Σε μια περίοδο που η αγορά πετρελαίου ήταν ήδη ευάλωτη σε γεωπολιτικούς κραδασμούς, η πρόσφατη κλιμάκωση της κρίσης μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών, του Ισραήλ και του Ιράν επαναφέρει στο προσκήνιο τον φόβο ενός νέου ενεργειακού σοκ. Η τιμή του πετρελαίου – δείκτες όπως το Brent και το αμερικανικό WTI – έχουν κινηθεί ανοδικά τις τελευταίες εβδομάδες, αντανακλώντας την αυξημένη αβεβαιότητα για τη μελλοντική προσφορά και τη δυνατότητα διακοπών στην παγκόσμια ροή ενέργειας.
Οι διεθνείς αγορές παρακολουθούν με ιδιαίτερη προσοχή την κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ, από τα οποία διέρχεται περίπου το 20 % της παγκόσμιας κατανάλωσης πετρελαίου. Η ενδεχόμενη διακοπή της ναυσιπλοΐας σε αυτό τον καθοριστικό κόμβο θα μπορούσε να προκαλέσει μεγάλη μείωση στην προσφορά αργού, οδηγώντας σε ραγδαία αύξηση των τιμών. Σε ακραία σενάρια, αναλυτές του κλάδου εκτιμούν πως οι τιμές θα μπορούσαν να ξεπεράσουν ακόμη και τα 100 δολάρια το βαρέλι — αν και τέτοιο ενδεχόμενο θεωρείται σχετικά απίθανο στην παρούσα φάση λόγω του υψηλού κόστους για την παγκόσμια οικονομία.
Οι δυνάμεις πίσω από την άνοδο των τιμών
Η πρόσφατη άνοδος των τιμών δεν οφείλεται αποκλειστικά στην τάση των διεθνών δεικτών, αλλά και στις στρατηγικές κινήσεις των μεγάλων διαχειριστών κεφαλαίου. Μεγάλα hedge funds έχουν αυξήσει σημαντικά τις ανοδικές τους θέσεις στην αγορά πετρελαίου, στοιχηματίζοντας σε περαιτέρω άνοδο της τιμής. Η γεωπολιτική ένταση λειτουργεί ως «ασφάλιστρο κινδύνου» στις χρηματιστηριακές τιμές του αργού, με αποτέλεσμα οι επενδυτές να τιμολογούν υψηλότερη πιθανότητα σοβαρών διαταραχών στην παγκόσμια προσφορά.
Παράλληλα, τα αυξημένα αποθέματα στις Ηνωμένες Πολιτείες και η πιθανότητα παρέμβασης από τον ΟΠΕΚ+ λειτουργούν ως αντίβαρο στις ανοδικές πιέσεις. Οργανισμοί όπως ο Οργανισμός Πετρελαιοεξαγωγικών Κρατών και οι σύμμαχοί του εξετάζουν την αύξηση της παραγωγής για να μετριάσουν τις ενδεχόμενες επιπτώσεις στην αγορά, δημιουργώντας έτσι μια εξισορρόπηση μεταξύ προσφοράς και ζήτησης στο παγκόσμιο επίπεδο.
Τι σημαίνει για τους καταναλωτές
Αν και οι τιμές του αργού πετρελαίου αποτελούν μόνο ένα μέρος του τελικού κόστους των καυσίμων στην αντλία, οποιαδήποτε σημαντική άνοδος μεταφράζεται σε αύξηση του κόστους για βενζίνη και diesel. Μέσα από τις αλυσιδωτές επιδράσεις, η άνοδος του πετρελαίου μπορεί να επηρεάσει το κόστος μεταφορών, τη μεταφορά αγαθών και τελικά τον πληθωρισμό σε μια ήδη εύθραυστη παγκόσμια οικονομία.
Ναυτιλία: ασφάλιστρα, παρακάμψεις και «στενός λαιμός» του παγκόσμιου εμπορίου
Οι θαλάσσιες μεταφορές είναι ο «αόρατος» πολλαπλασιαστής κρίσεων. Μια στρατιωτική κλιμάκωση στον Κόλπο ανεβάζει war risk premiums και κόστος ασφάλισης, αυξάνει τον χρόνο μεταφοράς/κόστος καυσίμων λόγω εναλλακτικών διαδρομών και πιέζει την εφοδιαστική αλυσίδα (ιδίως σε ενέργεια, χημικά, πρώτες ύλες).
Και εδώ υπάρχει το κρίσιμο: όταν οι επιχειρήσεις «τιμολογούν» τον κίνδυνο, δεν περιμένουν το χειρότερο σενάριο για να αντιδράσουν. Αρκεί η πιθανότητα.
Οι πιθανές συνέπειες για την Ελλάδα: όχι «μακριά», αλλά έμμεσα παντού
Για την Ελλάδα, τα κύματα μιας τέτοιας κρίσης θα έρθουν κυρίως έμμεσα:
(α) Καύσιμα, ρεύμα, κόστος ζωής
Αν υπάρξει άνοδος στις διεθνείς τιμές ενέργειας, θα δούμε πίεση σε μεταφορές, εφοδιασμό και τιμές καταναλωτή.
(β) Ναυτιλία
Η ελληνική ναυτιλία, ως κορμός της παγκόσμιας μεταφοράς ενέργειας/εμπορίου, επηρεάζεται από ασφάλιστρα, διαδρομές, κινδύνους και διαθεσιμότητα πλοίων. Μια περίοδος «κόκκινου συναγερμού» στον Κόλπο μεταφράζεται σε αυξημένο λειτουργικό ρίσκο.
(γ) Τουρισμός και αίσθημα ασφάλειας στην περιοχή
Όταν η Ανατολική Μεσόγειος βρίσκεται σε φάση γενικευμένης ανησυχίας, η ψυχολογία της αγοράς (κρατήσεις, αερομεταφορές, ασφάλιστρα) μπορεί να «σφίξει» – έστω και χωρίς άμεση απειλή στον ελληνικό χώρο.
(δ) Γεωπολιτικές ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο
Μια κρίση ΗΠΑ–Ιράν συχνά «αναδιατάσσει» προτεραιότητες συμμάχων, δημιουργεί πιέσεις σε περιφερειακές σχέσεις και αυξάνει τη στρατιωτική κινητικότητα στη γειτονιά μας.
Η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή έχει επαναφέρει στο επίκεντρο τον ρόλο των εμπορευματικών μεταφορών Που στην πλειοψηφία τους γίνονται διά θαλάσσης και του πετρελαίου ως κρίσιμο παράγοντα γεωπολιτικής και οικονομικής σταθερότητας. Παρά το έντονο ρίσκο που ενσωματώνει η αγορά, οι αναλυτές διατηρούν επιφυλάξεις για το πόσο ψηλά μπορούν πράγματι να φτάσουν οι τιμές, ειδικά σε περίπτωση που αποφευχθούν πιο σοβαρές διαταραχές στη ροή της ενέργειας. Το μόνο βέβαιο είναι ότι οι επόμενες εβδομάδες θα είναι καθοριστικές για την πορεία των διεθνών τιμών και τις επιπτώσεις στην καθημερινότητα των καταναλωτών.