Για περισσότερα από εκατό χρόνια, η ασπιρίνη βρίσκεται στα ντουλάπια εκατομμυρίων σπιτιών ως ένα από τα πιο γνωστά φάρμακα κατά του πόνου και του πυρετού. Σήμερα, η επιστήμη επιστρέφει σε αυτό το παλιό φάρμακο με νέο ενδιαφέρον: όχι μόνο για την καρδιά, αλλά και για τον ρόλο που μπορεί να παίξει στην πρόληψη ορισμένων μορφών καρκίνου. Τα ευρήματα είναι ενθαρρυντικά, αλλά η χρήση της παραμένει υπόθεση γιατρού, όχι αυτοσχεδιασμού.
Η ασπιρίνη είναι από εκείνα τα φάρμακα που μοιάζουν σχεδόν αυτονόητα. Ένα μικρό δισκίο, μια γνώριμη ονομασία, μια ιστορία που διατρέχει τη σύγχρονη ιατρική. Όμως πίσω από την απλότητά της κρύβεται ένας μηχανισμός που συνεχίζει να απασχολεί τους επιστήμονες.
Τα τελευταία χρόνια, ερευνητικές ομάδες σε Ευρώπη και Ηνωμένο Βασίλειο εξετάζουν εάν η ασπιρίνη μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο καρκίνου του παχέος εντέρου σε ανθρώπους με γενετική προδιάθεση, αλλά και τον κίνδυνο υποτροπής σε ασθενείς που έχουν ήδη υποβληθεί σε θεραπεία. Το ενδιαφέρον είναι μεγάλο, επειδή μιλάμε για ένα φθηνό, ευρέως διαθέσιμο φάρμακο, με γνωστό προφίλ δράσης, αλλά και με υπαρκτούς κινδύνους.
Σε μελέτη για άτομα με σύνδρομο Lynch, μια κληρονομική κατάσταση που αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο καρκίνου του παχέος εντέρου, η καθημερινή λήψη ασπιρίνης για τουλάχιστον δύο χρόνια συνδέθηκε με σημαντική μείωση του κινδύνου εμφάνισης της νόσου. Η δοκιμή CAPP2, με 861 συμμετέχοντες, παρακολούθησε ασθενείς σε βάθος δεκαετίας και έδειξε ότι η ασπιρίνη μπορεί να έχει προστατευτική δράση σε αυτή την ομάδα υψηλού κινδύνου.
Παράλληλα, νεότερα δεδομένα από τη Σουηδία δείχνουν ότι χαμηλή δόση ασπιρίνης μπορεί να μειώσει την υποτροπή σε συγκεκριμένες κατηγορίες ασθενών με καρκίνο του παχέος εντέρου, όταν οι όγκοι τους φέρουν ορισμένες γενετικές μεταλλάξεις στη λεγόμενη οδό PI3K. Η σχετική μελέτη, με επικεφαλής την καθηγήτρια Anna Martling, κατέληξε ότι η ασπιρίνη συνδέθηκε με χαμηλότερη συχνότητα υποτροπής σε αυτούς τους ασθενείς.
Το ερώτημα είναι πώς ένα τόσο παλιό φάρμακο μπορεί να επηρεάζει τον καρκίνο. Η μία απάντηση βρίσκεται στη φλεγμονή. Η ασπιρίνη αναστέλλει ένζυμα που σχετίζονται με την παραγωγή προσταγλανδινών, μορίων που μπορούν να ευνοήσουν περιβάλλον χρόνιας φλεγμονής και κυτταρικής ανάπτυξης. Η άλλη, πιο πρόσφατη, απάντηση αφορά το ανοσοποιητικό σύστημα.
Μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Nature το 2025 έδειξε ότι η ασπιρίνη μπορεί να περιορίζει την παραγωγή θρομβοξάνης Α2 από τα αιμοπετάλια, επιτρέποντας στα Τ-κύτταρα του ανοσοποιητικού να επιτίθενται πιο αποτελεσματικά σε καρκινικά κύτταρα που επιχειρούν να εξαπλωθούν. Πρόκειται για πιθανό μηχανισμό που μπορεί να εξηγήσει γιατί η ασπιρίνη φαίνεται να επηρεάζει τη μετάσταση σε ορισμένα μοντέλα και ασθενείς.
Ωστόσο, οι επιστήμονες είναι σαφείς: η ασπιρίνη δεν είναι γενικό προληπτικό χάπι κατά του καρκίνου. Δεν πρέπει να λαμβάνεται καθημερινά χωρίς ιατρική οδηγία, καθώς μπορεί να προκαλέσει γαστρεντερική αιμορραγία, έλκος, εσωτερική αιμορραγία και, σπανιότερα, εγκεφαλική αιμορραγία. Το όφελος φαίνεται να αφορά κυρίως συγκεκριμένες ομάδες υψηλού κινδύνου ή ασθενείς με συγκεκριμένο γενετικό προφίλ όγκου.
Η μακρά ιστορία της ασπιρίνης
Η ιστορία της ασπιρίνης ξεκινά πολύ πριν από τη Bayer. Οι θεραπευτικές ιδιότητες του φλοιού της ιτιάς, από τον οποίο προέρχονται φυσικές ουσίες συγγενείς με το σαλικυλικό οξύ, ήταν γνωστές ήδη από την αρχαιότητα. Σύμφωνα με το Γερμανικό Γραφείο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας και Εμπορικών Σημάτων, ο Ιπποκράτης περιέγραφε γύρω στο 400 π.Χ. τη χρήση της ιτιάς για πόνο και πυρετό.
Η σύγχρονη ιστορία, όμως, γράφτηκε στα τέλη του 19ου αιώνα. Στις 10 Αυγούστου 1897, ο Γερμανός χημικός Felix Hoffmann, που εργαζόταν στα εργαστήρια της Bayer στο Βούπερταλ-Έλμπερφελντ, κατάφερε να παρασκευάσει ακετυλοσαλικυλικό οξύ σε καθαρή και σταθερή μορφή. Η Bayer αναφέρει ότι το 1899 το προϊόν κυκλοφόρησε για πρώτη φορά με την εμπορική ονομασία Aspirin, αρχικά ως σκόνη σε γυάλινες φιάλες.
Η ιστορία της «εφεύρεσης» δεν είναι απολύτως απλή. Αν και η Bayer αποδίδει παραδοσιακά την ανακάλυψη στον Hoffmann, ιστορικοί της επιστήμης έχουν επισημάνει ότι ο Arthur Eichengrün, επίσης χημικός της Bayer, πιθανόν είχε καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη της ασπιρίνης. Το Γερμανικό Γραφείο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας σημειώνει ότι η εικόνα του «μοναχικού εφευρέτη» Hoffmann δεν θεωρείται πλέον πλήρως βιώσιμη.
Το όνομα Aspirin κατοχυρώθηκε ως εμπορικό σήμα στο Βερολίνο στις 6 Μαρτίου 1899. Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Bayer έχασε τα δικαιώματα του εμπορικού σήματος σε αρκετές χώρες, με αποτέλεσμα η λέξη «aspirin» να γίνει σε πολλές αγορές σχεδόν συνώνυμη με το ακετυλοσαλικυλικό οξύ.
Πόσες ασπιρίνες έχουν πουληθεί;
Δεν φαίνεται να υπάρχει ένα ενιαίο, επίσημο και αξιόπιστο παγκόσμιο νούμερο που να απαντά με ακρίβεια πόσα δισκία ασπιρίνης έχουν πουληθεί συνολικά από το 1899 μέχρι σήμερα.
Υπάρχουν, όμως, εκτιμήσεις για την ετήσια κατανάλωση. Πηγές της φαρμακευτικής και επιστημονικής βιβλιογραφίας έχουν αναφέρει κατά καιρούς ότι παγκοσμίως καταναλώνονται δεκάδες δισεκατομμύρια δισκία ασπιρίνης κάθε χρόνο — συχνά με εκτιμήσεις που κυμαίνονται περίπου από 50 έως 100 δισεκατομμύρια δισκία ετησίως.
Αυτό σημαίνει ότι, σε βάθος δεκαετιών, η συνολική κατανάλωση πιθανότατα μετριέται σε τρισεκατομμύρια δισκία. Όμως θα ήταν παρακινδυνευμένο να γραφτεί ένας απόλυτος αριθμός ως δεδομένο, επειδή η ασπιρίνη κυκλοφορεί εδώ και δεκαετίες όχι μόνο από τη Bayer αλλά και ως γενόσημο φάρμακο από πολλές εταιρείες και σε πολλές χώρες.
Το βέβαιο είναι ότι θεωρείται ένα από τα πιο επιτυχημένα φάρμακα στην ιστορία. Το Γερμανικό Γραφείο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας τη χαρακτηρίζει πιθανώς το πιο ευπώλητο φάρμακο στην ιστορία, ενώ παραμένει ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα ονόματα στην παγκόσμια ιατρική.
Το παλιό φάρμακο με το νέο ερώτημα
Η ασπιρίνη δεν είναι θαύμα. Είναι ένα ισχυρό φάρμακο με οφέλη, κινδύνους και συγκεκριμένες ενδείξεις. Αυτό που αλλάζει σήμερα είναι ότι οι επιστήμονες αρχίζουν να κατανοούν καλύτερα γιατί μπορεί να βοηθά σε ορισμένες μορφές καρκίνου και σε ορισμένους ασθενείς.
Η επόμενη μεγάλη πρόκληση δεν είναι να πειστεί ο κόσμος να παίρνει ασπιρίνη μόνος του. Είναι να εντοπιστεί ποιος πραγματικά ωφελείται, σε ποια δόση, για πόσο διάστημα και με ποια ιατρική παρακολούθηση.
Και ίσως εκεί βρίσκεται η πραγματική αξία της: όχι ως «μαγικό χάπι», αλλά ως παράδειγμα του πώς ένα φάρμακο του 19ου αιώνα μπορεί να ξαναδιαβαστεί από την ιατρική του 21ου.