Στις 14 Οκτωβρίου 1944, σε μια Γερμανία που έβλεπε πλέον την ήττα να πλησιάζει, δύο στρατηγοί του Χίτλερ επισκέφθηκαν την κατοικία του Έρβιν Ρόμελ στο Χέρλινγκεν, κοντά στο Ουλμ. Δεν πήγαν για να του απονείμουν κάποιο παράσημο ούτε για να ζητήσουν τις στρατιωτικές του συμβουλές.
Του μετέφεραν ένα τελεσίγραφο: μπορούσε να αντιμετωπίσει το διαβόητο Λαϊκό Δικαστήριο του ναζιστικού καθεστώτος, με πιθανές συνέπειες και για την οικογένειά του, ή να δώσει ο ίδιος τέλος στη ζωή του. Στη δεύτερη περίπτωση, η οικογένειά του θα προστατευόταν και ο θάνατός του θα παρουσιαζόταν ως συνέπεια των τραυμάτων του.
Ο Ρόμελ επέλεξε το δηλητήριο. Ήταν 52 ετών.
Έτσι τελείωσε η ζωή ενός από τους διασημότερους στρατιωτικούς διοικητές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, του ανθρώπου που είχε αποκτήσει το προσωνύμιο «Αλεπού της Ερήμου» και είχε γίνει σύμβολο της γερμανικής στρατιωτικής ισχύος.
Από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στην άνοδο του Χίτλερ
Ο Έρβιν Γιοχάνες Όιγκεν Ρόμελ γεννήθηκε στις 15 Νοεμβρίου 1891 στο Χάιντενχαϊμ της Γερμανίας.
Ακολούθησε στρατιωτική σταδιοδρομία και διακρίθηκε στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ιδιαίτερα στις επιχειρήσεις στο ιταλικό μέτωπο. Για τη δράση του τιμήθηκε με το Pour le Mérite, μία από τις σημαντικότερες πρωσικές στρατιωτικές διακρίσεις.
Μετά τον πόλεμο παρέμεινε στον στρατό, ασχολήθηκε με την εκπαίδευση αξιωματικών και το 1937 δημοσίευσε το βιβλίο Infanterie greift an («Το πεζικό επιτίθεται»), στο οποίο ανέλυε την εμπειρία του από το πεδίο της μάχης.
Η άνοδος του Αδόλφου Χίτλερ στην εξουσία άνοιξε νέες προοπτικές για τη στρατιωτική του καριέρα. Ο Ρόμελ απέκτησε την εμπιστοσύνη του δικτάτορα, ο οποίος εκτιμούσε την αποφασιστικότητα και την επιθετική του τακτική.
Κατά την εκστρατεία στη Γαλλία το 1940 διοίκησε την 7η Μεραρχία Τεθωρακισμένων, που απέκτησε το προσωνύμιο «Μεραρχία Φάντασμα» λόγω της ταχύτητας των κινήσεών της.
Η «Αλεπού της Ερήμου» και ο πόλεμος στη Βόρεια Αφρική
Το 1941 ο Χίτλερ έστειλε τον Ρόμελ στη Βόρεια Αφρική, προκειμένου να ενισχύσει τις ιταλικές δυνάμεις που αντιμετώπιζαν σοβαρά προβλήματα απέναντι στους Βρετανούς.
Εκεί ο Γερμανός στρατηγός ανέπτυξε τις τακτικές που θα τον έκαναν παγκοσμίως γνωστό.
Με γρήγορες κινήσεις τεθωρακισμένων, αιφνιδιαστικές επιθέσεις και επιδέξιους ελιγμούς, κατάφερε επανειλημμένα να αιφνιδιάσει τους αντιπάλους του.
Η σημαντικότερη επιτυχία του ήρθε τον Ιούνιο του 1942, όταν οι δυνάμεις του κατέλαβαν το Τομπρούκ στη Λιβύη. Λίγο αργότερα προήχθη σε στρατάρχη.
Η φήμη του είχε ξεπεράσει τα γερμανικά σύνορα. Ακόμη και οι Βρετανοί αναγνώριζαν τις στρατιωτικές του ικανότητες.
Ωστόσο, πίσω από τις εντυπωσιακές επιτυχίες υπήρχαν σοβαρά προβλήματα ανεφοδιασμού. Οι δυνάμεις του αντιμετώπιζαν ελλείψεις σε καύσιμα, πυρομαχικά και ανταλλακτικά.
Η καθοριστική ανατροπή ήρθε στη δεύτερη μάχη του Ελ Αλαμέιν, τον Οκτώβριο και τον Νοέμβριο του 1942, όταν ο βρετανικός στρατός υπό τον Μπέρναρντ Μοντγκόμερι υποχρέωσε τις δυνάμεις του Άξονα σε υποχώρηση.
Η ήττα σηματοδότησε την αρχή του τέλους της γερμανοϊταλικής παρουσίας στη Βόρεια Αφρική.
Η Νορμανδία και η σύγκρουση με τον Χίτλερ
Το 1944 ο Ρόμελ ανέλαβε σημαντικό ρόλο στην άμυνα των γερμανικών θέσεων στη Δυτική Ευρώπη, ενόψει της αναμενόμενης συμμαχικής απόβασης.
Επέμενε ότι οι Σύμμαχοι έπρεπε να αντιμετωπιστούν στις ακτές, πριν κατορθώσουν να δημιουργήσουν ισχυρά προγεφυρώματα.
Στις 6 Ιουνίου 1944 πραγματοποιήθηκε η απόβαση στη Νορμανδία.
Η επιχείρηση εξελίχθηκε σε τεράστια στρατιωτική επιτυχία των Συμμάχων. Ο Ρόμελ αντιλήφθηκε ότι η στρατιωτική κατάσταση της Γερμανίας γινόταν ολοένα πιο απελπιστική.
Τον Ιούλιο του 1944 υποστήριζε πλέον ότι έπρεπε να αναζητηθεί πολιτική διέξοδος από τον πόλεμο.
Στις 17 Ιουλίου τραυματίστηκε σοβαρά όταν συμμαχικά αεροσκάφη επιτέθηκαν στο αυτοκίνητό του στη Γαλλία.
Ενώ ανάρρωνε, μια συνωμοσία που θα συγκλόνιζε το Τρίτο Ράιχ βρισκόταν σε εξέλιξη.
Η απόπειρα δολοφονίας του Χίτλερ και ο αμφιλεγόμενος ρόλος του Ρόμελ
Στις 20 Ιουλίου 1944 ο συνταγματάρχης Κλάους φον Στάουφενμπεργκ τοποθέτησε βόμβα στο στρατηγείο του Χίτλερ, στο Βόλφσαντσε της Ανατολικής Πρωσίας.
Η έκρηξη σκότωσε τέσσερις ανθρώπους, αλλά ο Χίτλερ επέζησε.
Ακολούθησε κύμα συλλήψεων, ανακρίσεων και εκτελέσεων.
Στη διάρκεια των ερευνών προέκυψαν στοιχεία που συνέδεαν τον Ρόμελ με αξιωματικούς και πολιτικούς που επιδίωκαν την ανατροπή του καθεστώτος.
Εδώ, ωστόσο, χρειάζεται μια ουσιαστική ιστορική διευκρίνιση: δεν έχει αποδειχθεί ότι ο Ρόμελ γνώριζε το συγκεκριμένο σχέδιο της βομβιστικής επίθεσης της 20ής Ιουλίου ή ότι συμμετείχε ενεργά στην οργάνωσή της.
Οι ιστορικοί εξακολουθούν να συζητούν τον ακριβή βαθμό εμπλοκής του. Υπάρχουν μαρτυρίες ότι υποστήριζε την απομάκρυνση του Χίτλερ από την εξουσία, αλλά θεωρούσε προτιμότερη τη σύλληψή του από τη δολοφονία του.
Για το ναζιστικό καθεστώς, πάντως, οι επαφές και οι υποψίες ήταν αρκετές.
Το τελεσίγραφο: Δηλητήριο ή διαπόμπευση
Το πρωί της 14ης Οκτωβρίου 1944, οι στρατηγοί Βίλχελμ Μπούργκντορφ και Ερνστ Μάιζελ έφθασαν στο σπίτι του Ρόμελ.
Ο στρατάρχης ενημερώθηκε ότι είχε ουσιαστικά καταδικαστεί.
Η επιλογή μιας δημόσιας δίκης σήμαινε σχεδόν βέβαιη εκτέλεση, ενώ υπήρχε και ο κίνδυνος διώξεων εναντίον της συζύγου του Λουτσία και του γιου τους Μάνφρεντ.
Αν αυτοκτονούσε, θα του αποδίδονταν στρατιωτικές τιμές.
Ο Ρόμελ αποχαιρέτησε την οικογένειά του και επιβιβάστηκε στο αυτοκίνητο που τον περίμενε.
Σε μικρή απόσταση από το σπίτι του πήρε κάψουλα υδροκυανίου και πέθανε.
Η επίσημη ανακοίνωση του καθεστώτος απέκρυψε την πραγματική αιτία θανάτου.
Η ναζιστική προπαγάνδα παρουσίασε τον Ρόμελ ως ήρωα που υπέκυψε στα τραύματα που είχε υποστεί στη Νορμανδία.
Στις 18 Οκτωβρίου πραγματοποιήθηκε μεγαλοπρεπής τελετή στο Ουλμ, με στρατιωτικές τιμές και δημόσιους επαίνους προς τον νεκρό στρατάρχη.
Ο Χίτλερ, ο άνθρωπος που είχε διατάξει ουσιαστικά τον θάνατό του, φρόντισε να διατηρηθεί η εικόνα του Ρόμελ ως εθνικού ήρωα.
Ήταν πραγματικά αντίπαλος του ναζισμού;
Η περίπτωση του Ρόμελ παραμένει από τις πιο σύνθετες στην ιστοριογραφία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Για πολλά χρόνια, ιδιαίτερα στη μεταπολεμική Δυτική Γερμανία, παρουσιάστηκε ως ο έντιμος στρατιώτης που δεν είχε σχέση με τα εγκλήματα του ναζιστικού καθεστώτος.
Η εικόνα αυτή, όμως, έχει υποστεί σοβαρή ιστορική επανεξέταση.
Ο Ρόμελ υπήρξε για μεγάλο διάστημα ευνοούμενος του Χίτλερ και συμμετείχε ενεργά στις κατακτητικές εκστρατείες της ναζιστικής Γερμανίας.
Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για να χαρακτηριστεί εξαρχής ιδεολογικός αντίπαλος του ναζισμού.
Από την άλλη πλευρά, η μεταγενέστερη αποστασιοποίησή του από τον Χίτλερ, οι επαφές του με κύκλους της αντίστασης και η άρνησή του να αποδεχθεί την ολοκληρωτική καταστροφή της Γερμανίας αποτελούν επίσης μέρος της ιστορικής πραγματικότητας.
Οι ιστορικοί διακρίνουν, επομένως, τον στρατιωτικό που αμφισβήτησε τελικά την ηγεσία του Χίτλερ από έναν συνεπή αντιναζιστή αγωνιστή. Οι δύο ιδιότητες δεν ταυτίζονται.
Ο γιος του έγινε δήμαρχος της Στουτγάρδης
Μια λιγότερο γνωστή πτυχή της ιστορίας αφορά τον μοναχογιό του στρατάρχη, Μάνφρεντ Ρόμελ.
Ο Μάνφρεντ, που ήταν 15 ετών όταν πέθανε ο πατέρας του, ακολούθησε μεταπολεμικά πολιτική σταδιοδρομία στη Δυτική Γερμανία.
Το 1974 εξελέγη δήμαρχος της Στουτγάρδης, θέση την οποία διατήρησε έως το 1996.
Απέκτησε διεθνή αναγνώριση για τη συμβολή του στη γαλλογερμανική συμφιλίωση και για τις σχέσεις του με απογόνους παλαιών αντιπάλων του πατέρα του.
Πέθανε το 2013, σε ηλικία 84 ετών.
Η ιστορία πίσω από τον θρύλο
Ο Ρόμελ εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο βιβλίων, ντοκιμαντέρ και κινηματογραφικών παραγωγών.
Το 1951 η ταινία The Desert Fox: The Story of Rommel με πρωταγωνιστή τον Τζέιμς Μέισον συνέβαλε σημαντικά στη διαμόρφωση της μεταπολεμικής εικόνας του.
Η ταινία παρουσίασε έναν στρατιωτικό που απομακρύνθηκε από τον Χίτλερ και πλήρωσε με τη ζωή του τη ρήξη αυτή.
Σήμερα η ιστορική έρευνα αντιμετωπίζει με μεγαλύτερη επιφύλαξη τον μύθο του «καλού Γερμανού στρατηγού», χωρίς να παραγνωρίζει τη στρατιωτική του ικανότητα ή τις ιδιαίτερες συνθήκες του θανάτου του.
Η τραγική ειρωνεία είναι ότι ο Χίτλερ οδήγησε στον θάνατο έναν από τους πιο προβεβλημένους στρατάρχες του, αλλά στη συνέχεια χρησιμοποίησε την κηδεία του για να εξυμνήσει το καθεστώς που τον είχε εξοντώσει.
Στις 14 Οκτωβρίου 1944 δεν πέθανε απλώς η «Αλεπού της Ερήμου». Αποκαλύφθηκε, έστω και αν η αλήθεια παρέμεινε τότε κρυφή από τον γερμανικό λαό, η ανελέητη φύση ενός καθεστώτος που δεν συγχωρούσε ούτε τους πιο διάσημους στρατιωτικούς του όταν έπαυαν να είναι απολύτως πιστοί στον δικτάτορα.