Σαν σήμερα, στις 25 Αυγούστου 1930, γεννήθηκε στο Εδιμβούργο ο Τόμας Σον Κόνερι, ο άνθρωπος που έμελλε όχι απλώς να υποδυθεί τον Τζέιμς Μποντ, αλλά να ταυτιστεί μαζί του όσο κανένας άλλος ηθοποιός.
Έφυγε από τη ζωή στις 31 Οκτωβρίου 2020, σε ηλικία 90 ετών, αφήνοντας πίσω του μια κινηματογραφική διαδρομή έξι δεκαετιών και μια εικόνα που παραμένει σχεδόν άφθαρτη: εκείνο το βλέμμα, τη σκωτσέζικη προφορά, το σαρκαστικό χαμόγελο και μια φυσική κομψότητα που δεν έμοιαζε ποτέ κατασκευασμένη.
Από γαλατάς και ναύτης, στα μεγάλα στούντιο
Ο Κόνερι δεν γεννήθηκε μέσα στα πλούτη. Μεγάλωσε σε εργατική οικογένεια στο Εδιμβούργο και εγκατέλειψε νωρίς το σχολείο. Υπηρέτησε στο Βασιλικό Ναυτικό και πέρασε από διάφορα επαγγέλματα, ενώ ασχολήθηκε σοβαρά και με το bodybuilding.
Στις αρχές της δεκαετίας του ’50 βρέθηκε μπροστά σε ένα σταυροδρόμι: ποδόσφαιρο ή υποκριτική. Επέλεξε το δεύτερο και η ιστορία τον δικαίωσε. Η επίσημη ιστοσελίδα του James Bond αναφέρει ότι το 1961 οι παραγωγοί Albert R. Broccoli και Harry Saltzman τον παρατήρησαν να περπατά και εντυπωσιάστηκαν από τον τρόπο που κινούνταν «σαν αγριόγατα».
«Bond. James Bond» – Η φράση που άλλαξε τη ζωή του
Το 1962 ήρθε το Dr. No. Και μαζί του γεννήθηκε ένας κινηματογραφικός μύθος.
Ο Σον Κόνερι έγινε ο πρώτος Τζέιμς Μποντ της μεγάλης οθόνης και ακολούθησαν τα From Russia with Love (1963), Goldfinger (1964), Thunderball (1965), You Only Live Twice (1967) και Diamonds Are Forever (1971).
Χρόνια αργότερα, το 1983, επέστρεψε για μία τελευταία φορά στον ρόλο στο Never Say Never Again, εκτός της επίσημης σειράς παραγωγών της Eon.
Ο Κόνερι έδωσε στον Μποντ κάτι περισσότερο από κοστούμια, Aston Martin, όπλα και ωραίες γυναίκες. Του έδωσε ειρωνεία, αρρενωπότητα, κίνδυνο και συγχρόνως μια αριστοκρατική άνεση. Ακόμη και σήμερα, όταν γίνεται η αιώνια συζήτηση για το ποιος υπήρξε ο καλύτερος 007, το όνομα του Σον Κόνερι βρίσκεται αναπόφευκτα στην κορυφή.
Πολύ περισσότερα από τον 007
Το μεγάλο κατόρθωμα του Κόνερι ήταν ότι κατάφερε τελικά να ξεφύγει από τον Μποντ.
Στο The Name of the Rose υπήρξε ένας συναρπαστικός Γουλιέλμος της Μπάσκερβιλ. Στο Indiana Jones and the Last Crusade ήταν ο πατέρας του Indiana Jones δίπλα στον Harrison Ford. Στο The Hunt for Red October έγινε ο σοβιετικός κυβερνήτης Marko Ramius, ενώ σημαντικές παρουσίες είχε επίσης στα The Man Who Would Be King, A Bridge Too Far, Highlander, The Russia House, The Rock και Finding Forrester.
Για τον ρόλο του αστυνομικού Jim Malone στην ταινία του Brian De Palma The Untouchables κέρδισε το 1988 το Όσκαρ Β΄ Ανδρικού Ρόλου.
Το 2000 χρίστηκε ιππότης από τη βασίλισσα Ελισάβετ Β΄ και έγινε πλέον επίσημα Sir Sean Connery.
Οι δύο γάμοι και ο γιος του
Σε αντίθεση με την κινηματογραφική εικόνα του αμετανόητου Μποντ, η προσωπική ζωή του Κόνερι είχε δύο μεγάλους γάμους.
Το 1962 παντρεύτηκε την Αυστραλή ηθοποιό Diane Cilento. Απέκτησαν έναν γιο, τον Jason Connery, που ακολούθησε και αυτός τον δρόμο της υποκριτικής και της σκηνοθεσίας. Ο γάμος τους τελείωσε το 1973.
Το 1975 ο Κόνερι παντρεύτηκε τη Γαλλομαροκινή ζωγράφο Micheline Roquebrune. Έμειναν μαζί μέχρι τον θάνατό του, σχεδόν 45 χρόνια.
Και ήταν ακριβώς η Micheline που αποτέλεσε τον συνδετικό κρίκο για μια από τις ωραιότερες και λιγότερο γνωστές ιστορίες της καλλιτεχνικής ζωής του Κόνερι.
Όταν ο Σον Κόνερι συνάντησε τον Καβάφη και τον Βαγγέλη
Το 2004 συνέβη στην Αθήνα κάτι πραγματικά μοναδικό.
Ο Σον Κόνερι απήγγειλε στα αγγλικά την «Ιθάκη» του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη και ο Βαγγέλης Παπαθανασίου έγραψε και ερμήνευσε τη μουσική που συνόδευσε τη χαρακτηριστική φωνή του μεγάλου Σκωτσέζου.
Οι δύο άνδρες ήταν φίλοι από χρόνια και μοιράζονταν βαθύ σεβασμό ο ένας για τον άλλον. Μάλιστα, ήδη από το 2001 είχαν συζητήσει την ιδέα μιας κινηματογραφικής παραγωγής για τον Σωκράτη, η οποία τελικά δεν πραγματοποιήθηκε. Η «Ιθάκη», όμως, πραγματοποιήθηκε.
Ο Κόνερι είχε εντυπωσιαστεί από το ποίημα. Το χαρακτήριζε μια υπέροχη ιστορία και μιλούσε με θαυμασμό για τη σοφία και την απλότητα του Καβάφη.
Η ηχογράφηση κυκλοφόρησε σε ένα συλλεκτικό CD που συνόδευε το βιβλίο ζωγραφικής της Micheline Roquebrune Connery, «A Journey in Colour». Η έκδοση παρουσιάστηκε τον Ιούνιο του 2004 στην Αθήνα και τα έσοδα διατέθηκαν για τους σκοπούς του φιλανθρωπικού σωματείου «Οι Φίλοι του Παιδιού».
Και εδώ υπάρχει και μια πολύ προσωπική μου ιστορία
Τον Βαγγέλη Παπαθανασίου τον γνώριζα και τον είχα προσωπικό και οικογενειακό φίλο για πολλά χρόνια.
Γι’ αυτό και γνωρίζω από πρώτο χέρι κάτι από την ατμόσφαιρα εκείνων των ημερών.
Οι πρόβες του Σον Κόνερι με τον Βαγγέλη γίνονταν στο σπίτι του Βαγγέλη, πίσω από το Προεδρικό Μέγαρο. Και δεν γίνονταν σε κανένα επιβλητικό σαλόνι που θα περίμενε κανείς για δύο ανθρώπους τέτοιου παγκόσμιου μεγέθους.
Κάθονταν ακόμη και στο μικρό κουζινάκι, γύρω από ένα στενόμακρο τραπέζι, δουλεύοντας την απαγγελία και τη μουσική.
Ο Βαγγέλης έγραφε τις μουσικές του στον πρώτο όροφο του σπιτιού. Και το εκπληκτικό είναι ότι σχεδόν κανείς στην Αθήνα δεν είχε αντιληφθεί πως εκεί, λίγα μέτρα πίσω από το Προεδρικό Μέγαρο, βρίσκονταν μαζί δύο από τις διασημότερες προσωπικότητες της παγκόσμιας τέχνης δημιουργώντας αυτή την «Ιθάκη».
Αυτό έλεγε πολλά και για τους δύο.
Το τελικό αποτέλεσμα συνδύαζε τα βαθιά, κυλινδρικά σκωτσέζικα «R» του ηθοποιού με τις υποβλητικές, ambient μελωδίες των συνθεσάιζερ του Vangelis.
Παρά την τεράστια διεθνή τους ακτινοβολία, ήταν άνθρωποι εξαιρετικά απλοί, χαμηλών τόνων και ευγενείς, μακριά από την ανάγκη της δημοσιότητας και της επίδειξης.
Κρατώ μάλιστα μέχρι σήμερα ένα από τα συλλεκτικά CD της «Ιθάκης», που μου χάρισε ο Βαγγέλης, με τις υπογραφές του ίδιου και του Σον Κόνερι.
Για μένα δεν είναι απλώς ένα σπάνιο συλλεκτικό αντικείμενο.
Το έχω σαν φυλαχτό.
Γιατί μέσα σε εκείνα τα λίγα λεπτά της «Ιθάκης» συναντήθηκαν τρεις διαφορετικοί κόσμοι: ο λόγος του Κωνσταντίνου Καβάφη, η μουσική ιδιοφυΐα του Βαγγέλη Παπαθανασίου και μία από τις πιο αναγνωρίσιμες φωνές στην ιστορία του κινηματογράφου.
Και ίσως τελικά να ταίριαζε στον Σον Κόνερι περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο ποίημα.
Ένας άνθρωπος που ξεκίνησε από μια φτωχή γειτονιά του Εδιμβούργου, ταξίδεψε σε ολόκληρο τον κόσμο, έγινε ο διασημότερος μυστικός πράκτορας του κινηματογράφου, κέρδισε Όσκαρ, έγινε «Sir» και έφτασε στη δική του Ιθάκη χωρίς ποτέ να ξεχάσει από πού ξεκίνησε.