Το πρόσφατο κύμα συνομιλιών μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν για το πυρηνικό πρόγραμμα κατέληξε χωρίς συμφωνία, θέτοντας σε δοκιμασία την παγκόσμια σταθερότητα και ανοίγοντας εκ νέου την συζήτηση για το ενδεχόμενο στρατιωτικής δράσης, καθώς οι δύο πλευρές διατηρούν αντίθετες «κόκκινες γραμμές».
Μετά τον τρίτο γύρο έμμεσων συνομιλιών στη Γενεύη, που διεξήχθη υπό τη μεσολάβηση του Ομάν, οι διαπραγματευτές δεν κατόρθωσαν να γεφυρώσουν τις διαφορές τους. Οι πλευρές συμφώνησαν ωστόσο να συνεχίσουν τις τεχνικού επιπέδου συνομιλίες στη Βιέννη την επόμενη εβδομάδα, με σκοπό την κατάρτιση λεπτομερών προτάσεων και την διερεύνηση πιθανών συμβιβασμών.
Στην εφημερίδα Washington Post ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Τζ. Ντ. Βανς είπε με σαφήνεια ότι «δεν υπάρχει καμία πιθανότητα» οι Ηνωμένες Πολιτείες να εμπλακούν σε έναν μακρόχρονο πόλεμο στη Μέση Ανατολή χωρίς τέλος στον ορίζοντα, ακόμη κι αν μια στρατιωτική επιχείρηση εναντίον του Ιράν γινόταν πραγματικότητα. Τα λόγια του υπογράμμισαν ότι η κυβέρνηση Τραμπ προτιμά τη διπλωματική λύση, αλλά τόνισε επίσης πως η τελική πορεία θα εξαρτηθεί «από το τι κάνουν και τι λένε οι Ιρανοί». Παράλληλα άφησε ανοικτό, χωρίς όμως να τονίσει, ότι ενδεχόμενοι νέοι αεροπορικοί βομβαρδισμοί εναντίον ιρανικών στόχων δεν μπορούν να αποκλειστούν, ένα μήνυμα που επιχειρεί να συνδυάσει πίεση με περιορισμένη στρατιωτική επιλογή, χωρίς μακρά σύρραξη.
Κεντρικό σημείο τριβής παραμένει ο εμπλουτισμός ουρανίου και ο τρόπος διαχείρισης του πυρηνικού προγράμματος. Οι ΗΠΑ, υπό την κυβέρνηση Ντόναλντ Τραμπ, απαιτούν εκτεταμένη μείωση ή πλήρη κατάργηση ορισμένων λειτουργιών και τη σύναψη μόνιμης συμφωνίας χωρίς ρήτρες λήξης, δηλαδή χωρίς αυτόματη άρση περιορισμών με τον χρόνο, όπως συνέβαινε στο παλιό Κοινό Ολοκληρωμένο Σχέδιο Δράσης (JCPOA).
Από την πλευρά της, η Τεχεράνη απορρίπτει προτάσεις που θα σήμαιναν πλήρη διάλυση κρίσιμων εγκαταστάσεών της και μεταφορά των αποθεμάτων ουρανίου στο εξωτερικό, ενώ δηλώνει ότι επιδιώκει την αναγνώριση του δικαιώματος σε μια «ειρηνική» πυρηνική δραστηριότητα, ακόμη και αν αυτή σημαίνει μείωση του εμπλουτισμού σε χαμηλότερα επίπεδα.
Ύστερα από την ολοκλήρωση των συνομιλιών, Αμερικανοί αξιωματούχοι φέρονται να επανέλαβαν σκληρές «κόκκινες γραμμές», προκαλώντας ένταση στην Ουάσιγκτον και εκδήλωση ανησυχιών για πιθανή στρατιωτική κλιμάκωση. Σε αυτό το πλαίσιο, η Ουάσιγκτον έχει αυξήσει την στρατιωτική της παρουσία στη Μέση Ανατολή, αναπτύσσοντας αεροσκάφη, πλοία και άλλες δυνάμεις, ώστε να είναι έτοιμη για κάθε ενδεχόμενο κατόπιν τυχόν αποτυχίας της διπλωματίας.
Αν και παράγοντες της αμερικανικής κυβέρνησης, όπως ο,Αντιπρόεδρος Βανς, διαβεβαιώνουν ότι δεν επιδιώκεται ένας «μακρόχρονος πόλεμος», δεν αποκλείονται νέοι βομβαρδισμοί εάν οι συνομιλίες διακοπούν οριστικά χωρίς συμφωνία.
Το διεθνές υπόβαθρο και οι παλαιότερες διαπραγματεύσεις
Οι πρόσφατες συνομιλίες εντάσσονται στην ευρύτερη προσπάθεια να αρθεί το αδιέξοδο που έχει διαρκέσει χρόνια μετά την αποχώρηση των ΗΠΑ από την συμφωνία του 2015, με στόχο την αποτροπή της απόκτησης πυρηνικών όπλων από το Ιράν, κάτι που η Τεχεράνη αρνείται ότι επιδιώκει.
Καθώς ανοίγει ο επόμενος γύρος τεχνικών συνομιλιών στη Βιέννη, οι προσδοκίες για πρόοδο δεν είναι απολύτως μηδενικές, αλλά παραμένει σαφές ότι οι διαφορές στις «κόκκινες γραμμές» και στις ανάλογες απαιτήσεις κάθε πλευράς θέτουν τη διπλωματία σε κρίσιμη δοκιμασία, με ολόκληρη τη Μέση Ανατολή και τις παγκόσμιες ισορροπίες να παρακολουθούν στενά.