Το θερμόμετρο στις σχέσεις Μόσχας–Φαναρίου χτύπησε πάλι κόκκινο αυτές τις μέρες, Ιανουάριος του 2026, όταν η ρωσική Υπηρεσία Εξωτερικών Πληροφοριών (SVR) εξαπέλυσε πρωτοφανή επίθεση κατά του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου, μιλώντας για «συμμαχίες με εθνικιστές και νεοναζί» και “σχέδιο” αποκοπής εκκλησιών στις Βαλτικές από τη δικαιοδοσία της Μόσχας.

Το Φανάρι απάντησε με σκληρή γλώσσα, κάνοντας λόγο για «ευφάνταστα σενάρια», «ψευδείς ειδήσεις», «ύβρεις» και «κατασκευασμένες πληροφορίες» και υπενθυμίζοντας ότι από το 2018 – όταν παραχώρησε αυτοκεφαλία στην Εκκλησία της Ουκρανίας – απέφευγε να σχολιάζει ανάλογες επιθέσεις.

Advertisement
Advertisement

Η επίθεση της SVR, όπως αποτυπώθηκε και σε διεθνή κάλυψη, δεν περιορίστηκε σε πολιτική κριτική. Χρησιμοποίησε βαριά θεολογικά/συμβολικά φορτισμένους χαρακτηρισμούς και συνέδεσε τον Βαρθολομαίο με δυτική “υποστήριξη”, προβάλλοντας ως επόμενο μέτωπο τις Εκκλησίες σε Λιθουανία–Λετονία–Εσθονία.

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο, χωρίς να μπει σε αντιπαράθεση επί της ουσίας, επέμεινε ότι τέτοιου τύπου προπαγάνδα δεν το αποθαρρύνει από την «οικουμενική αποστολή» του.

Θυμίζω ότι “μήτρα” μιας τελευταίας σύγκρουσης είναι το ουκρανικό αυτοκέφαλο. Μιλάμε για το ρήγμα του 2018. Το 2018 υπήρξε σημείο καμπής. Η απόφαση του Φαναρίου να προχωρήσει στην αυτοκεφαλία της Εκκλησίας της Ουκρανίας άνοιξε έναν πόλεμο δικαιοδοσίας, ιστορίας και κύρους, με τη Μόσχα να αμφισβητεί το δικαίωμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου να κινείται χωρίς τη δική της συναίνεση.

Στο ελληνικό δημόσιο λόγο, η σύγκρουση περιγράφεται συχνά όχι μόνο ως εκκλησιαστική, αλλά και ως γεωπολιτική. Αλλά για τους γνωρίζοντες από θέσεις ευθύνης, όπως αυτές του υπουργείου Εξωτερικών ή της Γενικής Γραμματείας Θρησκευμάτων του υπουργείου παιδείας το θεωρούν δεδομένο. Η Ρωσία “επενδύει” στον ρόλο του προστάτη της Ορθοδοξίας, ενώ το Φανάρι υπερασπίζεται το ιστορικό πρωτείο τιμής (“πρώτος μεταξύ ίσων”).

Η Μόσχα κινείται ως “πατρώνας” όπου μπορεί. Και θα αποφύγω να αναφέρω αν αυτό συνδυάζεται και με «οικονομικές συνδρομές». Αφρική, “Amman format”, Ιεροσόλυμα.

Παράδειγμα η Αφρική με το σοκ του Εξαρχάτου. Μετά την αναγνώριση της ουκρανικής αυτοκεφαλίας από το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας, η Ρωσική Εκκλησία προχώρησε (τέλη 2021) στη δημιουργία Πατριαρχικού Εξαρχάτου Αφρικής, μια κίνηση που, πρακτικά, άνοιξε παράλληλη εκκλησιαστική δομή σε έδαφος που παραδοσιακά θεωρείται δικαιοδοσία Αλεξανδρείας.

Advertisement

Παράδειγμα και τα Ιεροσόλυμα με “Amman format”: Μια παράλληλη πλατφόρμα συνεννόησης. Το 2020, η συνάντηση στο Αμμάν (με πρωτοβουλία του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων) λειτούργησε ως μια εναλλακτική “σκηνή” διαλόγου για την κρίση στην Ορθοδοξία, με τη Μόσχα να συμμετέχει ενεργά και να επιμένει στη συνέχιση του “Amman format”.

Κριτικές φωνές, πάντως, περιέγραψαν το Αμμάν ως “βιτρίνα” των εσωτερικών ρήξεων, ενώ από πλευράς Φαναρίου είχε διατυπωθεί ξεκάθαρα η θέση ότι τέτοιες πρωτοβουλίες δεν μπορούν να υποκαθιστούν τον θεσμικό ρόλο του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Πάντως, για να μη γελιόμαστε, όσο περισσότερο η Μόσχα στήνει παράλληλες δομές και φόρουμ, τόσο περισσότερο μετακινείται το “κέντρο βάρους” της Ορθοδοξίας από μια κανονική τάξη πραγμάτων σε μια λογική μπλοκ ισχύος. Αυτό δεν σημαίνει ότι υπάρχει επίσημο σχέδιο “μεταφοράς” του Οικουμενικού Πατριαρχείου στη Μόσχα, που παρασκηνιακά και «ανεπίσημα» σαφώς έχει,εκδηλωθεί εδώ,και, χρόνια. Σημαίνει όμως ότι, στην πράξη, η ρωσική στρατηγική μοιάζει να επιδιώκει κάτι συγγενές. Να καταστήσει τη Μόσχα τον de facto ρυθμιστή, εκεί όπου μπορεί να κερδίσει επιρροή.

Advertisement

Ας μη ξεχνάμε επίσης και την Αγία Σοφία και τον κυνισμό των «εισιτηρίων». Στο ίδιο μοτίβο realpolitik εντάχθηκε και η αντίδραση του Κρεμλίνου το καλοκαίρι του 2020, όταν η Αγία Σοφία άλλαξε καθεστώς και από μουσείο μετατράπηκε σε τζαμί. Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου Ντμίτρι Πεσκόφ είχε δηλώσει ότι «οι Ρώσοι τουρίστες θα ωφεληθούν επειδή η είσοδος θα είναι δωρεάν, χωρίς εισιτήριο». Θρασύτατο και προσβλητικό, θα παρατηρούσα.

Τι διακυβεύεται τώρα; Ποιος μπορεί να είναι ο επίλογος ενός άρθρου για μιας σύγκρουση που δεν είναι μόνο εκκλησιαστική;

Η νέα κλιμάκωση ανάμεσα στη Μόσχα και το Φανάρι δεν αφορά απλώς μια ανταλλαγή σκληρών ανακοινώσεων. Αφορά το ποιος θα έχει τον ρόλο του «ρυθμιστή» στην Ορθοδοξία σε μια περίοδο όπου τα σύνορα, οι ταυτότητες και οι συμμαχίες αλλάζουν με ταχύτητα.

Advertisement

Πρώτα απ’ όλα, η Ανατολική Ευρώπη και οι Βαλτικές είναι το επόμενο μεγάλο πεδίο τριβής. Το αποτέλεσμα είναι μια ζώνη διαρκούς έντασης, όπου η θρησκευτική δικαιοδοσία τέμνεται με την πολιτική κυριαρχία.

Το δεύτερο διακύβευμα είναι η «εξαγωγή» της σύγκρουσης εκτός Ευρώπης. Η Αφρική αναδείχθηκε στο πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα: μια περιοχή όπου το εκκλησιαστικό αποτύπωμα δεν είναι απλώς συμβολικό, αλλά συνδέεται με κοινωνικά δίκτυα, εκπαιδευτικές δομές, ανθρωπιστική δράση και –αναπόφευκτα– με το ποιος θα έχει λόγο σε τοπικές ηγεσίες και κοινότητες. Όσο η αντιπαράθεση μεταφέρεται σε νέες γεωγραφίες, τόσο η διαμάχη παύει να είναι “εσωτερική υπόθεση” και παίρνει χαρακτηριστικά παγκόσμιου ανταγωνισμού επιρροής.

Τρίτο και ίσως πιο κρίσιμο: η πολιτικοποίηση της πίστης σε συνθήκες πολέμου, με επίκεντρο την Ουκρανία. Εκεί, η εκκλησιαστική επιλογή δεν αντιμετωπίζεται μόνο ως πνευματική ή κανονική. Αντιμετωπίζεται ως δήλωση ταυτότητας, ως πλευρά σε έναν ιστορικό και αιματηρό διχασμό.

Advertisement

Τέλος να καταθέσω και το εξής από προσωπική εμπειρία. Στην Συμφωνία των Πρεσπών αντίθετοι δεν ήταν μόνο οι «Μακεδονομάχοι». Ήταν και η Ρωσία. Παρενέβη απροκάλυπτα με ορμητήριο το σημεία επιρροής που έχει στο Άγιο Όρος και από κει σε μερίδα του κλήρου, σε εκκλησιαστικές ενορίες/περιφέρειες. Επιβεβαιώνει πολλά από τα όσα συμπεριελήφθησαν στο σημερινό άρθρο ως προς την χρήση της εκκλησιαστικής επιρροής προς όφελος της πολιτικής ισχύος.

Advertisement