Η γνωστή συνταγή για να κερδίσει κανείς ένα Όσκαρ καλύτερου ηθοποιού είναι να υποδυθεί είτε έναν αξιαγάπητο χαρακτήρα, είτε έναν χαρακτήρα που είναι μισητός αλλά με έναν παράξενα γοητευτικό τρόπο. Ωστόσο, η ιστορία και των τεσσάρων κατηγοριών είναι γεμάτη από χαρακτήρες με συναρπαστικά κακή συμπεριφορά, όπως ο Άντονι Χόπκινς στο «The Silence of the Lambs» ή η Λουίζ Φλέτσερ στο «One Flew Over the Cuckoo’s Nest».

Σύμφωνα με τον Guardian, oι φετινές υποψηφιότητες στις κατηγορίες ερμηνείας δεν στερούνται χαρακτήρων που το κοινό μπορεί εύκολα να υποστηρίξει. Ο Μάικλ Μπ. Τζόρνταν, για παράδειγμα, ενσαρκώνει δύο γκάνγκστερ της δεκαετίας του 1930 στην ταινία «Sinners», καταφέρνοντας να τους κάνει διπλά γοητευτικούς, ενώ ταυτόχρονα αναδεικνύει τις λεπτές διαφορές της προσωπικότητάς τους. Παράλληλα, ο Μπενίσιο ντελ Τόρο υποδύεται έναν ψύχραιμο ακτιβιστή στο «One Battle After Another», έναν χαρακτήρα που αποπνέει ιδιαίτερη συμπάθεια. Ωστόσο, σε άλλες περιπτώσεις, διακρίνεται φέτος μια πιο έντονη παρουσία χαρακτήρων που αψηφούν τα συνηθισμένα πρότυπα εύκολης συμπάθειας.

Advertisement
Advertisement

Ο χρυσός κανόνας της «συμπάθειας» και οι χαρακτήρες που ξεχωρίζουν

Η έννοια της συμπάθειας στην κούρσα για τα Όσκαρ, έχει σχεδόν την ίδια σημασία όσο μία πολιτική εκστρατεία. Στην περίπτωση των βραβείων της Ακαδημίας, όμως, οι ηθοποιοί συναγωνίζονται διπλά: τόσο για τους ίδιους ως καλλιτέχνες όσο και για τους χαρακτήρες τους, οι οποίοι γίνονται μέρος του κινηματογραφικού σύμπαντος. Επιπλέον, η δοκιμασία και ο πόνος ενός χαρακτήρα μπορούν συχνά να διευκολύνουν την ταύτιση του κοινού μαζί του.

Για παράδειγμα, μία εκ των αγαπημένων της Ακαδημίας, η Έμμα Στόουν, είναι υποψήφια για την ταινία «Βουγονία» του Γιώργου Λάνθιμου, όπου υποδύεται μια ψυχρή και απόμακρη διευθύνουσα σύμβουλο που προσπαθεί να πείσει τον απαγωγέα της –έναν φανατικό που πιστεύει ότι εκείνη είναι εξωγήινη–, να την αφήσει ελεύθερη. Η ίδια η κατάσταση της απαγωγής δημιουργεί αρχικά ένα βασικό επίπεδο συμπάθειας προς το πρόσωπό της. Ωστόσο, η ταινία φροντίζει να το υπονομεύσει από πολύ νωρίς χαρίζοντας την χαριστική βολή στο φινάλε, γεγονός που δεν καθιστά τον χαρακτήρα της ιδιαίτερα συμπαθή.

Βέβαια, σε σύγκριση με τον χαρακτήρα που υποδύεται η Ρόουζ Μπερν στο «If I Had Legs I’d Kick You», η Στόουν μοιάζει ηρωίδα. Η ταινία εξερευνά τις δυσκολίες της μητρότητας, παίρνοντας έναν χαρακτήρα που θεωρητικά θα έπρεπε να προκαλεί αυθόρμητη συμπάθεια –μια μητέρα που φροντίζει ένα άρρωστο παιδί–, και φροντίζοντας σχεδόν πάντα να την οδηγεί σε αποφάσεις που φαίνονται λανθασμένες.

Η ταινία της Μαίρη Μπρόνστεϊν έχει ένα πνευματικό «συγγενές» στην κατηγορία του Α’ Aνδρικού Ρόλου, με την ταινία «Marty Supreme» να υποβάλλει τον νεαρό πρωταγωνιστή της σε μια παρόμοια δοκιμασία κακοτυχίας και αυτοκαταστροφικών επιλογών. Ο Τίμοθι Σαλαμέ φαίνεται πιο κοντά από ποτέ στο να κατακτήσει το πολυπόθητο Όσκαρ, ενώ παράλληλα προκαλεί συζητήσεις σχετικά με το αν ο χαρακτήρας του είναι υπερβολικά απωθητικός για να τον αντέξει το κοινό.

Στην ίδια κατηγορία συναντάμε και τον εξίσου πιεστικό, αν και πιο πνευματώδη, Λόρεντζ Χαρτ, τον οποίο υποδύεται ο Ίθαν Χοκ στην ταινία «Blue Moon». Πρόκειται για μια βιογραφική ταινία που μοιάζει να απολαμβάνει το γεγονός ότι αρνείται να εξιδανικεύσει τον πρωταγωνιστή της, σε αντίθεση με σχεδόν όλες τις άλλες υποψήφιες βιογραφίες για Όσκαρ.

Στις κατηγορίες Β’ Ρόλου, ο Στέλαν Σκάρσγκαρντ υποδύεται στο «Sentimental Value» έναν τόσο ψυχρό και εγωιστή πατέρα, που ακόμη και όταν συμφιλιώνεται με τα ενήλικα παιδιά του, δεν φαίνεται πραγματικά να έχει αλλάξει ιδιαίτερα. Παράλληλα, η έντονη και ατσάλινη παρουσία της Τεγιάνα Τέιλορ στο «One Battle After Another» γίνεται ακόμη πιο σύνθετη, καθώς ο επαναστατικός χαρακτήρας που υποδύεται προδίδει τους συντρόφους της και εγκαταλείπει ακόμη και το βρέφος της.

Advertisement

Φυσικά, δεν είναι όλοι οι χαρακτήρες τόσο δύσκολοι. Η χρονιά περιλαμβάνει και πιο κλασικά συμπαθείς ερμηνείες, όπως αυτή της Κέιτ Χάντσον στο «Song Sung Blue», μια σχεδόν υπερβολικά γοητευτική ερμηνεία βασισμένη σε πραγματικό πρόσωπο.

Παρά τα παραπάνω, η έννοια της «συμπάθειας», καθώς και εκείνης της κακίας που το κοινό λατρεύει να μισεί, δεν φαίνεται να κυριαρχεί φέτος τόσο έντονα. Από την άλλη πλευρά, ένας λιγότερο συμπαθής χαρακτήρας μπορεί να εμπνεύσει μια διαφορετική μορφή ερμηνευτικού ρίσκου και εγωισμού, επιτρέποντας σε έναν ηθοποιό να δείξει πόσα περισσότερα μπορεί να κάνει χωρίς να υποκύπτει στις παραδοσιακές νόρμες του κινηματογραφικού ηρωισμού.

Με πληροφορίες από The Guardian

Advertisement