Ο Alexander Butterfield, πρώην στενός συνεργάτης του προέδρου Ρίτσαρντ Νίξον, ο οποίος αποκάλυψε την ύπαρξη ενός μυστικού συστήματος ηχογράφησης στον Λευκό Οίκο — γεγονός που επηρέασε καθοριστικά το σκάνδαλο Watergate και τελικά οδήγησε στην παραίτηση του Νίξον — πέθανε σε ηλικία 99 ετών.
Τον θάνατό του επιβεβαίωσαν στο Associated Press η σύζυγός του Κιμ, καθώς και ο John Dean, ο οποίος είχε υπηρετήσει ως νομικός σύμβουλος του Λευκού Οίκου κατά τη διάρκεια του σκανδάλου Watergate.
Ο Butterfield, ο οποίος εργαζόταν ως αναπληρωτής βοηθός του Νίξον, ήταν υπεύθυνος για την εγκατάσταση του συστήματος ηχογράφησης στον Λευκό Οίκο το 1971 σε συνεργασία με τη Μυστική Υπηρεσία, αρκετό καιρό πριν από τη διαβόητη διάρρηξη στα γραφεία της Democratic National Committee στην Ουάσιγκτον. Ο Νίξον ήθελε να εγκατασταθούν οι συσκευές ώστε να μπορεί να διορθώνει το επίσημο αρχείο συζητήσεων, αν χρειαζόταν, και να διαψεύδει πιθανές διαρροές πληροφοριών, αντί να βασίζεται μόνο στις σημειώσεις ενός γραμματέα. Μικρόφωνα τοποθετήθηκαν στο Οβάλ Γραφείο και σε άλλα σημεία όπου ο πρόεδρος πραγματοποιούσε συναντήσεις και εργαζόταν.
Για κάποιο διάστημα, καθώς το σκάνδαλο Watergate εξελισσόταν, ο Butterfield ήταν από τους λίγους στην Ουάσιγκτον που γνώριζαν την ύπαρξη του συστήματος ηχογράφησης. Η υπόθεση έφτασε στην προσοχή της Επιτροπής Watergate της Γερουσίας όταν ο Dean περιέγραψε μια συνάντηση που είχε με τον Νίξον στο Οβάλ Γραφείο, γεγονός που οδήγησε τους γερουσιαστές να υποψιαστούν ότι ο πρόεδρος κατέγραφε τις συνομιλίες. Αυτό άνοιξε ένα νέο πεδίο έρευνας για τους μάρτυρες. Οι υποψίες επιβεβαιώθηκαν τον Ιούλιο του 1973, περισσότερο από έναν χρόνο μετά τη διάρρηξη, όταν ο Butterfield ερωτήθηκε ευθέως και αποκάλυψε την ύπαρξη του συστήματος.
Η αποκάλυψη προκάλεσε αμέσως σύγκρουση για τις ηχογραφήσεις, καθώς τόσο η επιτροπή της Γερουσίας όσο και ο ειδικός εισαγγελέας Archibald Cox ζήτησαν, μέσω κλήτευσης, τα αρχεία του Λευκού Οίκου.
Ο Cox επέμεινε στην κλήτευση όταν ο Νίξον αρνήθηκε αρχικά να παραδώσει τις κασέτες. Αυτό οδήγησε τον πρόεδρο να αναζητήσει στο υπουργείο Δικαιοσύνης κάποιον που θα τον απέλυε. Το γεγονός έμεινε γνωστό ως «Saturday Night Massacre», επειδή ο γενικός εισαγγελέας Elliot Richardson και ο αναπληρωτής γενικός εισαγγελέας William Ruckelshaus παραιτήθηκαν σε ένδειξη διαμαρτυρίας αντί να εκτελέσουν την εντολή του Νίξον.
Τελικά οι κασέτες παραδόθηκαν, συμπεριλαμβανομένης της λεγόμενης «smoking gun» ηχογράφησης, η οποία απέδειξε ότι ο Νίξον είχε εμπλακεί στην προσπάθεια συγκάλυψης της διάρρηξης. Η αποκάλυψη αυτή οδήγησε τελικά στην παραίτηση του προέδρου το 1974. Τα επίμαχα αρχεία δόθηκαν στη δημοσιότητα από τα National Archives το 2000.
Ο Butterfield δεν κατηγορήθηκε ποτέ ποινικά στο σκάνδαλο.
Στρατιωτική καριέρα και πορεία στον Λευκό Οίκο
Ο Butterfield εντάχθηκε στην Πολεμική Αεροπορία των ΗΠΑ το 1948 και αργότερα έφτασε στον βαθμό του συνταγματάρχη. Υπηρέτησε στο Βιετνάμ και τιμήθηκε με το μετάλλιο Distinguished Flying Cross.
Η πορεία του προς τον Λευκό Οίκο διευκολύνθηκε από τον αρχηγό του επιτελείου του Νίξον, H. R. Haldeman, τον οποίο είχε γνωρίσει όταν ήταν φοιτητής στο University of California Los Angeles.
Αρχικά εργάστηκε ως αναπληρωτής βοηθός του προέδρου, μια θέση που στην αρχή δεν του άρεσε και σκέφτηκε να παραιτηθεί. Η κατάσταση όμως άλλαξε στα τέλη του 1969 όταν το γραφείο του μεταφέρθηκε δίπλα σε εκείνο του Νίξον, επιτρέποντάς του να βρίσκεται πιο κοντά στον πρόεδρο. Με τον καιρό εξελίχθηκε σε έναν από τους πιο στενούς συνεργάτες του.
Το 1972 ο Νίξον τον πρότεινε για διοικητή της Federal Aviation Administration, θέση στην οποία επικυρώθηκε από τη Γερουσία το επόμενο έτος. Μόλις τέσσερις μήνες μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, κλήθηκε να καταθέσει ενώπιον της Γερουσίας για το σύστημα ηχογράφησης του Λευκού Οίκου.
Παρότι δεν εμπλέκονταν άμεσα στο σκάνδαλο Watergate, μέχρι το τέλος των ακροάσεων και την παραίτηση του Νίξον το 1974, η φήμη του είχε πληγεί. Δυσκολεύτηκε να συνεχίσει να εργάζεται στην κυβέρνηση του Gerald Ford, καθώς ένιωθε ότι οι συνάδελφοί του απέφευγαν τη σύνδεση μαζί του.
Το 1975 παραιτήθηκε από τη FAA αφού ο Ford του ζήτησε να αποχωρήσει από τη θέση του. Την ίδια χρονιά κατηγορήθηκε ότι ήταν «ο άνθρωπος της CIA στον Λευκό Οίκο», κάτι που ο ίδιος χαρακτήρισε «απολύτως ψευδές» σε συνέντευξη στην εκπομπή «60 Minutes» του CBS.
Αργότερα εργάστηκε στον ιδιωτικό τομέα ως διευθυντής λειτουργιών σε εταιρεία αερομεταφορών και εγκαταστάθηκε στη La Jolla της Καλιφόρνιας.
Ο Butterfield αποτέλεσε επίσης το θέμα βιβλίου του δημοσιογράφου Bob Woodward με τίτλο «The Last of the President’s Men» (2016), το οποίο βασίστηκε σε 46 ώρες συνεντεύξεων με τον ίδιο και σε χιλιάδες έγγραφα που είχε παραχωρήσει.
Με πληροφορίες από CNN