Η πρόταση του Φατίχ Μπιρόλ για έναν νέο αγωγό που θα συνδέει τα πετρελαϊκά κοιτάσματα της Βασόρας στο νότιο Ιράκ με τον τουρκικό τερματικό σταθμό του Τζεϊχάν δεν είναι απλώς ένα ακόμη ενεργειακό σχέδιο. Έρχεται σε μια περίοδο που η αβεβαιότητα γύρω από τα Στενά του Ορμούζ έχει μετατραπεί ξανά σε παγκόσμιο παράγοντα ρίσκου, αναδεικνύοντας την ανάγκη για χερσαίες εναλλακτικές διαδρομές, με την Τουρκία να διεκδικεί ρόλο-κλειδί στον νέο χάρτη των ροών ενέργειας.

Τη δημιουργία ενός νέου αγωγού Βασόρα-Τζεϊχάν εισηγήθηκε ο εκτελεστικός διευθυντής του IEA, Φατίχ Μπιρόλ, σε συνέντευξή του που δημοσιεύθηκε στην τουρκική Hürriyet και αναπαράχθηκε από το Bloomberg. Σύμφωνα με όσα μεταδόθηκαν, ο Μπιρόλ χαρακτήρισε το έργο «αναγκαιότητα για το Ιράκ» και «ευκαιρία για την Τουρκία», υποστηρίζοντας ότι θα ενίσχυε την ενεργειακή ασφάλεια της ευρύτερης περιοχής αλλά και της Ευρώπης.

Advertisement
Advertisement

Η λογική πίσω από την πρόταση είναι σαφής: το Ιράκ εξακολουθεί να εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό από τη νότια διαδρομή εξαγωγών μέσω Βασόρας και Περσικού Κόλπου, άρα και από την απρόσκοπτη λειτουργία των Στενών του Ορμούζ. Ο ίδιος ο IEA σημειώνει ότι το 2025 από το Ορμούζ πέρασαν σχεδόν 15 εκατ. βαρέλια αργού ημερησίως, ποσότητα που αντιστοιχούσε περίπου στο 34% του παγκόσμιου εμπορίου αργού πετρελαίου, ενώ η EIA καταγράφει ότι το 2024 και στο πρώτο τρίμηνο του 2025 οι ροές μέσω του περάσματος αντιστοιχούσαν σε πάνω από το ένα τέταρτο του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου πετρελαίου και περίπου στο ένα πέμπτο της παγκόσμιας κατανάλωσης πετρελαίου και προϊόντων πετρελαίου.

Η σημασία του Ορμούζ δεν περιορίζεται στο πετρέλαιο. Η EIA επισημαίνει ακόμη ότι περίπου το 20% του παγκόσμιου εμπορίου LNG πέρασε από εκεί το 2024, κυρίως από το Κατάρ. Αυτό εξηγεί γιατί κάθε νέα ένταση στην περιοχή μεταφράζεται ακαριαία σε διεθνή ανησυχία για τιμές, εφοδιασμό και πληθωρισμό.

Σε αυτό το περιβάλλον, ο Μπιρόλ υποστηρίζει ότι μια χερσαία διαδρομή από τη Βασόρα προς το Τζεϊχάν θα έδινε στο Ιράκ μια πολύτιμη εναλλακτική, χωρίς να περνά από τον θαλάσσιο «λαιμό του μπουκαλιού» του Ορμούζ. Το επιχείρημα κερδίζει έδαφος επειδή η συζήτηση δεν γίνεται σε κενό: ήδη η Βαγδάτη κινείται για την αναβάθμιση ή επαναλειτουργία υποδομών που θα επιτρέψουν μεγαλύτερη διοχέτευση ιρακινού πετρελαίου προς την Τουρκία. Τον Μάρτιο, το Reuters μετέδωσε ότι το Ιράκ εργάζεται για την αναβίωση ανενεργού αγωγού ώστε να κατευθύνει απευθείας πετρέλαιο από το Κιρκούκ στο Τζεϊχάν, παρακάμπτοντας το κουρδικό δίκτυο, ενώ λίγο αργότερα ανακοινώθηκε και συμφωνία Βαγδάτης-Κουρδικής Περιφερειακής Κυβέρνησης για επανέναρξη εξαγωγών μέσω Τουρκίας, με αρχική δυναμικότητα 250.000 βαρελιών ημερησίως και εκκίνηση από περίπου 170.000.

Με άλλα λόγια, η πρόταση για νέο αγωγό δεν εμφανίζεται από το πουθενά. Πατά πάνω σε μια υπαρκτή στρατηγική της Βαγδάτης και της Άγκυρας να μετατρέψουν τον άξονα Ιράκ-Τουρκίας σε πιο κρίσιμη ενεργειακή και εμπορική αρτηρία. Ήδη από τον Απρίλιο του 2024, Ιράκ, Τουρκία, Κατάρ και Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα υπέγραψαν προκαταρκτική συμφωνία συνεργασίας για το λεγόμενο Development Road, ένα project περίπου 17 δισ. δολαρίων που φιλοδοξεί να συνδέσει το λιμάνι του Grand Faw στο νότιο Ιράκ με τα τουρκικά σύνορα μέσω οδικών και σιδηροδρομικών αξόνων.

Η ενεργειακή διάσταση αυτού του ευρύτερου διαδρόμου αποκτά τώρα ακόμη μεγαλύτερο βάρος. Το Τζεϊχάν μπορεί να λειτουργήσει όχι μόνο ως έξοδος για το ιρακινό πετρέλαιο στη Μεσόγειο, αλλά και ως κρίκος μιας μεγαλύτερης αλυσίδας που θα συνδέει τον Κόλπο με την Τουρκία και, από εκεί, με τις ευρωπαϊκές αγορές. Αυτό εξηγεί γιατί ο Μπιρόλ μίλησε για έργο στρατηγικού χαρακτήρα και άφησε να εννοηθεί ότι η χρηματοδότηση θα μπορούσε να βρεθεί, ενδεχομένως και με ευρωπαϊκή στήριξη, εφόσον υπάρξει πολιτική συμφωνία ανάμεσα σε Άγκυρα και Βαγδάτη.

Για την Ευρώπη, η εξίσωση είναι σύνθετη. Από τη μία, ο IEA αναφέρει ότι μόνο περίπου 600.000 βαρέλια ημερησίως, δηλαδή γύρω στο 4% των ροών αργού μέσω Ορμούζ, κατευθύνονται στην Ευρώπη, άρα η άμεση έκθεση της ηπείρου στο στενό είναι μικρότερη από εκείνη της Ασίας. Από την άλλη, οι ευρωπαϊκές οικονομίες παραμένουν εξαιρετικά ευάλωτες σε κάθε διεθνές σοκ στις τιμές ενέργειας. Το Reuters μετέδωσε πριν λίγες ημέρες ότι η ΕΕ προειδοποίησε για παρατεταμένο ενεργειακό σοκ και πιθανές αναγκαστικές περικοπές κατανάλωσης αν συνεχιστεί η κρίση με το Ιράν, επιβεβαιώνοντας ότι ακόμη και όταν οι φυσικές ροές προς την Ευρώπη είναι περιορισμένες, η επίπτωση στις τιμές και στην αγορά παραμένει κρίσιμη.

Advertisement

Υπάρχει, βέβαια, και η πολιτική πλευρά. Ένας αγωγός Βασόρα-Τζεϊχάν θα απαιτούσε σταθερή συνεννόηση ανάμεσα σε Ιράκ και Τουρκία, αλλά και πιο καθαρό πλαίσιο για τις σχέσεις της Βαγδάτης με το Ερμπίλ. Επιπλέον, θα έπρεπε να ενταχθεί σε ένα νέο καθεστώς συνεργασίας, καθώς η Άγκυρα έχει ήδη κινηθεί για αναθεώρηση της μακροχρόνιας συμφωνίας για τον αγωγό Ιράκ-Τουρκίας, η οποία λήγει τον Ιούλιο του 2026, ζητώντας ένα πιο ευρύ και «ζωντανό» μοντέλο ενεργειακής συνεργασίας.

Την ίδια στιγμή, η περιφερειακή γεωπολιτική ενισχύει το επιχείρημα υπέρ των χερσαίων εναλλακτικών. Η πρόοδος του IMEC έχει επιβραδυνθεί, ενώ η Τουρκία κινείται και προς άλλες κατευθύνσεις διασύνδεσης, όπως η πρόσφατη συμφωνία με Συρία και Ιορδανία για εκσυγχρονισμό σιδηροδρομικών δικτύων με στόχο έναν νέο διάδρομο μεταξύ νότιας Ευρώπης, Λεβάντε και Κόλπου. Το μήνυμα είναι ότι η Άγκυρα επιχειρεί να τοποθετηθεί στον πυρήνα κάθε νέας περιφερειακής αρχιτεκτονικής μεταφορών και ενέργειας.

Το αν η πρόταση Μπιρόλ θα προχωρήσει, μένει ανοιχτό. Όμως το timing δεν είναι τυχαίο: η ανασφάλεια γύρω από το Ορμούζ, η ανάγκη του Ιράκ να προστατεύσει τα έσοδά του, η φιλοδοξία της Τουρκίας να εξελιχθεί σε ενεργειακό κόμβο και η αγωνία της Ευρώπης για ανθεκτικότερες αλυσίδες εφοδιασμού συνθέτουν μια συγκυρία που κάνει ένα τέτοιο έργο να μοιάζει λιγότερο θεωρητικό και περισσότερο μέρος μιας νέας γεωοικονομικής πραγματικότητας.

Advertisement