Η Λάιζα Μινέλι ανοίγει για πρώτη φορά τόσο διάπλατα το προσωπικό της αρχείο. Στις σελίδες του αυτοβιογραφικού της βιβλίου ξετυλίγεται μια ζωή χτισμένη ανάμεσα στο Χόλιγουντ, στη σκηνή, στην οικογενειακή κληρονομιά της Τζούντι Γκάρλαντ και σε μια μακρά αλυσίδα από τραύματα, ερωτικές περιπέτειες, δημόσιες θριαμβεύσεις και ιδιωτικές καταρρεύσεις. Το βιβλίο παρουσιάζεται ως η πιο ειλικρινής εξομολόγηση της 79χρονης τότε καλλιτέχνιδας, γραμμένη ύστερα από πολύχρονες συνομιλίες με τον στενό της φίλο Μάικλ Φάινσταϊν και με τη συμβολή των Josh Getlin και Heidi Evans.

Η πιο πολυσυζητημένη αποκάλυψη αφορά τον πρώτο της σύζυγο, Πίτερ Άλεν. Η Μινέλι περιγράφει ότι κατέρρευσε όταν τον βρήκε στο κρεβάτι με άλλον άνδρα, ένα περιστατικό που, όπως γράφει, τη συνέτριψε συναισθηματικά και τη σημάδεψε βαθιά. Στο βιβλίο, ωστόσο, επιμένει ότι η σχέση τους δεν ήταν ψεύτικη: αναφέρει πως είχαν ουσιαστικό δεσμό, αγάπη και ενεργή ερωτική ζωή, ενώ ο ίδιος της εξομολογήθηκε ότι ήταν γκέι και πως δεν μπορούσε να αρνηθεί αυτή την πλευρά του εαυτού του. Παρά το σοκ, υποστηρίζει ότι η συγκεκριμένη αποκάλυψη δεν έβαλε αμέσως τέλος στον γάμο τους και ότι οι δυο τους διατήρησαν αμοιβαία αγάπη και σεβασμό και μετά το διαζύγιο του 1974.

Advertisement
Advertisement

Το memoir φωτίζει και το πολύπλοκο ερωτικό της παρελθόν πέρα από τους γάμους. Ξεχωρίζουν οι αναφορές σε σχέση με τον Μάρτιν Σκορσέζε την περίοδο του New York, New York, αλλά και όσα γράφει για τον Πίτερ Σέλερς, τον οποίο παρουσιάζει ως χαρισματικό αλλά εξαιρετικά αντιφατικό χαρακτήρα. Παράλληλα, επανέρχονται στο προσκήνιο κι άλλοι δεσμοί της από τον κόσμο της σόουμπιζ, με το βιβλίο να χτίζει την εικόνα μιας γυναίκας που έζησε στο κέντρο της αμερικανικής pop μυθολογίας, χωρίς ποτέ να μένει ανεπηρέαστη από αυτήν.

Ιδιαίτερα σκληρή είναι απέναντι στον τέταρτο σύζυγό της, Ντέιβιντ Γκεστ, τον οποίο περιγράφει ουσιαστικά ως τον πιο τοξικό γάμο της ζωής της. Σύμφωνα με τις περιγραφές που έχουν δημοσιευθεί από αποσπάσματα και παρουσιάσεις του βιβλίου, τον κατηγορεί για χειριστική συμπεριφορά, οικονομική εκμετάλλευση και συστηματικό έλεγχο της καθημερινότητάς της. Η αναφορά αυτή εντάσσεται στη συνολικότερη προσπάθειά της να ξαναγράψει δημόσια την προσωπική της ιστορία από τη δική της οπτική, χωρίς ωραιοποιήσεις.

Κεντρικό κεφάλαιο είναι η σχέση της με τη μητέρα της, Τζούντι Γκάρλαντ. Η Μινέλι περιγράφει ότι μεγάλωσε πολύ γρήγορα, αναλαμβάνοντας από νεαρή ηλικία ρόλο φροντίδας για μια μητέρα ταυτόχρονα ιδιοφυή και εύθραυστη. Στο βιβλίο αποτυπώνεται η βεβαιότητά της ότι το στούντιο σύστημα του παλιού Χόλιγουντ συνέβαλε καθοριστικά στην εξάρτηση της Γκάρλαντ, μέσω ουσιών που, όπως υποστηρίζει, δίνονταν για να αντέχει τους εξαντλητικούς ρυθμούς. Μέσα από αυτή τη σχέση η Μινέλι εξηγεί και τη δική της ψυχική συγκρότηση: μια παιδική ηλικία μέσα στη λάμψη, αλλά χωρίς αληθινή ασφάλεια.

Από τα πιο σκληρά μέρη του βιβλίου είναι όσα αφορούν τις εξαρτήσεις της. Η Μινέλι μιλά ανοιχτά για αλκοόλ, χάπια και κοκαΐνη, περιγράφοντας μια μακρά περίοδο αυτοκαταστροφής, επαναλαμβανόμενων προσπαθειών αποτοξίνωσης και προσωπικού χάους. Δημοσιεύματα που βασίζονται σε αποσπάσματα του memoir σημειώνουν ότι καθοριστική υπήρξε ακόμη και μια αυστηρή επιστολή της Ελίζαμπεθ Τέιλορ, η οποία την πίεσε να σταματήσει να κρύβεται από την αλήθεια. Η ίδια παρουσιάζει την απεξάρτηση όχι ως μια ένδοξη στιγμή λύτρωσης, αλλά ως επίπονη, μακρά και καθόλου γραμμική διαδικασία επιβίωσης.

Το βιβλίο δεν μένει μόνο στις προσωπικές της σχέσεις, αλλά επιστρέφει διαρκώς στο καλλιτεχνικό και κοινωνικό σύμπαν όπου έζησε. Η Μινέλι γράφει για τον Φρανκ Σινάτρα, που τον αποκαλεί «θείο Φρανκ», για το Broadway, το Cabaret, το Liza with a Z και για την πορεία που την οδήγησε να ανήκει στη μικρή ομάδα καλλιτεχνών με EGOT. Το νήμα του βιβλίου είναι σαφές: δεν θέλει να διαβαστεί μόνο ως χρονικό σκανδάλων, αλλά και ως μαρτυρία για το τι κόστισε η επιτυχία σε μια γυναίκα που γεννήθηκε σχεδόν μέσα στον μύθο και αναγκάστηκε να αποδείξει ότι είναι κάτι περισσότερο από «η κόρη της Τζούντι Γκάρλαντ».

Ανάμεσα στα πιο αιχμηρά αποσπάσματα συγκαταλέγονται και όσα αφορούν τη Lady Gaga και την κοινή τους εμφάνιση στα Όσκαρ του 2022. Η Μινέλι υποστηρίζει ότι τότε ένιωσε εκτεθειμένη και ταπεινωμένη, θεωρώντας ότι ο τρόπος με τον οποίο οργανώθηκε η παρουσία της στη σκηνή δεν προστάτευσε την αξιοπρέπειά της. Πρόκειται για ένα από τα σημεία που έδωσαν στο βιβλίο χαρακτήρα πολιτισμικού γεγονότος, καθώς η αφήγησή της επανεξετάζει μια πολύ προβεβλημένη στιγμή της πρόσφατης ποπ κουλτούρας από τη δική της πλευρά. Συνολικά, το Kids, Wait Till You Hear This! δεν εμφανίζεται ως ένα απλό βιβλίο αναμνήσεων, αλλά ως προσπάθεια ελέγχου της αφήγησης μιας ζωής που επί δεκαετίες περιγραφόταν από τρίτους. Η Λάιζα Μινέλι μιλά για τον εαυτό της ως «αυθεντικό nepo-baby», αλλά ταυτόχρονα επιμένει ότι η διαδρομή της χαράχτηκε μέσα από απώλειες, κακοποιητικές δυναμικές, εξάρτηση και διαρκή μάχη για αυτονόμηση. Γι’ αυτό και το memoir της διαβάζεται ήδη όχι μόνο ως κουτσομπολίστικη εξομολόγηση, αλλά και ως ένα σκληρό πορτρέτο της αμερικανικής βιομηχανίας του θεάματος και του τρόπου με τον οποίο αυτή καταπίνει ακόμη και τα πιο λαμπερά της παιδιά.