Σε μια περίοδο βαθιάς πολιτικής κρίσης και κοινωνικής ασφυξίας στο Ιράν, το όνομα του Ρεζά Παχλαβί επανέρχεται στο προσκήνιο, όχι τόσο ως αποτέλεσμα οργανωμένης πολιτικής δυναμικής, όσο ως αντανάκλαση της απελπισίας και του κενού ηγεσίας που χαρακτηρίζει την ιρανική αντιπολίτευση. Αποκαλύψεις για στοχευμένες ψηφιακές καμπάνιες, η έντονη διαδικτυακή του παρουσία και η αναβίωση μοναρχικών συνθημάτων στους δρόμους συνθέτουν ένα σύνθετο σκηνικό, στο οποίο η νοσταλγία, η προπαγάνδα και η έλλειψη εναλλακτικών συγκλίνουν σε μια αμφιλεγόμενη πολιτική φιγούρα.

Έρευνα της ισραηλινής εφημερίδας Haaretz αποκάλυψε ότι ιδιωτικός οργανισμός, ο οποίος χρηματοδοτείται από την κυβέρνηση του Μπενιαμίν Νετανιάχου, υλοποίησε εκτεταμένη ψηφιακή εκστρατεία με στόχο την ενίσχυση της δημόσιας εικόνας του Ρεζά Παχλαβί.

Advertisement
Advertisement

Ο Ρεζά Παχλαβί, γιος του τελευταίου Σάχη του Ιράν, Μοχάμαντ Ρεζά Παχλαβί, ο οποίος ανατράπηκε με την Ισλαμική Επανάσταση του 1979, επιχειρεί το τελευταίο διάστημα να αναδειχθεί σε κεντρική μορφή της ιρανικής αντιπολίτευσης, δρώντας από την εξορία στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η συγκεκριμένη καμπάνια δεν περιορίστηκε στη βελτίωση της εικόνας του πρίγκιπα — που επί δεκαετίες απασχολούσε περισσότερο τα κοσμικά έντυπα παρά τον πολιτικό διάλογο — αλλά δημιούργησε και μια παραπλανητική αίσθηση μαζικής υποστήριξης στο εσωτερικό του Ιράν, μέσω ψεύτικων λογαριασμών στα κοινωνικά δίκτυα που παρίσταναν Ιρανούς πολίτες.

Ακόμη και στις περιόδους που το καθεστώς προχώρησε σε πλήρες μπλακάουτ του διαδικτύου για να αποκρύψει τη βίαιη καταστολή των διαδηλώσεων, λογαριασμοί που δήλωναν ότι βρίσκονται εντός της χώρας συνέχιζαν να δημοσιεύουν μηνύματα υπέρ του Παχλαβί.

Στις πρόσφατες κινητοποιήσεις καταγράφηκαν για πρώτη φορά συνθήματα όπως «Ζήτω ο Σάχης» και «Ο Παχλαβί θα επιστρέψει», ενώ έκαναν την εμφάνισή τους και μοναρχικές σημαίες με το σύμβολο του ήλιου και του λέοντα — εικόνες ασυνήθιστες για το σύγχρονο ιρανικό τοπίο διαμαρτυρίας.

Ωστόσο, σύμφωνα με τον ειδικό σε θέματα Μέσης Ανατολής Karim Emile Bitar, αυτή η αυξημένη «ορατότητα» του Παχλαβί αντικατοπτρίζει κυρίως το βαθύ κενό ηγεσίας που χαρακτηρίζει σήμερα την ιρανική αντιπολίτευση. Σε ένα πολιτικό περιβάλλον όπου οι περισσότεροι αξιόπιστοι αντιφρονούντες έχουν φυλακιστεί, τεθεί υπό παρακολούθηση, περιοριστεί κατ’ οίκον ή δολοφονηθεί, ο Παχλαβί εμφανίζεται ως ένας από τους ελάχιστους εναπομείναντες δημόσιους πόλους αναφοράς.

Ο ιστορικός Rouzbeh Parsi τον περιγράφει ως έναν «λευκό καμβά», πάνω στον οποίο πολλοί απελπισμένοι Ιρανοί προβάλλουν τις προσδοκίες τους για αλλαγή, γεγονός που ταυτόχρονα πυροδοτεί την έντονη αντίδραση του καθεστώτος.

Advertisement

Η πλειονότητα των Ιρανών δεν έχει βιώσει την εποχή της μοναρχίας και δεν διαθέτει προσωπική μνήμη ούτε από τις μεγαλοπρεπείς τελετές ούτε από τις καταχρήσεις του καθεστώτος του Σάχη. Ο Ρεζά Παχλαβί, γεννημένος το 1960, εγκατέλειψε το Ιράν σε ηλικία 17 ετών και έκτοτε ζει μόνιμα στις Ηνωμένες Πολιτείες, χωρίς να επιστρέψει ποτέ στη χώρα του.

Μετά την επανάσταση του 1979, η οικογένεια Παχλαβί οδηγήθηκε στην εξορία, ενώ η περιουσία της — που εκτιμάται σε τουλάχιστον 4 δισεκατομμύρια δολάρια σε ελβετικές τράπεζες — εξακολουθεί να της εξασφαλίζει έναν πολυτελή τρόπο ζωής και τη δυνατότητα χρηματοδότησης αντικαθεστωτικών δραστηριοτήτων.

Παρά τη διαδικτυακή προβολή και την ενίσχυση της νοσταλγίας για τη μοναρχία, κυρίως μεταξύ νεότερων ηλικιών, η ουσιαστική στήριξη προς τον Παχλαβί στο εσωτερικό του Ιράν παραμένει περιορισμένη. Πολλοί τον αντιμετωπίζουν ως όργανο του Ισραήλ ή των Ηνωμένων Πολιτειών και τον επικρίνουν για το ότι καλεί τους διαδηλωτές να θέσουν σε κίνδυνο τη ζωή τους, ενώ ο ίδιος παραμένει ασφαλής στην εξορία. Επιπλέον, δεν διαθέτει οργανωμένο πολιτικό κόμμα, δομή ή σαφή ιεραρχία· η παρουσία του περιορίζεται κυρίως σε έναν ρόλο συμβολικό, ως «φαντασίωση ηγεσίας».

Advertisement

Αναλυτές επισημαίνουν ότι, παρά τη νοσταλγία για την εποχή του Σάχη, οι πιθανότητες ο Παχλαβί να αποτελέσει μια βιώσιμη εναλλακτική στην Ισλαμική Δημοκρατία είναι μικρές, καθώς αδυνατεί να συσπειρώσει τις εθνοτικές μειονότητες και να δώσει απαντήσεις στην πολυεπίπεδη οικονομική και κοινωνική κρίση μιας χώρας την οποία ουσιαστικά δεν γνωρίζει.