Η Αντιγόνη Ντόκα αποτελεί μια ιδιαίτερη περίπτωση. Οχι τόσο γιατί ως Καθηγήτρια Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Πατρών παλεύει να πείσει για τη συμβολή της στην μάθηση και στην συγκρότηση του αναπτυσσόμενου ανθρώπου σε μια εποχή που η επιστήμη που διακονεί είναι – το λιγότερο – αντιδημοφιλής λόγω εργασιακού «αδιεξόδου». Αλλά κυρίως γιατί έχει την δύναμη να πιστεύει ότι θα έρθει η ανατροπή στην υλική εποχή μας στη βάση πιο ανθρωπιστικών συντεταγμένων. Ισως διότι εκτός από καθηγήτρια είναι και λογοτέχνης. Κι είναι η κυκλοφορία του τέταρτου βιβλίου της με τίτλο «Παρατηρητής» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Τόπος» το οποίο μας έδωσε την ευκαιρία της συνομιλίας μαζί της.

«Τι είδους άνθρωπο θέλουμε να φτιάξουμε; Αν θέλουμε μόνο να περιφρουρήσουμε τον σύγχρονο τεχνοκράτη, τότε η εργαλειακή χρήση της γνώσης αποτελεί το κύριο ζητούμενο και μόνο», μας λέει η ίδια που διδάσκει τη «μητέρα των επιστημών» για την ατομική και συλλογική αυτογνωσία σε μια εποχή άκρατου υλισμού. Δύσκολο έργο; Πιθανώς. Αλλά όχι ακατόρθωτο. Ιδιαίτερα από κάποιον που βλέπει το ποτήρι «μισογεμάτο». «Σχεδόν νομοτελειακά θεωρώ ότι θα τεθούν εκ νέου οι όροι του κοινωνικού παιχνιδιού στην βάση πιο ανθρωπιστικών συντεταγμένων», λέει στη συνέντευξη που έδωσε στην HuffPost επιμένοντας ότι πιστεύει στην μεγάλη ανατροπή.

Advertisement
Advertisement

Η ίδια πιστεύει ακόμα ότι η λογοτεχνία είναι η πιο προστατευμένη μορφή έκθεσης, αν αναλογιστεί κανείς καθημερινά πόσο «εκτεθειμένοι» είμαστε σε επίπεδο διαπροσωπικών και μη σχέσεων ή πόσο μια πτυχή της ανθρώπινης φύση μας επιδιώκει την έκθεση ως ένα είδος εγωιστικής πληρότητας. Το τέταρτο βιβλίο της, όπως τα υπόλοιπα που έχουν προηγηθεί, είναι ένα μικρό κομψό εγχειρίδιο Παρατηρήσεων, Περιστατικών και Ακολουθιών που επενδύει, όπως και τα προηγούμενα έργα της σε μια μινιμαλιστική μορφή γραφής . Δεν θα άλλαζε αυτή την μορφή, όπως ομολογεί. Τη γοητεύει η περιεκτική γραφή γιατί μικραίνει την απόσταση που την χωρίζει από τον ποιητικό λόγο.

Η Αντιγόνη Ντόκα

– Κυρία Ντόκα, τι είναι η συγγραφή για  εσάς; Πότε συνειδητοποιήσατε το ρόλο που παίζει  στη ζωή σας; Αυτό συνδέεται με κάποιο περιστατικό, με κάποια συγκεκριμένη στιγμή;

Για μένα η συγγραφή είναι μια συνθήκη, το ακριβές περιεχόμενο της οποία χαρακτηρίζεται συχνά από μια ρευστότητα ή ακόμα και μια ασάφεια, ωστόσο μέσα σε αυτή την συνθήκη μπορώ να αισθάνομαι ελεύθερη. Είναι μια κατάσταση που έχω την πολυτέλεια να ορίζω εγώ τις παραμέτρους της κάτι πολύ σπάνιο στην καθημερινότητα μας. Η ανατροπή εκεί γίνεται ένα γοητευτικό παιχνίδι ακόμα και η αντίφαση κάτι θεμιτό. Αν τώρα σταθώ μπροστά στο ερώτημα τι είναι η συγγραφή με ένα πιο αυστηρό τρόπο θα το αντιστοιχούσα στο ερώτημα τι είναι τέχνη; Ή τι είναι φιλοσοφία; Ερωτήματα που δεν μπορείς σαφώς να προσδιορίσεις το περιεχόμενο τους, αλλά μπορείς να πεις πότε συμβαίνουν. Να περιγράψεις τους όρους, στην βάση των οποίων υπάρχει τέχνη ή φιλοσοφική σκέψη. Μια σκέψη ή μια έκφραση πάνω στην εμπειρία μας βιωμένη η μη.

Με δυσκολεύει να κάνω μια γενίκευση ή μια δήλωση για την δύναμη του έρωτα, θα αρκεστώ στα λόγια του Σαίξπηρ: Μίλα μου ψιθυριστά, αν μου μιλάς για έρωτα.

Ξεκίνησα λοιπόν να γράφω με το πιο αυθεντικό κίνητρο που θεωρώ ότι υπάρχει, δηλαδή χωρίς να βρίσκω κανέναν απολύτως προφανή λόγο παρά μια εσωτερική παρόρμηση για ελευθερία στην σκέψη μου. Μου άρεσε να καταγράφω στιγμές της μέρας κάθε βράδυ. Στο μεταίχμιο της σοβαρότητας ενός σύντομου απολογισμού και της προσπάθεια μου για μια αναπαράσταση των όσων είχαν συμβεί, δραπέτευα από τα όρια και τους κανόνες, μετασχηματίζοντας με ένα τρόπο την πραγματικότητα μου. Γρήγορα και σε μικρή ηλικία συνειδητοποίησα ότι αυτή η καθημερινή ενασχόληση μου φώτιζε μυστικές πτυχές της προθετικότητας μου και έκανε όσα έμοιαζαν ασαφή να φαίνονται καθαρότερα. Επομένως δεν υπήρξε κάποιο συγκεκριμένο περιστατικό ή στιγμή που με ώθησε στην συγγραφή. Μπορώ να πω ότι πάντα, όσο με θυμάμαι έγραφα κάτι στο τέλος της μέρας. 

– Τι ήταν αυτό που σας κινητοποίησε να «εκτεθείτε», δημοσιοποιώντας τα κείμενά σας; Πως έγινε η επαφή και η συνεργασία με τις εκδόσεις «Τόπος»;

Advertisement

Τυχαία. Η αλήθεια είναι ότι δεν είχα σκεφτεί αυτή την «έκθεση», ωστόσο όταν συνέβη είχε την ένταση μιας απροσδόκητης ευχάριστης «συνάντησης». Επίσης πιστεύω ότι η λογοτεχνία είναι η πιο προστατευμένη μορφή έκθεσης, αν αναλογιστεί κανείς καθημερινά πόσο «εκτεθειμένοι» είμαστε σε επίπεδο διαπροσωπικών και μη σχέσεων ή πόσο μια πτυχή της ανθρώπινης φύση μας επιδιώκει την έκθεση ως ένα είδος εγωιστικής πληρότητας.  Έτσι η «έκθεση» μου μέσα από τις φανταστικές ιστορίες είναι γλυκιά και ανώδυνη. Τώρα πια την αναζητώ.

Η επαφή μου και η συνεργασία με τις εκδόσεις «Τόπος» που πλέον είναι μια σχέση φιλίας και εκτίμησης αποδεικνύεται στην ουσία της στην διάρκεια και στο χρόνο. Και το νέο βιβλίο είναι στις εκδόσεις Τόπος.

– Διαβάζοντας σήμερα το αφήγημα  «Συναντήσεις 30» (Τόπος 2016), το πρώτο σας βιβλίο που εκδόθηκε, ένα μικρό, κομψό βιβλίο με μινιμαλιστικά κείμενα για μια ερωτική σχέση, τις δυσκολίες, τις αγωνίες και τις «ανατάσεις» της, θα αλλάζατε κάτι μετά από δέκα χρόνια; 

Advertisement

Οι «Συναντήσεις 30» αποτελούν θα έλεγα εικόνες στιγμών. Αν θα μπορούσε ο χρόνος να εγκλωβίσει ένα γεγονός και να το μετατρέψει σε λέξεις προκειμένου να αποδώσει την ένταση του, αυτό θα ήταν μια «συνάντηση». Εστίασα σε λεπτομέρειες που τραβούν την πραγματικότητα έξω  από τα σημαντικά της στοιχεία. Δηλαδή, θέλησα να περιγράψω όχι απαραίτητα, όσα φαίνονται καθοριστικά σε μια ανθρώπινη σχέση, αλλά την αποτύπωση τους ως εικόνα που διεγείρει το συναίσθημα. Με ενδιέφερε πολύ ό,τι συναντούσε τις αισθήσεις μου και προκαλούσε μια σκέψη ή ακόμα ένα τυχαίο συνειρμό. Συχνά το αντικείμενο των περιγραφών μου έπαυε να κυριαρχεί στην αφήγηση μου και μετατρέπονταν στην περιγραφή μιας αυθόρμητης αντίδρασης. Θα έλεγα ότι οι συναντήσεις δεν αφηγούνται μια συγκεκριμένη ερωτική σχέση, αλλά ό,τι αποδεσμεύεται σαν αίσθηση μέσα από την επαφή των ανθρώπων, είτε ο ερωτισμός είναι προφανής, είτε είναι εσωτερικά κρυμμένος. Η προσέγγιση μου στον κόσμο των «μικρών πραγμάτων» που υπονοούν ιστορίες, με οδήγησε αυτονόητα και με φυσικό τρόπο στην συγκεκριμένη όπως αναφέρατε μινιμαλιστική μορφή γραφής . Δεν θα άλλαζα κάτι με γοητεύει η περιεκτική γραφή γιατί μικραίνει την απόσταση που την χωρίζει από τον ποιητικό λόγο.

–  «Μια ιστορία όπου ο έρωτας δεν είναι αυτό που κερδίζεται, αλλά αυτό που μπορεί να κερδηθεί», αναφέρεται στο οπισθόφυλλο της νουβέλας  «Δύο/Υγρασία» (Τόπος 2019). Σε τι βαθμό είναι  κινητήρια δύναμη ζωής ο έρωτας τελικά, κατά τη γνώμη σας; Κι αν ναι, υπάρχει φθίνουσα πορεία αυτής της δύναμης καθώς μεγαλώνουμε; 

Νομίζω ότι ο έρωτας, ενώ σαν αίσθημα έχει μια οικουμενικότητα, πάντα καταλήγει μια αυστηρά προσωπική υπόθεση με όλες τις ιδιαιτερότητες μιας υποκειμενικότητας. Με δυσκολεύει να κάνω μια γενίκευση ή μια δήλωση για την δύναμη του έρωτα, θα αρκεστώ στα λόγια του Σαίξπηρ: Μίλα μου ψιθυριστά, αν μου μιλάς για έρωτα. Πιστεύω και εγώ ότι ο έρωτας φωνάζει ή ακόμα ουρλιάζει μόνο στα αφτιά των ερωτευμένων, οι τριγύρω δεν ακούν. Στο ερώτημα εάν είναι φθίνουσα η πορεία του μεγαλώνοντας, θα έλεγα ότι έρωτας επιβεβαιώνει την έλλειψη ορίων πάντα, επομένως γιατί να υπάρχουν χρονικά όρια; Δεν δέχομαι ότι η ψυχή γερνά ή αλλοιώνεται, διότι το άυλο κομμάτι της ύπαρξης μας δεν είναι υποκείμενο στις φθορές τις ύλης. Με άλλα λόγια πιστεύω στην ύπαρξη της «ψυχής» ως οντολογικής βαθμίδας.

Advertisement

– Στο «Μια Μέρα» (Τόπος 2022) ένα τυχαίο συμβάν δίνει μια καθοριστική και ανεξέλεγκτη ώθηση στη ζωή δύο προσώπων.  Σε τι βαθμό επηρεάζουν τη γραφή σας τα προσωπικά βιώματά σας; Από που εμπνέεστε γενικότερα; 

Τα προσωπικά βιώματά μας εύκολα ή ακόμα και αυτόματα μετατρέπονται θα έλεγα σε αιχμηρά εργαλεία που χαράσσουν μέσα μας σχήματα, φτιάχνοντας με έναν μη συνειδητό τρόπο έναν εσωτερικό χάρτη. Κάθε διαδρομή μας, ακόμα και ένας ξέγνοιαστος περίπατος, θα πατήσει πάνω σε αυτό τον χάρτη, ακόμα και το πιο μικρό και στενό δρομάκι του, που εσύ διαλέγεις, υπάρχει στο χάρτη σου, έστω και σαν άγνωστο απάτητο μέρος. Μου φαίνεται αδύνατο κανείς να υπάρξει έξω από τα βιώματα του, ξένος προς τις εμπειρίες του. Ακόμα και η φαντασία μας ξεμυαλίζει τα βιώματα μας ή αν θέλεις ανασυνθέτει τα βιώματα μας αλλά παραμένουν η κρυμμένη αναφορά της. Νομίζω δεν υπάρχει έκφραση στο χώρο της τέχνης και της δημιουργίας που να υπερβαίνει την υποκειμενικότητα.

Εμπνέομαι συνήθως από τα αθόρυβα πράγματα της καθημερινότητας, από τις συνήθειες και τις επαναλήψεις των ανθρώπων.  

Advertisement

– Τέλος, μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα δομή … παρατηρεί κανείς στον «Παρατηρητή», το νέο σας βιβλίο υπό έκδοση από και πάλι από τον Τόπο (2026) με μια ενδιαφέρουσα αρχιτεκτονική όπου το μοτίβο των Παρατηρήσεων, των Περιστατικών και των Ακολουθιών (μεταξύ άλλων) τιτλοφορεί τα μικρά και συμπαγή σας κείμενα. Με τι σκεπτικό γράψατε – και δομήσατε – τον «Παρατηρητή»; 

Advertisement

Ο Παρατηρητής για μένα είναι ένα σχόλιο στην πραγματικότητα, η έννοια της μοναχικότητας συναντά την ανάγκη του ανθρώπου για μια ιδιότυπη συναλλαγή με τον άλλο, να λειτουργεί διττά ως θεατής και θέαμα συγχρόνως.  Θα αναφερθώ λίγο στα διαβάσματα μου, όταν έκανα το διδακτορικό μου στον Πλωτίνο για την έννοια του κάλλους, συνάντησα πρώτη φορά την σχέση του «βλέπειν» και «βλέπεσθαι» ως οντολογική συνθήκη. Ότι ήμαστε δηλαδή συγχρόνως θεατές και θεάματα. Αυτό εντυπώθηκε στην σκέψη μου τότε σαν μια φιλοσοφική θέση-πρόταση, εξαιρετικά γοητευτική γιατί αναφερόταν στο αποκορύφωμα της, στην δυνατότητα του ανθρώπου για θέαση του ανώτερου. Απομακρυσμένη από τα χρόνια του διδακτορικού και έχοντας όπως είπα και πριν αυτό το  «φιλοσοφικό βίωμα» χαραγμένο, θεώρησα πια αυτή την διαδικασία μέσα στην νέα δαιδαλώδη συνθήκη του διαδικτύου, που μου προξενούσε κάθε φορά εντύπωση. Πως δηλαδή, σταματούσε ένα ερωτικό παθιασμένο φιλί ενός ζευγαριού, λίγο πριν χαθεί το ηλιοβασίλεμα, για να αποτυπωθεί με ένα κλικ και να γίνει ανάρτηση.

Τι είδους άνθρωπο θέλουμε να φτιάξουμε; Αν θέλουμε μόνο να περιφρουρήσουμε τον σύγχρονο τεχνοκράτη, τότε η εργαλειακή χρήση της γνώσης αποτελεί το κύριο ζητούμενο και μόνο.

Η λειτουργία αυτή που ουσιαστικά επιστατείς την πιο προσωπική σου στιγμή και την μοιράζεσαι με αγνώστους μου δημιουργεί ένα πολύπλευρο ενδιαφέρον. Καθώς ήμουν και εγώ πάντα ένας παρατηρητής όχι τόσο εξειδικευμένος, θέλησα να στήσω μια ιστορία παρατηρήσεων σε ένα κοινόχρηστο χώρο, σε μια πολυκατοικία. Πιστεύω ότι κανείς δεν ξεφεύγει από την διαδικασία της παρατήρησης και της έκθεσης ταυτόχρονα. Νομίζω ότι είναι ο καμβάς από τον οποίο προκύπτουν τα κριτήρια των αξιολογήσεων μας. Τι είναι ωραίο, τι είναι άξιο να δηλωθεί ή τι είναι άσχημο και αποτρόπαιο. Όλα απλώνονται σαν ρούχα που στεγνώνει ο ήλιος πάνω σε σύρματα τεντωμένα. Η ιστορία του Παρατηρητή είναι ακριβώς αυτή η ιδιότυπη καταγραφή. Ο παρατηρητής ένας ανάμεσα μας, χωρίς να δηλώνει μια συγκεκριμένη ταυτότητα ενσωματώνεται στις ζωές όλων, που καταλήγουν κομμάτι της δικής του ζωής.  Ο Παρατηρητής αφήνει ίσως ανοιχτό ένα ερώτημα στον αναγνώστη, αν η αληθινή ζωή βάζει όρια σε αυτή την παρατήρηση ή απλώς είναι η ίδια η ζωή μια εκδοχή αδιάκοπων και βιωμένων παρατηρήσεων;

Advertisement

– Σε τι κοινό απευθύνεται; Πως θα θέλατε να δείτε να πορεύεται ο «Παρατηρητής»;

Θα ήθελα να απευθύνομαι σε όλους, θα ήταν μια «πορεία» για τον Παρατηρητή που θα με ενθουσίαζε, δηλαδή να μπορούσα να συνομιλώ με έναν τρόπο με  αναγνώστες κάθε ηλικίας και κοινωνικής αφετηρίας.

-Σκέφτεστε κάποια παρουσίαση; Ποια τα όνειρά σας για το νέο σας βιβλίο; 

Οι εκθέσεις βιβλίων γενικά μου προξενούν μια αμφιθυμία. Πιστεύω ότι τα βιβλία είναι κυρίως για να διαβάζονται και όχι να παρουσιάζονται ή να σχολιάζονται. Αυτή ας που η «μεταγνωστική» ανάγνωση αν και είναι χρήσιμη με βρίσκει κάπως επιφυλακτική. Το διάβασμα ειδικά ενός λογοτεχνικού βιβλίου είναι μια προσωπική σχέση και αφορά τον συγκεκριμένο κάθε φορά αναγνώστη, τις δικές του σκέψεις συνειρμούς και συναισθήματα.

– Κυρία Ντόκα διδάσκετε στο τμήμα Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Πατρών με γνωστικό αντικείμενο Φιλοσοφία της Παιδείας – Διδακτική της Φιλοσοφίας. Γιατί να επιλέξει κάποιος υποψήφιος φοιτητής να σπουδάσει Φιλοσοφία σήμερα; 

Συνήθως το καλωσόρισμα στους φοιτητές μας περιέχει την απάντηση αυτής της ερώτησης, ίσως γιατί η σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα μας ωθεί σε μια απολογητική στάση για την Φιλοσοφία ως αντικείμενο σπουδών. Κυρίως γιατί στους πολλούς δεν είναι προφανής η σύνδεση της φιλοσοφίας με την εργασιακή πραγματικότητα. Για παράδειγμα στο ερώτημα τι επάγγελμα θα κάνεις, δεν θα απαντήσεις φιλόσοφος, διότι το λιγότερο σαν αντίδραση θα έχεις μια ήπια ειρωνεία ή μια μορφή αμφισβήτησης. Η παραφθορά βέβαια της φιλοσοφίας ως εργαλείο σκέψης που όλο και συρρικνώνεται καθώς η σύγχρονη παιδαγωγική μελέτη την αντιμετωπίζει ως βασικό στόχο κάθε παιδαγωγικής παρέμβασης, βασίζεται θεωρώ στην άγνοια. Θα μπορούσα να απαντήσω λοιπόν με διάφορους τρόπους και να εκθέσω πολλές απόψεις και έρευνες που συνηγορούν στο ότι η ενασχόληση με την φιλοσοφία φαίνεται να καθιστά τους φοιτητές των φιλοσοφικών τμημάτων ικανούς να ξεπερνούν σταθερά όλες τις άλλες ειδικότητες σε τεστ λεκτικής και λογικής συλλογιστικής. Ικανότητες δηλαδή όπως η ανάλυση σύνθετων προβλημάτων, η αμφισβήτηση υποθέσεων και η διαχείριση ασαφειών, που είναι ζωτικής σημασίας όχι μόνο για την ατομική επιτυχία, αλλά και για μια υγιή δημοκρατία αναπτύσσονται αναμφισβήτητα μέσα από την ενασχόληση με τη φιλοσοφία. Αυτό δηλαδή που ονομάζουμε συγκρότηση κριτικής σκέψης συνιστά θεμέλιο ή εργαλείο κάθε φιλοσοφικής ανάλυσης. 

Θα μπορούσα να απαντήσω λοιπόν με διάφορους τρόπους και να εκθέσω πολλές απόψεις και έρευνες που συνηγορούν στο ότι η ενασχόληση με την φιλοσοφία φαίνεται να καθιστά τους φοιτητές των φιλοσοφικών τμημάτων ικανούς να ξεπερνούν σταθερά όλες τις άλλες ειδικότητες σε τεστ λεκτικής και λογικής συλλογιστικής.

Επομένως θα μπορούσαμε να πούμε ότι η φιλοσοφία διδάσκει στους μαθητές όχι μόνο τι να σκέφτονται, αλλά και πώς να σκέφτονται και εκεί θεωρώ έγκειται η συμβολή της στην μάθηση και στην συγκρότηση του αναπτυσσόμενου ανθρώπου γενικά. Και μέχρι εδώ θεωρώ ότι έχω απαντήσει στο ερώτημά σας, ωστόσο θα ήθελα να θέσω και εγώ ένα ερώτημα που προσπαθεί να απαντήσει η φιλοσοφία. Τι είδους άνθρωπο θέλουμε να φτιάξουμε; Αν θέλουμε μόνο να περιφρουρήσουμε τον σύγχρονο τεχνοκράτη, τότε η εργαλειακή χρήση της γνώσης αποτελεί το κύριο ζητούμενο και μόνο.

– Ποιες οι μεγαλύτερες δυσκολίες αλλά και προκλήσεις που αντιμετωπίζετε ως Καθηγήτρια Φιλοσοφίας σε ένα αντικείμενο σπουδών που, για να είμαστε ειλικρινείς, δεν είναι ιδιαίτερα δημοφιλές σήμερα; Πως χειρίζεστε αυτές τις προκλήσεις;

Νομίζω μόνο μέσα από την ενημέρωση και τον διάλογο με τους φοιτητές στο πλαίσιο της εκπαιδευτικής συνθήκης, μπορεί να επιτευχθεί η συνάντηση με την φιλοσοφία και αυτή είναι ουσιαστικά και η πρόκληση και η δυσκολία του να ασχολείται κανείς με την φιλοσοφία. Ίσως αυτός που διδάσκει να πρέπει να λειτουργεί σαν ένας σύγχρονος Σωκράτης που «εισάγει κοινά δαιμόνια» και «εκμαιεύει». Και κάνω αυτόν τον παραλληλισμό κυρίως θέλοντας να τονίσω ότι η ενασχόληση με την φιλοσοφία δεν είναι κάτι που δεν μας αφορά και δεν έχει έρεισμα στο παρόν, αλλά προτάσεις που πρέπει να τίθενται εκ νέου κάθε φορά, προκαλώντας ρήξεις και κραδασμό στην σκέψη, δηλαδή ενεργοποιώντας μια διαδικασία στοχασμού και αναστοχασμού για το παρόν.

– Που κατά τη γνώμη σας οφείλεται το σε – ανησυχητικό βαθμό – μειωμένο ενδιαφέρον των νέων παιδιών για τις Ανθρωπιστικές Σπουδές γενικότερα; Ποιος ο καλύτερος τρόπος να αντιμετωπιστεί αυτή η πραγματικότητα;

Ο τρόπος εισαγωγής των μαθητών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και γενικότερα η άρρηκτη σύνδεση των σπουδών εν γένει, με την εργασιακή πραγματικότητα, η οποία προβάλλεται ως το μοναδικό κριτήριο επιλογής σπουδών, εξηγεί θεωρώ σε μεγάλο βαθμό το μειωμένο ενδιαφέρον των νέων για τις ανθρωπιστικές σπουδες. Εκείνο όμως που θα έπρεπε να μας προβληματίζει είναι, ότι αν η τριτοβάθμια εκπαίδευση  αντιμετωπιστεί μόνο ως ένα είδος αναγκαστικής προετοιμασίας για την μελλοντική επαγγελματική αποκατάσταση, τότε αντιμετωπίζουμε την συγκρότηση ενός ανθρώπου με τρόπο περιοριστικό και στείρο. Για αυτό ακριβώς βλέπουμε και την συρρίκνωση μέσα στον αναλυτικό πρόγραμμα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, των μαθημάτων που αφορούν την τέχνη αλλά και την φιλοσοφία. Έτσι λοιπόν κατά την γνώμη μου, αναστέλλουμε σαφώς την πορεία δημιουργικής ανάπτυξης του νέου, εφόσον  τον απομακρύνουμε από την δυνατότητα της ουσιαστικής επιλογής. Αυτό  σημαίνει συγκροτώ μια στάση ζωής που με οδηγεί στην ευχαρίστηση… ή μάλλον σε ένα είδος επιβαλλόμενης υλικής ικανοποίησης και μόνο…;

 Αν το ζητούμενο μου δεν είναι η κατάκτηση της ευτυχίας μου και εξαντλώ όλη μου την δημιουργική ορμή σαν ένας άλλος Σίσυφος στην δίνη της επαγγελματικής επιτυχίας; Μήπως έχω χάσει το νόημα; Αυτό το ερώτημα προσπαθεί να απαντήσει η φιλοσοφία… δηλαδή πως θα γίνω ευτυχισμένος μέσα από την καλυτέρευση των όρων ζωής μου  που σημαίνει και το επάγγελμά μου που είναι αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητας μου, δηλ. της ζωής μου. Ποια είναι τα κριτήρια που θα υιοθετήσω; Γιατί χωρίς αυτά με κανένα πτυχίο ή εξειδίκευση δεν θα είμαι ευτυχισμένος. Σχετικά με το πως θα αντιμετωπιστεί η απάντηση είναι δύσκολη διότι η συρρίκνωση του ενδιαφέροντος για τις ανθρωπιστικές σπουδές δεν αναφέρεται στους φοιτητές αλλά σε μια ολόκληρη κοινωνία που διψασμένα αναζητά την επικράτηση της υλικότητας και μόνο σαν να ήταν αυτή η πανάκεια. Οπότε το ερώτημα είναι βαθύτερα κοινωνιολογικό.

Σχετικά με το πως θα αντιμετωπιστεί η απάντηση είναι δύσκολη διότι η συρρίκνωση του ενδιαφέροντος για τις ανθρωπιστικές σπουδές δεν αναφέρεται στους φοιτητές αλλά σε μια ολόκληρη κοινωνία που διψασμένα αναζητά την επικράτηση της υλικότητας και μόνο σαν να ήταν αυτή η πανάκεια. Οπότε το ερώτημα είναι βαθύτερα κοινωνιολογικό.

– Πώς πιστεύετε ότι θα διαμορφωθεί αυτή η κατάσταση γύρω από το συγκεκριμένο ζήτημα στα επόμενα χρόνια και σε τι ελπίζετε;

Σίγουρα βρισκόμαστε σε μια εποχή που η άνοδος της Τεχνητής Νοημοσύνης απειλεί να αντικαταστήσει πολλούς παραδοσιακούς ρόλους που βασίζονται στη γνώση. Επομένως αν περιορίσουμε την αναζήτηση της γνώσης και ταυτίσουμε τους στόχους της μαθησιακής διαδικασίας με την επαγγελματική αποκατάσταση και μόνο, τότε η έννοια της επιτυχίας τίθεται αποκλειστικά με τους όρους της αγοράς. Σε αυτή όμως την περίπτωση γρήγορα θα καταναλωθεί και θα αντικατασταθεί με μια επόμενη ανάγκη. Στο επίπεδο  μιας συνεκτικής σχέσης με την κοινωνία θα έπρεπε ίσως να αναζητούμε ένα επάγγελμα που εντείνει αυτή την σχέση χωρίς να τρέχει απελπισμένα πίσω από αυτή.

Αν τώρα αποδεσμεύσουμε την γνώση, την μαθησιακή διαδικασία, από την εργασιακή πραγματικότητα που εξηγεί θα έλεγα και την μείωση του ενδιαφέροντος των νέων για της ανθρωπιστικές σπουδές, θεωρώ ότι πλησιάζουμε στο κομβικό εκείνο σημείο μιας αντίδρασης απέναντι στην επικράτηση ενός άκρατου υλισμού. Σχεδόν νομοτελειακά θεωρώ ότι θα τεθούν εκ νέου οι όροι του κοινωνικού παιχνιδιού στην βάση πιο ανθρωπιστικών συντεταγμένων. Αν αυτή η προοπτική μιας πνευματικής αναγέννησης ναυαγήσει, νομίζω ότι υπάρχει ο κίνδυνος μιας ακόμα μεγαλύτερης συρρίκνωσης του ανθρώπινου στοιχείου, δηλαδή κατάλυσης κάθε έννοιας συλλογικότητας. Ωστόσο δεν σκέφτομαι αρνητικά γιατί βλέπω στο χώρο της φιλοσοφίας μια τέτοια θεώρηση των πραγμάτων με επιδραστική δύναμη στους νέους. Πολύ συχνά σε ομάδες καλλιτεχνικών δράσεων από νέους καλλιτέχνες τίθενται τέτοια ερωτήματα, το ίδιο συμβαίνει και στο χώρο της λογοτεχνίας, της φιλοσοφίας, της επιστήμης, επομένως ναι,  πιστεύω σε μια ανατροπή. 

Θα έλεγα ότι το διακύβευμα για το μέλλον σχετίζεται με το ποιες δυνάμεις θα καταφέρουν τελικά να ελέγχουν προς όφελός τους την τεχνητή νοημοσύνη και κατά πόσο η υψηλή τεχνολογία μπορεί  να τεθεί πράγματι στην υπηρεσία της κοινωνίας βελτιώνοντας τη ζωή των ανθρώπων.

– Ποια η σχέση και η στάση σας απέναντι  στην Τεχνητή Νοημοσύνη;

Θα παρομοίαζα την τεχνητή νοημοσύνη με μια καλά ακονισμένη λεπίδα, μπορεί να φανεί ένα χρήσιμο εργαλείο, αλλά συγχρόνως μπορεί να οδηγήσει σε ακατάσχετη αιμορραγία η λανθασμένη χρήση της. Σαφώς και η επίδραση της είναι μετασχηματιστική και ειδικά στο χώρο της εκπαίδευσης μπορεί να αποβεί ιδιαίτερα χρήσιμη. Εναντιώνομαι μόνο όταν γίνεται η αιτία παρακμής της ανθρώπινης κοινωνίας και των ανθρώπινων σχέσεων. Μιλώντας για παρακμή αναφέρομαι στην συρρίκνωση της ανθρώπινης επαφής ακόμα και στην αντικατάσταση της ή και ακύρωσης της. Με φοβίζει ο πολλαπλασιασμός άνευρων σχέσεων που αγνοούν τον έρωτα και την επαφή. Θα προτιμούσα τα όρια να καταλύονται στην ένταση μιας ερωτικής σχέσης ή οποιασδήποτε άλλης ανθρώπινης σχέσης και όχι να αμβλύνονται από την απάθεια που επιβάλλει η «παντοδυναμία» ενός μηχανήματος. Στο χώρο της φιλοσοφίας η επίδραση της τεχνητής νοημοσύνης ανοίγει ίσως μια συζήτηση για την ανθρώπινη ύπαρξη, τη σκέψη και την ηθική καθώς η τεχνητή νοημοσύνη είναι ταυτόχρονα αντικείμενο μελέτης και προϊόν της ανθρώπινης διάνοιας. Επομένως θα έλεγα ότι το διακύβευμα για το μέλλον σχετίζεται με το ποιες δυνάμεις θα καταφέρουν τελικά να ελέγχουν προς όφελός τους την τεχνητή νοημοσύνη και κατά πόσο η υψηλή τεχνολογία μπορεί  να τεθεί πράγματι στην υπηρεσία της κοινωνίας βελτιώνοντας τη ζωή των ανθρώπων.

– Κυρία Ντόκα, γεννηθήκατε στην Αθήνα αλλά ζείτε στην Πάτρα. Ποια η πραγματικότητα της – μεγάλης – επαρχιακής πόλης για μια Καθηγήτρια και Συγγραφέα, τι πιστεύετε ότι χάνετε αλλά και κερδίζετε που δεν ζείτε στην Αθήνα;

Βρίσκομαι πολύ συχνά στην Αθήνα, οπότε δεν νιώθω απομονωμένη. Με στενοχωρεί συχνά το γεγονός ότι δεν μπορώ να παρακολουθήσω θεατρικές παραστάσεις και εκθέσεις ζωγραφικής, στο βαθμό που θα ήθελα. Γενικά δράσεις που αφορούν τον πολιτισμό.

– Μέσα σε δέκα χρόνια εκδώσατε τέσσερα βιβλία. Πως θα θέλατε να δείτε στον εαυτό σας στα επόμενα δέκα που θα ακολουθήσουν;

Η αλήθεια είναι ότι με δυσκολεύουν οι σκέψεις που αφορούν το μέλλον, προσπαθώ να νιώθω ενεργή στο παρόν, ίσως με φοβίζει ή μου δημιουργεί αμηχανία η συνεχιζόμενη διαδοχή του χρόνου. Ωστόσο θα σας απαντούσα ότι θα ήθελα να γράφω όχι αναγκαστικά να εκδίδω, αλλά να έχω διάθεση να γράφω. Είναι η πιο απελευθερωτική και γοητευτική διαδικασία για μένα.

Λίγα λόγια για την Αντιγόνη Ντόκα

Η Αντιγόνη Ντόκα γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Παιδαγωγικά και Φιλοσοφία. Εκπόνησε τη διδακτορική της διατριβή στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών. Διδάσκει στο τμήμα Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Πατρών με γνωστικό αντικείμενο Φιλοσοφία της Παιδείας – Διδακτική της Φιλοσοφίας.

Από τις εκδόσεις Τόπος κυκλοφορούν τα βιβλία της:  Συναντήσεις 30′ (Τόπος 2016), Δύο/Υγρασία (Τόπος 2019) και Μια μέρα (2022). Στην σειρά Σύγχρονη Πεζογραφία για τις εκδόσεις τόπος, βρίσκεται το υπό έκδοση βιβλίο της Παρατηρητής.

Έχει επιμεληθεί για τις εκδόσεις Τόπος τα βιβλία:  Για τη διδακτική της φιλοσοφίας: 24 Προσεγγίσεις (2021) και  Θεωρίες μάθησης: Εφαρμογή στη διδασκαλία: 130+ θεωρίες και μοντέλα από σημαντικούς στοχαστές (2024).