Η πρώτη επίσκεψη του Γερμανού καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς στην Τουρκία και η συνάντησή του με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν δεν κύλησε όπως θα ήθελε το Βερολίνο. Αντίθετα, ο λογαριασμός έκλεισε θετικά για την Άγκυρα, με τον Τούρκο πρόεδρο να επιμένει στον ρόλο του σκληρού ηγέτη που, ακόμη και όταν κερδίζει, ασκεί κριτική σε ΕΕ και Γερμανία και ζητά περισσότερα.

Η Τουρκία πήρε σχεδόν ό,τι επιδίωκε, Eurofighter, επιβεβαίωση του ρόλου της στο μεταναστευτικό και στο εμπόριο, καθώς και διαβεβαιώσεις για ενίσχυση της συμμετοχής της στην ευρωπαϊκή άμυνα ως αναντικατάστατου εταίρου του ΝΑΤΟ. Ο Ερντογάν εξήλθε για ακόμη μια φορά ενισχυμένος και με κύρος, παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως σημαντικό παίκτη στη διεθνή γεωπολιτική σκηνή.

Advertisement
Advertisement

Το Βερολίνο πόνταρε στη «θετική ατζέντα». Όμως, παρά τις χλιαρές αναφορές του Μερτς σε κράτος δικαίου και κριτήρια της Κοπεγχάγης, κατέληξε να υποβαθμίσει τις ίδιες τις ευρωπαϊκές αξίες.

«Οφείλουμε να εμβαθύνουμε τις στρατηγικές μας συνεργασίες και η Τουρκία δεν μπορεί να μείνει εκτός… Είναι πολύ σημαντικός παράγοντας σε όλα τα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας», δήλωσε ο καγκελάριος ενώπιον του Ερντογάν.

Ο Τούρκος πρόεδρος, ωστόσο, απάντησε με κλιμάκωση ρητορικής για τη Γάζα, αιχμές κατά Γερμανίας και ΕΕ, και παράπονα για ισλαμοφοβία και ξενοφοβία, επιμένοντας στον ρόλο του «προστάτη του Ισλάμ» και επαναφέροντας το ζήτημα της καθυστέρησης της ενταξιακής πορείας.

Ο Μερτς κράτησε χαμηλούς τόνους, περιοριζόμενος να επαναλάβει τη δέσμευση για στήριξη της ενταξιακής προοπτικής της Τουρκίας, επικαλούμενος τα κριτήρια της Κοπεγχάγης μόνο για να ακούσει από τον Ερντογάν ότι «και η Τουρκία έχει τα δικά της κριτήρια».

Για τον Ερντογάν, τα ευρωπαϊκά κριτήρια «δεν αποτελούν αρνητική διαδικασία», αλλά προέχουν τα «κριτήρια της Άγκυρας», καθώς όπως είπε «με αυτά ανοίγουμε τον εαυτό μας προς την Ευρώπη και τον κόσμο».

«Η Τουρκία δεν είναι μια συνηθισμένη ευρωπαϊκή ή ασιατική χώρα, είναι μια δημοκρατία που εφαρμόζει αποτελεσματικά αυτή τη διαδικασία στην Ευρώπη, την Ασία και παγκοσμίως», πρόσθεσε, παραμένοντας πιστός στο όραμά του για την αναγέννηση μιας “μεγάλης Τουρκίας”.

Advertisement

Έτσι, η Άγκυρα απέσπασε άμεσα κέρδη (Eurofighter τώρα) και μελλοντικές υποσχέσεις για χρηματοδότηση και πρόσβαση σε αμυντικά σχήματα, ενώ επιβεβαιώθηκε ο ρόλος της στο μεταναστευτικό ως μοχλού πίεσης προς τις Βρυξέλλες.

Η γερμανική «θετική ατζέντα» παρουσιάστηκε ως ρεαλισμός όμως θα μπορούσε να πει κανείς ότι πρόκειται για διπλωματικό κυνισμό που μετατρέπεται σε υποχωρητικότητα όταν τα «πρέπει» της ασφάλειας εκτοπίζουν τα «πρέπει» του κράτους δικαίου.
Ο Μερτς υποχρεώθηκε, έπειτα από ερώτηση δημοσιογράφου, να αναφερθεί στην ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και στην υπόθεση Ιμάμογλου, υπό πίεση από το εσωτερικό της Γερμανίας. Ήταν, ωστόσο, τυπικές δηλώσεις το μήνυμα που έφτασε στην Άγκυρα δεν ήταν «συνεργασία υπό όρους», αλλά «συνεργασία παρά τους όρους».

Χαρακτηριστικό ήταν το σχόλιο του δημοσιογράφου Ντενίζ Γιουτζέλ στη WELT TV: «Ο Ερντογάν τη γλίτωσε με όλα» στάση που, όπως είπε, «αγγίζει τα όρια της συνενοχής».

Advertisement

Αναλυτές μιλούν για πολιτικό προηγούμενο, όταν η πώληση αμυντικού υλικού, η συμμετοχή σε ευρωπαϊκά προγράμματα και οι υποσχέσεις για ένταξη αποσυνδέονται από τα ορόσημα της δημοκρατίας, η Ευρώπη εκπαιδεύει τους συνομιλητές της ότι οι αξίες της είναι διαπραγματεύσιμες.

Από την πλευρά της η Άγκυρα παίζει έξυπνα το παιχνίδι της μέγιστης απόδοσης. Κρατά υψηλούς τόνους για τη Γάζα, προβάλλει την εικόνα μιας «ιδιαίτερης» δημοκρατίας που δεν δέχεται κηδεμονία και εισπράττει οφέλη. Η ρητορική της σκληρότητας είναι μέθοδος, όχι ένστικτο: «Δώστε περισσότερα για να κρατήσουμε ισορροπίες».

Και η Ευρώπη δείχνει πρόθυμη να πληρώσει, υπό το φόβο του ρωσικού αναθεωρητισμού και νέων μεταναστευτικών κρίσεων, βλέποντας ταυτόχρονα ρόλο για την Τουρκία και στην “επόμενη μέρα” μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία, ακόμη και με αποστολή στρατιωτών. Πηγές δήλωναν στη HuffPost ότι «η Τουρκία δεν φοβάται τα φέρετρα» δηλαδή, το ενδεχόμενο απωλειών δεν την αποτρέπει, σε αντίθεση με τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη όπου το πολιτικό και κοινωνικό κόστος θα ήταν τεράστιο.

Advertisement

Η Τουρκία παίζει εδώ και δεκαετίες τον ρόλο του «αδικημένου εταίρου» και τον αξιοποιεί στο έπακρο. Άλλοτε εμφανίζεται ως θύμα, άλλοτε ως ηγετική δύναμη. Και η Ευρώπη, αναζητώντας ασφάλεια, ανταμείβει την αδιαλλαξία.

Το φλερτ Μερτς-Ερντογάν είναι συνέχεια της ευρύτερης ευρωπαϊκής μετατόπισης, όπου η ατζέντα ασφάλειας επισκιάζει την πολιτική των αρχών.

Το SAFE, οι αμυντικές συμπράξεις, οι επιστροφές μεταναστών, όλα αυτά μπορεί να είχαν νόημα μόνο εφόσον συνδέονταν με σκληρές, μετρήσιμες ρήτρες. Διαφορετικά, η διεύρυνση και η ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική καταντούν εργαλεία συναλλαγής χωρίς μεταρρυθμιστικό πυρήνα.

Advertisement

Η αρχή της αιρεσιμότητας δεν μπορεί να καταστρατηγηθεί. Και αν οι μελλοντικές αλλαγές στη διαδικασία λήψης αποφάσεων της ΕΕ (προς ειδική πλειοψηφία και κατάργηση βέτο) υλοποιηθούν, χώρες πρώτης γραμμής όπως η Ελλάδα και η Κύπρος θα βρεθούν στην ουρά. Αυτό, όμως, δεν είναι ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία είναι αυτοακύρωση.

Advertisement

Το Διαπραγματευτικό Πλαίσιο της Τουρκίας προβλέπει, πέρα από τα κριτήρια της Κοπεγχάγης, και πρόσθετα: τήρηση σχέσεων καλής γειτονίας, συμβολή στην επίλυση του Κυπριακού, εξομάλυνση σχέσεων με την Κυπριακή Δημοκρατία και πλήρη εφαρμογή του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Συμφωνίας της Άγκυρας (1963).

Χρειάζεται, επομένως, ανασύνταξη του ευρωπαϊκού αφηγήματος και το «η Άγκυρα είναι αναντικατάστατη» πρέπει να γίνει «η συνεργασία με την Άγκυρα είναι εν δυνάμει επωφελής όταν τηρεί όρους».

Η Ευρώπη, όμως, εμφανίζεται αδύναμη και εξαρτημένη, όταν ξεχνά ότι διαθέτει εργαλεία πίεσης πρόσβαση σε αγορές, κεφάλαια, τεχνολογία. Αυτά θα έπρεπε να είναι το «μαστίγιο και καρότο», τώρα προτάσει μόνο το καρότο.

Advertisement

Η επίσκεψη Μερτς στην Άγκυρα ήταν καθρέφτης μιας ευρωπαϊκής μετατόπισης. Είχαν προηγηθεί ανάλογες κινήσεις από την πρόεδρο της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, τον νέο πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα και την Ύπατη Εκπρόσωπο Κάγια Κάλας, καθώς και σημαντικές αμυντικές συμφωνίες της Τουρκίας με την Ιταλία. Η Άγκυρα, όμως, συνεχίζει να ανεβάζει τον πήχη των απαιτήσεων, καθιστώντας αφελές να πιστεύει κανείς ότι με λίγο περισσότερα ανταλλάγματα κάθε φορά θα αγοράζουμε επ’ αόριστον την ίδια «ηρεμία».

Η ανακύκλωση παραχωρήσεων που η άλλη πλευρά μεταφράζει κάθε φορά ως αδυναμία πρέπει να γίνει μάθημα όχι μόνο για την Ευρώπη, αλλά πρωτίστως για την Ελλάδα, το νότιο σύνορό της, το σύνορο της ίδιας της Δύσης. Η Αθήνα έχει ευθύνη να θυμάται και να θυμίζει ότι η σταθερότητα δεν αγοράζεται με σιωπή, ούτε η ειρήνη με απώλεια κυριαρχίας.