Το καλοκαίρι του 2024, η ασφάλεια της διεθνούς ναυσιπλοΐας στην Ερυθρά Θάλασσα είχε φτάσει σε κρίσιμο σημείο. Οι αντάρτες Χούθι στην Υεμένη πραγματοποιούσαν συνεχείς επιθέσεις σε εμπορικά πλοία, γεγονός που ανάγκασε μεγάλο μέρος της παγκόσμιας ναυτιλίας να αποφεύγει έναν από τους σημαντικότερους θαλάσσιους διαδρόμους του πλανήτη και να κατευθύνεται γύρω από την Αφρική, αυξάνοντας σημαντικά τις αποστάσεις των θαλάσσιων διαδρομών.
Μέχρι τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς, οι Χούθι είχαν βυθίσει δύο πλοία και είχαν προκαλέσει τον θάνατο αρκετών μελών πληρωμάτων, ενώ οι αεροπορικές επιδρομές των Ηνωμένων Πολιτειών και της Βρετανίας δεν είχαν καταφέρει να ανακόψουν τη δράση τους.
Την περίοδο εκείνη, ο τότε αντιναύαρχος Μπραντ Κούπερ, υπαρχηγός της Κεντρικής Διοίκησης των ΗΠΑ (CENTCOM), αποφάσισε να μεταβεί ο ίδιος στην περιοχή για να διαπιστώσει από κοντά την κατάσταση. Ο Κούπερ είχε ήδη αναλάβει να καταρτίσει σχέδιο αντιμετώπισης των Χούθι και γνώριζε πολύ καλά τη Μέση Ανατολή, καθώς είχε υπηρετήσει ως διοικητής του 5ου Στόλου του αμερικανικού Ναυτικού στο Μπαχρέιν. Η απόφασή του να βρεθεί στην πρώτη γραμμή σήμαινε ότι θα επιχειρούσε υπό τις εντολές αξιωματικών με χαμηλότερο βαθμό.
Αναλυτές σημείωναν τότε ότι δεν περιορίστηκε στις αναφορές των κυβερνητών των πλοίων, αλλά βγήκε στη θάλασσα μαζί τους, θέτοντας τον εαυτό του σε κίνδυνο. Όπως επισημαίνουν, αυτή η επιλογή αποκαλύπτει πόσο καλά αντιλαμβάνεται τη σύνδεση ανάμεσα στις εξελίξεις στο πεδίο των επιχειρήσεων και στον στρατηγικό σχεδιασμό.
Δύο χρόνια αργότερα, ο Κούπερ –πλέον ναύαρχος– ηγείται της CENTCOM, της στρατιωτικής διοίκησης που συντονίζει την εκστρατεία των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ στον πόλεμο με το Ιράν. Την παραμονή της απόφασης του Ντόναλντ Τραμπ να ξεκινήσει τη στρατιωτική επιχείρηση στις 28 Φεβρουαρίου, ο Κούπερ παρουσίασε στον πρόεδρο στον Λευκό Οίκο τα διαθέσιμα στρατιωτικά σενάρια.
Καθώς όμως η σύγκρουση επεκτείνεται στην ευρύτερη περιοχή και το Ιράν πλήττει αμερικανικούς στόχους, χώρες του Κόλπου και εμπορικά πλοία, η τελική έκβαση του πολέμου παραμένει αβέβαιη, ενώ το διακύβευμα γίνεται ολοένα και πιο σοβαρό.
Όπως είχε συμβεί και με τους στρατηγούς Νόρμαν Σβάρτσκοπφ και Ντέιβιντ Πετρέους σε προηγούμενες αμερικανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Μέση Ανατολή, έτσι και ο Κούπερ βρίσκεται αντιμέτωπος με έντονες πιέσεις να επιτύχει μια καθοριστική στρατιωτική νίκη. Ταυτόχρονα καλείται να εφαρμόσει ένα σχέδιο πολέμου κατά του Ιράν που υπάρχει εδώ και χρόνια στο Πεντάγωνο, αλλά το οποίο παλαιότεροι πρόεδροι είχαν αποφύγει να υλοποιήσουν λόγω των πιθανών συνεπειών.
Οι οικονομικές αγορές έχουν ήδη αναστατωθεί από το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, της σημαντικότερης θαλάσσιας οδού μεταφοράς ενέργειας στον κόσμο. Παράλληλα, 13 Αμερικανοί στρατιώτες έχουν σκοτωθεί και άλλοι 140 έχουν τραυματιστεί, ενώ στο Κογκρέσο των ΗΠΑ αυξάνονται οι πιέσεις για εξηγήσεις σχετικά με αμερικανικό πλήγμα σε σχολείο θηλέων στο Ιράν, το οποίο φέρεται να προκάλεσε τον θάνατο 168 παιδιών.
Σε αυτό το ιδιαίτερα δύσκολο περιβάλλον, ο Κούπερ καλείται να διατηρήσει τη στρατιωτική εκστρατεία σε πορεία μέχρι να ληφθεί πολιτική απόφαση για τον τερματισμό της.
Άτομα που έχουν συνεργαστεί στενά μαζί του τον περιγράφουν ως ιδιαίτερα κατάλληλο για τη συγκεκριμένη συγκυρία, όχι μόνο λόγω της επιχειρησιακής του εμπειρίας αλλά και χάρη στις πολιτικές του δεξιότητες, τις οποίες ανέπτυξε τόσο στη Μέση Ανατολή όσο και στους διαδρόμους εξουσίας της Ουάσινγκτον.
Σε μια στρατιωτική καριέρα που ξεπερνά τις τρεις δεκαετίες στο αμερικανικό ναυτικό, ο Κούπερ έχει ξεχωρίσει για την ικανότητά του να συνεργάζεται με το Κογκρέσο αλλά και με συμμάχους στη Μέση Ανατολή, ιδιαίτερα με τις ένοπλες δυνάμεις του Ισραήλ.
Σε μια σπάνια κίνηση για ανώτατο στρατιωτικό, ο Κούπερ συμμετείχε τον προηγούμενο μήνα μαζί με τον Τζάρεντ Κούσνερ και τον ειδικό απεσταλμένο των ΗΠΑ Στιβ Γουίτκοφ, σε έμμεσες διπλωματικές συνομιλίες με το Ιράν στο Ομάν.
Γιος αξιωματικού του αμερικανικού στρατού, ο Κούπερ αποφοίτησε από τη Ναυτική Ακαδημία των ΗΠΑ το 1989. Στη συνέχεια σπούδασε διεθνείς σχέσεις στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ και στο Πανεπιστήμιο Ταφτς, ενώ απέκτησε μεταπτυχιακό στη στρατηγική ανάλυση πληροφοριών από το National Intelligence University.
Κατά τη διάρκεια της καριέρας του υπηρέτησε σε διοικήσεις στην Ιαπωνία, τη Νότια Κορέα και το Μπαχρέιν. Παράλληλα, στην Ουάσινγκτον εργάστηκε στον Λευκό Οίκο, στο γραφείο του υπουργού Άμυνας και στο γραφείο νομοθετικών υποθέσεων του Ναυτικού, αποκτώντας σημαντική εμπειρία στη διαχείριση των πολιτικών ισορροπιών της αμερικανικής πρωτεύουσας.
Την ίδια περίοδο, ανέπτυξε στενούς δεσμούς συνεργασίας με το Ισραήλ ήδη από τη θητεία του στον 5ο Στόλο. Σύμφωνα με πρώην ανώτερο Ισραηλινό αξιωματούχο, τότε ενισχύθηκε σημαντικά η συνεργασία των δύο ναυτικών, με ανταλλαγή αξιωματικών-συνδέσμων και δημιουργία ενός περιφερειακού δικτύου θαλάσσιας επιτήρησης με στόχο την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.