«Για μένα ήταν ήδη σημαντική η απόφαση να ασχοληθώ με δύο πραγματικές υποθέσεις. Εγκατέλειψα, για πρώτη φορά, τον οικείο κόσμο της μυθοπλασίας με σκοπό να δοκιμάσω μια επίφοβη πλευρά της πραγματικότητας».

Ένα βιβλίο που δεν σε αφήνει να το αφήσεις, το οποίο έκανε αίσθηση από την πρώτη στιγμή που κυκλοφόρησε και προ ημερών απέσπασε το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 2025.

Advertisement
Advertisement

Με γραφή πυκνή όσο και λιτή, ο Μίνως Ευσταθιάδης βουτάει με το μυθιστόρημα «Σου γράφω από την κοιλιά του κτήνους» (εκδόσεις Μεταίχμιο) σε έναν κόσμο σκοτεινό και αφηγείται χωρίς επιτηδεύσεις και ακκισμούς, μια ιστορία που διαπερνά δύο αληθινά, άλυτα εγκλήματα τα οποία συγκλόνισαν με απόσταση 25 ετών τη Γερμανία.

Η περιπέτεια αυτή που κράτησε δυόμιση χρόνια, όπως λέει στη HuffPost, ξεκινά επί της ουσίας όταν το 2022 παίρνει άδεια εισόδου στη φυλακή υψίστης ασφαλείας του Στράουμπινγκ στη Βαυαρία για να συναντήσει έναν κρατούμενο, καταδικασμένο σε ισόβια. Η συνέντευξη ολοκληρώνεται, αλλά κατά τη διάρκειά της αρχίζει να αποκαλύπτεται μια διαφορετική υπόθεση, η εξαφάνιση ενός κοριτσιού το 1981 στο δάσος της βαυαρικής λίμνης Άμερ.

Ο βραβευμένος συγγραφέας, με σπουδές Νομικής σε Αθήνα και Ανόβερο, ο οποίος είναι εγκατεστημένος στο Αίγιο, την ιδιαίτερη πατρίδα του, τονίζει ότι προτιμά «τον ρόλο του παρατηρητή κι όχι του κριτή», απαντά στην ερώτηση εάν διατηρεί αλληλογραφία με τον καταδικασμένο Φρέντερικ Τάλας που επισκέφθηκε και αναφέρεται στο «δικαίωμα της αμφιβολίας».

-Κύριε Ευσταθιάδη, καταρχάς συγχαρητήρια! Ποια ήταν η πρώτη αντίδρασή σας μόλις μάθατε τα νέα της βράβευσης;

Μ.Ε.: Σας ευχαριστώ! Έπαιζα με τον γιό μου. Του είπα ότι είχαμε κερδίσει σ’ ένα παιχνίδι και με ρώτησε πώς λέγεται. «Θα μάθεις λίγο αργότερα» του απάντησα και συνεχίσαμε τα δικά μας.

Οι δικογραφίες των δύο υποθέσεων ξεπερνούσαν τις 24.000 σελίδες

Advertisement

-Γίνατε γνωστός με τον «Δύτη» και το «Κβάντι, όμως είναι το νέο «ακατάτακτο, υβριδικό, αιρετικό μυθιστόρημά» σας, -όπως εύστοχα αναφέρει η επιτροπή του υπουργείου Πολιτισμού-, που σας χάρισε το βραβείο. Θεωρείτε ότι το βιβλίο αυτό είναι ένα turning point στη συγγραφική πορεία σας, ένα «πριν» και «μετά»;

Μ.Ε.: Τις περισσότερες φορές (αν όχι όλες) χρειάζεται ικανός χρόνος προκειμένου να αποκαλυφθούν τα πραγματικά turning points στην πορεία μας. Για μένα ήταν ήδη σημαντική η απόφαση να ασχοληθώ με δύο πραγματικές υποθέσεις. Εγκατέλειψα, για πρώτη φορά, τον οικείο κόσμο της μυθοπλασίας με σκοπό να δοκιμάσω μια επίφοβη πλευρά της πραγματικότητας. Οι δικογραφίες των δύο υποθέσεων ξεπερνούσαν τις 24.000 σελίδες. Τι άκρη θα μπορούσα να βρω μέσα σ’ έναν τέτοιο λαβύρινθο; Ακόμα και σήμερα, δεν ξέρω αν έχω βγει (τελείως) έξω.

-Στην εξαιρετική αυτή αφήγηση που καταγράφει δύο αληθινές (φρικτές) δολοφονίες, μία που συνέβη το 1981 και μία άλλη το 2006 -δύο ιστορίες που, προκαλεί απίστευτη έκπληξη αλλά τέμνονται-, ο νομικός ή ο συγγραφέας είχε τελικά τον πρώτο λόγο;

Advertisement

Μ.Ε.: Ο συγγραφέας είχε τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο. Οι σπουδές μου στη νομική και το γεγονός ότι εργάστηκα ως δικηγόρος, επηρέασαν τη δυνατότητα κατανόησης ορισμένων ειδικών θεμάτων. Ωστόσο, δεν μπορούσα να προσφέρω οτιδήποτε ως νομικός, και μάλιστα στο πλαίσιο του γερμανικού συστήματος απονομής δικαιοσύνης. Γι’ αυτό προσπάθησα από την αρχή να πλησιάσω την ιστορία με τη δίψα όσων προσπαθούν να καταλάβουν τι έχει πραγματικά συμβεί.

 -Πόση έρευνα προηγήθηκε προτού αρχίσετε τη συγγραφή; Πόσες φορές ταξιδέψατε στη Γερμανία για τον «φόνο στο πάρκινγκ» και «το κορίτσι στο κιβώτιο»; Ποια ήταν η πιο δύσκολη στιγμή σε αυτή τη διαδρομή; 

Μ.Ε.: Στη δική μου περίπτωση, η έρευνα δεν μπορεί να διαχωριστεί από τη συγγραφή γιατί αναγκάστηκα να προχωρώ παράλληλα. Ταξίδεψα τρεις φορές στη Γερμανία και όλη μου η ενασχόληση κράτησε δυόμιση χρόνια. Κατά τη διάρκειά τους υπήρξαν πολλές δύσκολες στιγμές, όπως για παράδειγμα όταν «έπεφτα πάνω σε τοίχο», δηλαδή σε ανθρώπους ή γραφειοκρατικές δομές που ουσιαστικά με απέτρεπαν. Κι αυτό δεν ήταν καθόλου σπάνιο. Αναμφισβήτητα όμως, η πιο αξέχαστη δοκιμασία ήταν η συνομιλία με τον καταδικασμένο σε ισόβια, μέσα στη φυλακή υψίστης ασφαλείας του Στράουμπινγκ, στη Βαυαρία.

Advertisement

-Τα κοινά στοιχεία στις δύο περιπτώσεις είναι τόσο οι κραυγαλέες παραλείψεις της αστυνομικής έρευνας, όσο και η απαίτηση να κατονομαστεί όσο το δυνατόν πιο σύντομα ο ένοχος (όπως συμβαίνει πάντα στις υποθέσεις υψηλού προφίλ). Όμως αυτό που σοκάρει είναι η γερμανική δικαιοσύνη: «Στα γερμανικά ποινικά δικαστήρια δεν υπάρχουν πρακτικά με τις καταθέσεις των μαρτύρων», γράφετε.

Μ.Ε.: Θεωρώ μάλλον περιττό να σχολιάσω τις λεπτομέρειες της γερμανικής ποινικής δικονομίας. Ποιος είμαι άλλωστε εγώ για να κάνω κάτι τέτοιο; Ό,τι μπόρεσα να καταγράψω, υπάρχει μέσα στο βιβλίο. Μπορεί ο καθένας να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα. Εξάλλου, προτιμώ τον ρόλο του παρατηρητή κι όχι του κριτή.

Σήμερα όλο και περισσότεροι δηλώνουν απόλυτα σίγουροι για τις απόψεις τους, ακόμα και σε περιπτώσεις που (εμφανώς) δεν έχουν ιδέα για τι πράγμα μιλάνε

Advertisement

Από την άλλη, υπάρχει ένα αναμφισβήτητο δεδομένο που έχει αποδειχθεί αμέτρητες φορές στην πράξη: αν κρατούνται πρακτικά σ’ ένα δικαστήριο, τότε έχουμε στη διάθεσή μας πολύ περισσότερα στοιχεία σχετικά με την υπόθεση. Συνεπώς υπάρχουν και περισσότερες πιθανότητες μιας δίκαιης απόφασης στο τέλος.

Advertisement

Φανταστείτε ότι στην υπόθεση του Φρέντερικ Τάλας χρειάστηκαν 94 συνεδριάσεις, που διήρκεσαν παραπάνω από έναν χρόνο, μέχρι να καταλήξει το δικαστήριο στην ετυμηγορία του. Χωρίς πρακτικά, πώς είναι δυνατόν οι δικαστές να θυμούνται π.χ. τι ακριβώς είχαν καταθέσει οι μάρτυρες πριν από ένα ολόκληρο έτος;

-Συνεχίζετε την αλληλογραφία με τον Φρέντερικ Τάλας; Παραμένει σε φυλακή υψίστης ασφαλείας;

Μ.Ε.: Ναι, επικοινωνούμε ακόμα. Ύστερα από 18 χρόνια εγκλεισμού, έχει πλέον αποφυλακιστεί. Επισήμως συνεχίζει όμως να θεωρείται ένας καταδικασμένος δολοφόνος. Το όνειρό του είναι να του επιτραπεί μια δεύτερη δίκη (σημειωτέον: έχει δικαστεί μόνο μια φορά ως τώρα και όλες του οι εφέσεις του έχουν απορριφθεί), όπου θα μπορέσει να αποδείξει την αθωότητά του.

Advertisement

-Παραθέτω από το βιβλίο μία πικρή φράση που κατά τη γνώμη μου συνοψίζει το μυθιστόρημά σας: Τι νόημα έχει η λέξη «αμφιβολία» στον σημερινό κόσμο; Αλήθεια, τι νόημα έχει;

Μ.Ε.: Σήμερα όλο και περισσότεροι δηλώνουν απόλυτα σίγουροι για τις απόψεις τους, ακόμα και σε περιπτώσεις που (εμφανώς) δεν έχουν ιδέα για τι πράγμα μιλάνε. Ίσως να πρόκειται για μια από τις πιο επικίνδυνες και ταυτόχρονα γελοίες παρενέργειες του διαδικτύου. Όσο πιο κατηγορηματικός και επιθετικός εμφανίζεσαι, τόσο αυξάνονται οι ακόλουθοι και οι πύρινες καρδούλες.

Νομίζω ότι το δικαίωμα της αμφιβολίας αποτελεί μία από τις σημαντικότερες κατακτήσεις του πολιτισμού. Μας δίνει τη δυνατότητα να συνεχίζουμε την έρευνα και να αμφισβητούμε -πρωτίστως- τους εαυτούς μας. Φυσικά, αποτελεί και ένα ξεκάθαρο δείγμα ευφυΐας. Μπορεί, βέβαια, να πρόκειται για δικό μου λάθος, για μια προσωπική παρερμηνεία της ανθρώπινης περιπέτειας. Μα θα συνεχίσω να εκτιμώ και να εμπιστεύομαι όσους διατηρούν τις αμφιβολίες τους.

-Έχετε βρει την επόμενη ιστορία σας;

Μ.Ε.: Χρειάστηκα αρκετό καιρό απομακρυνθώ από το Κτήνος. Μου αρέσει να γράφω χωρίς εξωτερική πίεση γιατί μόνο τότε μπαίνω στο αγαπημένο μου κομμάτι του ταξιδιού. Τώρα έχω αρχίσει και πάλι να ορνιθοσκαλίζω κάτι.