Στις 21 Οκτωβρίου 1940, ενώ η Ευρώπη βρισκόταν ήδη στη δίνη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο αμερικανικός εκδοτικός οίκος Charles Scribner’s Sons κυκλοφορούσε ένα μυθιστόρημα που επέστρεφε σε έναν άλλο, πρόσφατο πόλεμο: τον Ισπανικό Εμφύλιο. Το «Για ποιον χτυπά η καμπάνα» («For Whom the Bell Tolls») του Έρνεστ Χέμινγουεϊ δεν ήταν απλώς μια πολεμική περιπέτεια. Ήταν μια ιστορία για την αλληλεγγύη, τη θυσία και το πόσο ακριβά πληρώνεται η υπεράσπιση μιας ιδέας.
Τέσσερις ημέρες στα βουνά της Ισπανίας
Κεντρικός ήρωας είναι ο Ρόμπερτ Τζόρνταν, Αμερικανός καθηγητής ισπανικών και ειδικός στις ανατινάξεις, που πολεμά στο πλευρό των Δημοκρατικών. Η αποστολή του είναι να ανατινάξει μια στρατηγικής σημασίας γέφυρα, συνεργαζόμενος με μια ομάδα ανταρτών στα βουνά κοντά στη Σεγκόβια. Μέσα σε λίγες ημέρες γνωρίζει τη συντροφικότητα, τον φόβο, τις αντιφάσεις της επανάστασης και τη Μαρία, μια νεαρή γυναίκα σημαδεμένη από τη βία του πολέμου. Ο έρωτάς τους γίνεται μια εύθραυστη υπόσχεση ζωής απέναντι στον θάνατο.
Ο πόλεμος που είχε γνωρίσει ως δημοσιογράφος
Ο Χέμινγουεϊ είχε ταξιδέψει στην Ισπανία το 1937 ως ανταποκριτής του North American Newspaper Alliance. Είδε από κοντά τη σύγκρουση των Δημοκρατικών με τις δυνάμεις του Φράνκο, οι οποίες είχαν τη στήριξη της ναζιστικής Γερμανίας και της φασιστικής Ιταλίας. Αυτή η εμπειρία τροφοδότησε την αφήγησή του: οι χαρακτήρες του δεν είναι αλάνθαστοι ήρωες αλλά άνθρωποι που αμφιβάλλουν, συγκρούονται και προσπαθούν να κρατήσουν την αξιοπρέπειά τους.
Γιατί χτυπά η καμπάνα;
Ο τίτλος προέρχεται από στοχασμό του Άγγλου ποιητή Τζον Νταν του 17ου αιώνα: ο θάνατος κάθε ανθρώπου αφορά ολόκληρη την ανθρωπότητα. Αυτή είναι και η καρδιά του βιβλίου. Κανένας πόλεμος δεν είναι εντελώς ξένος, καμία απώλεια δεν περιορίζεται μόνο σε εκείνον που τη βιώνει. Το μυθιστόρημα γνώρισε μεγάλη εμπορική επιτυχία και καθιερώθηκε ανάμεσα στα σημαντικότερα έργα της πολεμικής λογοτεχνίας.
Από τα δημοσιογραφικά γραφεία στη μεγάλη λογοτεχνία
Ο Έρνεστ Μίλερ Χέμινγουεϊ γεννήθηκε στις 21 Ιουλίου 1899 στο Όουκ Παρκ του Ιλινόι. Ξεκίνησε ως δημοσιογράφος στην Kansas City Star και στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο υπηρέτησε ως εθελοντής οδηγός ασθενοφόρου στην Ιταλία, όπου τραυματίστηκε σοβαρά. Έζησε στο Παρίσι της δεκαετίας του 1920, γνώρισε τον κύκλο της λεγόμενης «χαμένης γενιάς» και ανέπτυξε ένα ύφος λιτό, με σύντομες φράσεις, υποδόριο συναίσθημα και διαλόγους που συχνά λένε λιγότερα από όσα υπονοούν.
Τα βιβλία που τον έκαναν αθάνατο
Στα πιο γνωστά έργα του ανήκουν «Ο ήλιος ανατέλλει ξανά» (1926), «Αποχαιρετισμός στα όπλα» (1929), «Για ποιον χτυπά η καμπάνα» (1940) και «Ο γέρος και η θάλασσα» (1952). Το τελευταίο τιμήθηκε με το Πούλιτζερ μυθοπλασίας το 1953, ενώ το 1954 ο συγγραφέας έλαβε το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Έζησε και ταξίδεψε πολύ, από την Ευρώπη και την Αφρική έως την Κούβα, και μετέφερε στη λογοτεχνία το ψάρεμα, το κυνήγι, τις ταυρομαχίες και, πάνω απ’ όλα, την ανθρώπινη δοκιμασία.
Η δύσκολη τελευταία περίοδος
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του επιβαρύνθηκαν από σοβαρά προβλήματα σωματικής και ψυχικής υγείας. Στις 2 Ιουλίου 1961 πέθανε στο Κέτσαμ του Άινταχο, σε ηλικία 61 ετών, αυτοκτονώντας. Η τραγική κατάληξη δεν σκίασε τη λογοτεχνική κληρονομιά του: το έργο του εξακολουθεί να διαβάζεται ως μια επίμονη αναζήτηση θάρρους μέσα στην ήττα.
Από το βιβλίο στον κινηματογράφο
Το 1943 το μυθιστόρημα μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο με τον Γκάρι Κούπερ και την Ίνγκριντ Μπέργκμαν στους πρωταγωνιστικούς ρόλους. Η ιστορία του Ρόμπερτ και της Μαρίας απέκτησε έτσι και μια δεύτερη ζωή στη μεγάλη οθόνη. Όμως η δύναμη του βιβλίου βρίσκεται πρωτίστως στο ερώτημα που αφήνει πίσω του: όταν χτυπά η καμπάνα για έναν άνθρωπο, πόσοι άλλοι οφείλουν να την ακούσουν;
Πηγές: NobelPrize.org – βιογραφία Έρνεστ Χέμινγουεϊ· Simon & Schuster – For Whom the Bell Tolls· WorldCat – βιβλιογραφική εγγραφή πρώτης έκδοσης· SparkNotes – στοιχεία έκδοσης.