Την «Άννα Μπολένα», πρώτη διεθνή επιτυχία του Ντονιτσέτι και ορόσημο του ιταλικού ρομαντικού ρεπερτορίου, καθώς σηματοδοτεί τη μετάβαση του μπελ κάντο από πεδίο φωνητικής επίδειξης σε ουσιαστικό δραματουργικό εργαλείο, παρουσιάζει η Εθνική Λυρική Σκηνή.
Στο πλαίσιο του θεματικού άξονα 2025/26 της ΕΛΣ «Η όπερα του μέλλοντος από τη μήτρα του παρελθόντος», το αριστούργημα του Ντονιτσέττι φέρνει σε δημιουργικό διάλογο τα ιστορικά κοστούμια του Νίκου Γεωργιάδη με τον νέο σκηνικό κόσμο που δημιουργεί ο Λέσλι Τράβερς. Στον ρόλο του τίτλου ντεμπουτάρει η νεαρή υψίφωνος Μαρία Κοσοβίτσα.
Πρόκειται για μία δραματική ιστορία με πάθη, πολιτικές δολοπλοκίες και προδοσίες η οποία, σε συνδυασμό με τη μοναδικής έμπνευσης και ευαισθησίας μουσική σύνθεση, ξετυλίγει συναρπαστικά τους χαρακτήρες των ηρώων, ιδιαίτερα της Άννας.
Το λιμπρέτο του Φελίτσε Ρομάνι αφηγείται τις τελευταίες ημέρες της βασίλισσας στην αυλή του Ερρίκου Η΄. Όταν ο βασιλιάς στρέφει το ενδιαφέρον του στην Τζοβάννα Σεϋμούρ, προμηνύεται η πτώση της Άννας. Η επανεμφάνιση του παλιού της έρωτα, του λόρδου Περσύ, και η άτυχη παρέμβαση του νεαρού Σμέτον δίνουν στον Ερρίκο το πρόσχημα να την κατηγορήσει για μοιχεία, με αποτέλεσμα τη σύλληψή της. Στον Πύργο του Λονδίνου, η Άννα αρνείται να ομολογήσει παρά τις προτροπές της Τζοβάννας και τις θυσίες του Περσύ και του Σμέτον, και λίγο πριν την εκτέλεσή της παραληρεί, αναπολεί το παρελθόν, συγχωρεί τους εχθρούς της και οδηγείται στο ικρίωμα, ενώ ταυτόχρονα αναγγέλλεται ο γάμος του βασιλιά με τη Σεϋμούρ.
Η Άννα Μπολένα, η οποία αποτελεί μέρος της «Τριλογίας των Τυδόρ» γράφτηκε από τον Ντονιτσέττι μέσα σε έναν μήνα, ενώ μετά την πρώτη παρουσίασή της παρέμεινε δημοφιλής για περίπου πενήντα χρόνια. Μετά από ένα μεγάλο διάστημα λήθης, επανήλθε στο ρεπερτόριο τη δεκαετία του 1950, κυρίως χάρη στην ερμηνεία της Μαρίας Κάλλας στη Σκάλα του Μιλάνου το 1957, η οποία άνοιξε τον δρόμο για την αναβίωση και άλλων «ξεχασμένων» έργων του μπελ κάντο. Η προσέγγιση της Κάλλας στον ρόλο, η οποία συνδυάζει τη φωνητική δεξιοτεχνία του μπελ κάντο με την έντονη τραγική εκφραστικότητα, αποτελεί μέχρι σήμερα ένα υπόδειγμα ερμηνείας του ρόλου, ενώ η ζωντανή ηχογράφηση του έργου θεωρείται ένα ιστορικό ντοκουμέντο για τη συγκεκριμένη όπερα και ένα σημείο αναφοράς για τον ρόλο.
Ο σκηνοθέτης της παράστασης Θέμελης Γλυνάτσης, μετά την επιτυχημένη του σκηνοθεσία στον Πύργο του Κυανοπώγωνα του Μπέλα Μπάρτοκ, προσεγγίζει την Άννα Μπολένα όχι ως μνημείο προς αναπαράσταση αλλά ως υλικό προς αποδόμηση, θέτοντας στο κέντρο το ερώτημα πώς και με ποιους όρους ένα έργο του 19ου αιώνα μπορεί να σταθεί σήμερα χωρίς να μετατραπεί σε μουσειακό αντικείμενο. Η Άννα Μπολένα μετατρέπει μια βαθιά βίαιη ιστορική περίοδο σε αστικό μελόδραμα, όπου η πολιτική σύγκρουση και η κρατική βία υποχωρούν προς όφελος μιας ερωτικής ιστορίας «που στόχο έχει την υπερβατική συγκίνηση που αφορά συγκεκριμένα πρόσωπα: ένας ισχυρός άνδρας, μια σύζυγος-θύμα, μια αντίζηλος, ένας ξεχασμένος έρωτας».
Όπως σημειώνει ο σκηνοθέτης, «πυρήνας της δραματουργίας, αλλά και ολόκληρης της αισθητικής της παράστασης, είναι οι συγκρούσεις διαφορετικών εκδοχών ιστορικότητας: της ρομαντικής, και ιστορικά ανακριβούς, αποτύπωσης των τελευταίων ημερών της Αν Μπολέυν από τον συνθέτη, των κοστουμιών του Νίκου Γεωργιάδη για την παρουσίαση του έργου το 1976 στην ΕΛΣ και της δικής μας ιστορικής αντίληψης. Τα κοστούμια του Γεωργιάδη αναβιώνουν μισό αιώνα μετά μέσα σε έναν καινούριο, τολμηρό σκηνικό χώρο, ο οποίος εικονοποιεί την τεταμένη ισορροπία μεταξύ ιστορικής αυθεντικότητας και σύγχρονης εμπειρίας. Οι ιστορικοί χαρακτήρες της Αγγλίας του 16ου αιώνα, τα κοστούμια του Γεωργιάδη, η ιστορία της ίδιας της ΕΛΣ, αλλά και τα δικά μας ιστορικά αντανακλαστικά, γίνονται υλικά που θα πλάσουν ένα σύγχρονο και έντονο παραστασιακό παρόν σε συνεχή διάλογο με το παρελθόν. Σκηνικό και κοστούμια μεταλλάσσονται μπροστά στα μάτια των θεατών, δραματοποιώντας τη σύγκρουση μιας σαγηνευτικής αυθεντικότητας με μια σύγχρονη εικαστική χειρονομία αποκάλυψης των μηχανισμών εξουσίας και καταπίεσης που η σαγήνη αυτή συχνά κρύβει. Η καινούρια Μπολένα της ΕΛΣ δεν εστιάζει μόνο στις τραγικές σχέσεις των χαρακτήρων, αλλά εξερευνά και τη φυλάκισή τους από την ίδια τους την ιστορία, τα ρούχα τους, τον χώρο που κατοικούν, αλλά και από τις δικές μας φαντασιώσεις για το παρελθόν. Επιδιώκει, τέλος, να τους συντροφεύσει στη μελαγχολική προσπάθειά τους να βιώσουν μια φευγαλέα εμπειρία συναισθηματικής αλήθειας και προσωπικής ελευθερίας. Να γίνουν δηλαδή σύγχρονοι».
Ο βραβευμένος και διεθνώς καταξιωμένος Βρετανός σκηνογράφος Λέσλι Τράβερς, με τη δουλειά του οποίου το κοινό της ΕΛΣ είχε την ευκαιρία να έρθει σε επαφή στις παραγωγές Ο πύργος του Κυανοπώγωνα και Καβαλλερία ρουστικάνα / Παλιάτσοι, δημιουργεί έναν χώρο όπου το παρελθόν και η μνήμη λειτουργούν ως ζωντανά αρχειακά στοιχεία. Αντίστοιχα, η Νίκη Ψυχογιού και ο Θέμελης Γλυνάτσης, παίρνοντας ως αφετηρία τα ιστορικά –ηλικίας πενήντα ετών ήδη– κοστούμια του Νίκου Γεωργιάδη, από τη θρυλική παραγωγή του Ντίνου Γιαννόπουλου, δημιουργούν έναν νέο ενδυματολογικό κόσμο, αναδεικνύοντάς τα ως ενεργά δραματουργικά στοιχεία. Την κινησιολογία της παράστασης έχει αναλάβει η Κατερίνα Γεβετζή, τους φωτισμούς ο Χάουαρντ Χάντσον και την επιμέλεια ήχου ο Θάνος Πολυμενέας-Λιοντήρης.
Την Ορχήστρα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής διευθύνει ο διεθνώς καταξιωμένος αρχιμουσικός Ζακ Λακόμπ,στην τρίτη του συνεργασία με την ΕΛΣ, μετά την Μποέμ και τον Βέρθερο.
Τον ιδιαίτερα απαιτητικό φωνητικά ρόλο της Άννας Μπολένα αναλαμβάνει η ανερχόμενη Ελληνίδα σοπράνο Μαρία Κοσοβίτσα, η οποία εντυπωσίασε κοινό και κριτικούς ως Λιου στην Τουραντότ το καλοκαίρι του 2025 στο Ηρώδειο. Στον ρόλο του Ερρίκου Η΄ ο διακεκριμένος βαθύφωνος Πέτρος Μαγουλάς, της Τζοβάννας Σεϋμούρ η αναγνωρισμένη μεσόφωνος Μιράντα Μακρυνιώτη.
Ο διαπρεπής τενόρος της ΕΛΣ Γιάννης Χριστόπουλος ερμηνεύει τον ρόλο του Λόρδου Ρικκάρντο Περσύ, o βαθύφωνος Γιάννης Γιαννίσης τον Λόρδο Ροσφόρ, η μεσόφωνος Διαμάντη Κριτσωτάκη τον Σμέτονκαι ο τενόρος Μάνος Κοκκώνης τον Σερ Χέρβυ.
Info
Όπερα – Νέα παραγωγή
Άννα Μπολένα
Γκαετάνο Ντονιτσέττι
26, 29 Μαρτίου & 2, 5, 15, 19 Απριλίου
Ώρα έναρξης: 19.30 (Κυριακή: 18.30)
Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος ΕΛΣ – Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος