι ερευνητές βρήκαν πολλές υπεραιωνόβιες βελανιδιές.

Advertisement
Πηγή: iSTOCK

Ο Κωνσταντινίδης λέει ότι αυτές θα μπορούσαν να υποδηλώνουν μια συνέχεια παρουσίας βελανιδιών στην περιοχή από την αρχαιότητα. «Οι βελανιδιές βρίσκονται ακόμη μέσα στον αρχαιολογικό χώρο, ακόμη ζωντανές».

Άλλα ευρήματα επιβεβαίωσαν συνδέσεις μεταξύ των σημερινών κατοίκων των χώρων και του παρελθόντος. Γύρω από αρκετούς χώρους, ο Κωνσταντινίδης βρήκε κώνειο – το φυτό που χρησιμοποιήθηκε για τη θανάτωση του φιλοσόφου Σωκράτη.

Στην Επίδαυρο, που φιλοξενεί ιερό του Ασκληπιού, θεού της ιατρικής, οι ερευνητές κατέγραψαν ασκληπιούς όφεις. Το μη δηλητηριώδες αυτό φίδι απεικονίζεται συχνά τυλιγμένο γύρω από ράβδο σε σύμβολα ασθενοφόρων και άλλες σύγχρονες αναφορές στην υγεία.

Advertisement

Στους Δελφούς, το μυθικό σημείο συνάντησης των δύο αετών που απελευθέρωσε ο Δίας για να βρει το κέντρο του κόσμου, οι ερευνητές εντόπισαν τον φιδαετό. «Είμαστε η εξέλιξη των ανθρώπων που ζούσαν σε αυτή την περιοχή πριν από μερικούς αιώνες», σημειώνει ο Κωνσταντινίδης. «Το ίδιο συμβαίνει με τα φυτά και τα ζώα. Υπάρχει μια συνέχεια».

Δελφοί – Πηγή: iSTOCK

Στην Ελλάδα, όπου πάνω από το 21% των ειδών απειλείται, οι αλλαγές στη χρήση γης συγκαταλέγονται στις μεγαλύτερες πιέσεις για την άγρια ζωή, σύμφωνα με την Παναγιώτα Μαράγκου, επικεφαλής προγραμμάτων προστασίας περιβάλλοντος της WWF Ελλάς.

Οι αρχαιολογικοί χώροι, ωστόσο, συχνά έχουν παραμείνει σχετικά αναλλοίωτοι καθώς τα τοπία γύρω τους άλλαζαν, παρατηρεί η Μαράγκου. Και πολλοί αρχαιολογικοί χώροι στην Ελλάδα προστατεύονται ήδη από τον 19ο αιώνα.

Advertisement

«Σχεδιάστηκαν για να προστατεύουν τις αρχαιότητες, φυσικά, όχι τη βιοποικιλότητα. Αλλά για σχεδόν δύο αιώνες, είναι ένας καλά προστατευμένος χώρος», λέει ο Παφίλης. «Είναι ένα λίγο-πολύ σταθερό περιβάλλον».

Advertisement

Μελέτες σε άλλα μέρη του κόσμου επιβεβαιώνουν τα ελληνικά ευρήματα

Σε μια πυραμίδα προ-Ίνκας ηλικίας 1.500 ετών, χαμένη ανάμεσα στους πολυσύχναστους δρόμους της Λίμα, μικρά γκριζοκαφέ γκέκο (είδος σαύρας) βρίσκουν καταφύγιο στις σχισμές των αρχαίων λίθων. Πρόκειται για το γκέκο της Λίμα με τα φυλλοειδή δάχτυλα, ένα είδος ενδημικό του παράκτιου ερημικού περιβάλλοντος της περουβιανής πρωτεύουσας, το οποίο σήμερα θεωρείται «κρισίμως κινδυνεύον» (CR). Η άναρχη αστική ανάπτυξη έχει περιορίσει δραστικά τον φυσικό του βιότοπο, αφήνοντας ως τελευταίες νησίδες ζωής τις huacas – προϊσπανικά ιερά μνημεία όπως η Huaca Pucllana.

Μάτσου Πίτσου, Περού – Πηγή: iSTOCK

«Είναι τα μόνα σημεία όπου επιβιώνει το φυσικό τοπίο της περιοχής», λέει η βιολόγος Αλεχάντρα Αράνα, που μελετά το είδος εδώ και χρόνια. Το φαινόμενο δεν είναι μοναδικό. Στο Μάτσου Πίτσου, ερευνητές έχουν ταυτοποιήσει δύο νέα είδη σαύρας που ζουν αποκλειστικά στον αρχαιολογικό χώρο και τη ζώνη προστασίας του, επωφελούμενα από τους περιορισμούς ανθρώπινης δραστηριότητας.

Παρόμοια εικόνα προκύπτει και στη Μεσόγειο. Ιταλική έρευνα κατέγραψε περισσότερα από 3.300 φυτικά είδη σε 69 αρχαιολογικούς χώρους, εκ των οποίων τουλάχιστον 500 θεωρούνται απειλούμενα. Ωστόσο, η αυξημένη τουριστική πίεση παραμένει σοβαρή απειλή. Όπως επισημαίνουν οι επιστήμονες, η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς μπορεί –και πρέπει– να συμβαδίζει με την προστασία της βιοποικιλότητας.

Advertisement

Πώς μπορούν να «συνδυαστούν» βιολογία και αρχαιολογία

Μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις, σημειώνουν οι ερευνητές, είναι ότι η βιολογία και η αρχαιολογία λειτουργούν συνήθως ως δύο ξεχωριστοί κλάδοι ενώ η επικοινωνία μεταξύ τους είναι απαραίτητη για να γίνει διαχείριση των χώρων με τρόπο που να προστατεύει τόσο τα μνημεία όσο και τη βιοποικιλότητα.

Η Μαράγκου της WWF Ελλάς, που δεν συμμετείχε στη μελέτη, λέει ότι βρίσκει ενθαρρυντική τη συνεργασία που περιλαμβάνει το πρόγραμμα. Τα αποτελέσματα, προσθέτει, δείχνουν πώς οι αρχαιολογικοί χώροι μπορούν να συμβάλουν σε ευρύτερες προσπάθειες προστασίας, όπως ο στόχος διατήρησης του 30% των οικοσυστημάτων του κόσμου έως το 2030.

Παρουσίαση της συνεργασίας του Υπουργείου Πολιτισμού, του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, του ΟΦΥΠΕΚΑ και του ΕΚΠΑ με τίτλο “Καταγραφή της βιοποικιλότητας σε αρχαιολογικούς χώρους – ΒΙΑΣ”, Πέμπτη 3 Απριλίου 2025. (ΤΑΤΙΑΝΑ ΜΠΟΛΑΡΗ/EUROKINISSI)

«Αν ενσωματώσουν στη διαχείρισή τους και στόχους για τη βιοποικιλότητα, μπορούν να αποτελέσουν μια πολύ σημαντική προσθήκη σε αυτόν τον στόχο για περισσότερες προστατευόμενες περιοχές», λέει.

Παρουσίαση της συνεργασίας του Υπουργείου Πολιτισμού, του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, του ΟΦΥΠΕΚΑ και του ΕΚΠΑ με τίτλο “Καταγραφή της βιοποικιλότητας σε αρχαιολογικούς χώρους – ΒΙΑΣ”, Πέμπτη 3 Απριλίου 2025. (ΤΑΤΙΑΝΑ ΜΠΟΛΑΡΗ/EUROKINISSI)

Η ελληνική μελέτη ήδη οδηγεί σε αλλαγές γύρω από ιστορικούς χώρους. Σύντομα, 5 μεγάλα (αν και ακόμη μη κατονομαζόμενα) αρχαιολογικά αξιοθέατα θα αποκτήσουν πινακίδες που θα ενσωματώνουν πληροφορίες για την οικολογία παράλληλα με την ιστορία. Επιπλέον, μια δεύτερη φάση έρευνας θα μελετήσει 36 ακόμη χώρους και θα φέρει αρχαιολόγους για να εξετάσουν απεικονίσεις της φύσης σε περισσότερα ιστορικά τεκμήρια και πηγές.

Συνέχεια στο επιτυχημένο «ΒΙΑΣ Ι» με το «ΒΙΑΣ ΙΙ» σε συνεργασία με το ΥΠΕΝ

Με το «ΒΙΑΣ ΙΙ», η έρευνα επεκτείνεται σε ακόμη περισσότερους αρχαιολογικούς χώρους, σε όλη την Ελλάδα, με στόχο να αναδειχθεί η αλληλεπίδραση ανθρώπου, Ιστορίας και φυσικού περιβάλλοντος. Ενδεικτικά, το πρόγραμμα θα υλοποιηθεί σε χώρους όπως:

  • οι Μυκήνες, στην Αργολίδα
  • η Κνωσός και η Γόρτυνα, στην Κρήτη
  • η Βεργίνα, στην Ημαθία
  • η Αμφίπολη, στις Σέρρες
  • η Μονεμβασιά και το Κάστρο Γερακίου, στη Λακωνία
  • οι Πηγές Αγγίτη, στη Δράμα
  • το Δίον, στην Πιερία,
    καθώς και σε σημαντικούς νησιωτικούς χώρους όπως, το Καστελλόριζο, το Αγαθονήσι, η Νέα Μονή Χίου και το Ηραίο Σάμου.

Στο ιδιαίτερα επιτυχημένο πρώτο πρόγραμμα «ΒΙΑΣ» καταγράφηκαν, περισσότερα από 10.460 είδη χλωρίδας και πανίδας, σε 20 εμβληματικούς αρχαιολογικούς χώρους – μεταξύ των οποίων η Ακρόπολη, η Ολυμπία, οι Δελφοί και η Δήλος – αποδεικνύοντας ότι οι αρχαιολογικοί χώροι λειτουργούν και ως ζώνες προστασίας βιοποικιλότητας, πέραν της πολιτιστικής τους σημασίας.

Δήλος – Πηγή: iSTOCK

Μάλιστα, όπως αναφέρει το υπουργείο Πολιτισμού, το ΒΙΑΣ Ι αναγνωρίστηκε διεθνώς, ως καινοτόμο παράδειγμα ολοκληρωμένης προστασίας φυσικού και πολιτιστικού αποθέματος. Η μοναδική γεωγραφική θέση της Ελλάδας, στο σταυροδρόμι τριών ηπείρων, και η πλούσια παλαιογεωγραφική της ιστορία εξηγούν τη σπουδαία βιοποικιλότητά της.

Εκτιμάται ότι στην Ελλάδα  διαβιούν περίπου 5.900 είδη φυτών και 35.000 είδη ζώων, πολλά εκ των οποίων είναι ενδημικά. Οι αρχαιολογικοί χώροι αποτελούν όχι μόνο «μουσεία της ιστορίας», αλλά και «νησίδες ζωής», όπου το φυσικό και το πολιτιστικό περιβάλλον συνυπάρχουν σε ένα οργανικό σύνολο.

Το αρκτικόλεξο του έργου ΒΙΑΣ (ΒΙοποικιλότητα στους Αρχαιολογικούς χώρουΣ) αποτελεί αναφορά σε έναν από τους επτά σοφούς της αρχαιότητας, τον Βία τον Πριηνέα.

(Με πληροφορίες από BBC)