Στο Άλντεν Μπίεζεν, στο κάστρο της Λιμβούργης του Βελγίου που φιλοξενεί την άτυπη σύνοδο κορυφής των Ευρωπαίων ηγετών, η λέξη της ημέρας είναι η «ανταγωνιστικότητα». Όμως πίσω από την προσπάθεια να γίνει η Ευρώπη πιο ανταγωνιστική, αναδύονται ήδη ανταγωνιστικές οπτικές για το οικονομικό της μέλλον, καθιστώντας τη σύνοδο των 27 όχι μια απλή τεχνική συζήτηση μεταρρυθμίσεων αλλά ένα πολιτικό τεστ για το ποιο μοντέλο ανάπτυξης θα επικρατήσει τα επόμενα χρόνια.
Η συνάντηση θεωρείται εξαιρετικά σημαντική, όχι επειδή αναμένεται να παραγάγει άμεσα αποφάσεις, αλλά επειδή καλείται να διαπιστώσει αν μπορεί να διαμορφωθεί ένα κοινό πλαίσιο και μια κοινή κατεύθυνση δράσης σε μια περίοδο κατά την οποία η ευρωπαϊκή οικονομία αισθάνεται ότι χάνει έδαφος έναντι των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας. Οι προσδοκίες παραμένουν χαμηλές και οι διαφορές μεταξύ των κρατών-μελών εμφανείς. Η ελπίδα, όπως λένε διπλωματικές πηγές, είναι να αρχίσει να διαμορφώνεται μια ελάχιστη κοινή συνισταμένη, ώστε στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Μαρτίου να αποτυπωθούν πιο συγκεκριμένα βήματα.
Στη μεγάλη εικόνα, η συζήτηση για την ανταγωνιστικότητα αφορά ακριβώς τη θέση της Ευρώπης στο διεθνές οικονομικό σκηνικό, η οποία τα τελευταία χρόνια εμφανίζει σημάδια σχετικής υποχώρησης. Το ερώτημα δεν είναι αν χρειάζεται ενίσχυση, αλλά πώς θα επιτευχθεί. Ένα κεντρικό κομμάτι της απάντησης είναι η εύρυθμη λειτουργία της ενιαίας αγοράς. Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΕ, τα εσωτερικά εμπόδια ισοδυναμούν περίπου με 40% δασμούς στα αγαθά και 110% στις υπηρεσίες. Αν η ενιαία αγορά λειτουργούσε πιο αποτελεσματικά, οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν καλύτερα τα οφέλη της κλίμακας και να ανοιχτούν πιο δυναμικά σε παγκόσμιο επίπεδο.
Ενδεικτικό του κλίματος που επικρατεί πριν από τη σύνοδο είναι η πληθώρα σημειωμάτων, δηλώσεων, προτάσεων και non-papers με στόχο να δοθεί ο τόνος πριν από την κύρια συζήτηση. Στο Άλντεν Μπίεζεν θα βρεθούν και ο Μάριο Ντράγκι και ο Ενρίκο Λέττα, με μέρος των συζητήσεων να βασίζεται στις προτάσεις που έχουν ήδη καταθέσει στις εκθέσεις τους για την ανταγωνιστικότητα και την εμβάθυνση της ενιαίας αγοράς.
Γερμανο-ιταλικός άξονας εναντίον Γαλλίας
Την ίδια ώρα, πίσω από τα τεχνικά εργαλεία και τις κανονιστικές παρεμβάσεις, διαμορφώνεται μια σαφής πολιτική γεωγραφία. Στο παρασκήνιο της άτυπης συνόδου, ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς και η Ιταλίδα πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι εμφανίζονται να συντονίζουν τις θέσεις τους, επιχειρώντας να επηρεάσουν την κατεύθυνση της συζήτησης και να συγκροτήσουν ένα μέτωπο υπέρ ταχύτερων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και απλοποίησης. Η σύμπλευση Βερολίνου και Ρώμης αναδιατάσσει τις ισορροπίες και θέτει ερωτήματα για τον παραδοσιακό γαλλογερμανικό άξονα, καθώς το Παρίσι βρίσκεται αντιμέτωπο με μια νέα δυναμική στη συζήτηση για το μέλλον της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Σημεία τριβής
Παρά τη γενική συμφωνία ότι «κάτι πρέπει να γίνει», οι διαφωνίες για το μείγμα πολιτικής παραμένουν έντονες. Από τη μία πλευρά βρίσκονται όσοι προκρίνουν μια πιο παρεμβατική στρατηγική, με έμφαση στη μείωση εξαρτήσεων και στην ενίσχυση της ευρωπαϊκής παραγωγικής βάσης. Από την άλλη, οι βόρειες χώρες μαζί με τις βαλτικές υποστηρίζουν ότι η ισχύς της Ευρώπης εδράζεται στην ανοιχτή οικονομία και στις διεθνείς αλυσίδες αξίας, προειδοποιώντας για τον κίνδυνο διολίσθησης σε προστατευτισμό.
Ευρωομόλογο
Το πρώτο σαφές σημείο τριβής αφορά τη χρηματοδότηση. Ο Εμανουέλ Μακρόν επανέφερε την ιδέα κοινής έκδοσης χρέους, ευρωομολόγων, για να καλυφθούν οι τεράστιες επενδυτικές ανάγκες που, σύμφωνα με την έκθεση Ντράγκι, φτάνουν τα 750 έως 800 δισ. ευρώ ετησίως. Το Βερολίνο αντιστέκεται σταθερά στην επανάληψη του κοινού δανεισμού. Αντί για ευρωομόλογα, Γερμανία και Ιταλία προωθούν την εμβάθυνση της αγοράς επιχειρηματικού κεφαλαίου, τη δημιουργία πανευρωπαϊκού χρηματιστηρίου και δευτερογενούς αγοράς, καθώς και την προσαρμογή των κεφαλαιακών απαιτήσεων ώστε να διευκολυνθεί η χρηματοδότηση χωρίς να διακυβεύεται η σταθερότητα.
Made in Europe
Αλλο σημείο που προκαλεί εντάσεις είναι αυτό του «Made in Europe».Σε αυτό το πλαίσιο, η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν έχει δώσει ξεχωριστή έμφαση στην έννοια της «ευρωπαϊκής προτίμησης» ή του «made in Europe», υποστηρίζοντας ότι σε στρατηγικούς τομείς η προτίμηση σε ευρωπαϊκά προϊόντα και τεχνολογίες αποτελεί αναγκαίο εργαλείο για την ενίσχυση της παραγωγικής βάσης και τη δημιουργία αγορών-πρωτοπόρων. Ταυτόχρονα, έχει ξεκαθαρίσει ότι δεν υπάρχει «μία λύση για όλους» και ότι κάθε παρέμβαση πρέπει να είναι στοχευμένη και συμβατή με τις διεθνείς υποχρεώσεις της Ένωσης.
Το Βερολίνο, από την πλευρά του, επιθυμεί η ευρωπαϊκή προτίμηση να είναι χρονικά περιορισμένη, να αφορά μόνο κρίσιμους στρατηγικούς τομείς και να εφαρμόζεται ως έσχατο μέτρο. Λίγες ώρες πριν από τη σύνοδο, ο Φρίντριχ Μερτς έδωσε το στίγμα αυτής της γραμμής δηλώνοντας ότι οι κανόνες «Made in Europe» μπορεί να είναι υπερβολικά στενοί και ότι ο ίδιος στηρίζει μια προσέγγιση «Made with Europe», η οποία θα περιλαμβάνει και τους εμπορικούς εταίρους της Ένωσης. Παράλληλα τόνισε ότι οι κανόνες ευρωπαϊκής προτίμησης θα πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο για κρίσιμους στρατηγικούς τομείς και μόνο ως έσχατη λύση. Η Ιταλία συντάσσεται με αυτή τη γραμμή, υπογραμμίζοντας ότι προτεραιότητα δεν είναι μόνο η στήριξη των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων αλλά και η προσέλκυση νέων επενδύσεων.
Ενδεικτικό της κατάστασης είναι ότι οι ηγέτες της Ιταλίας, της Γερμανίας και του Βελγίου έχουν συγκαλέσει νωρίς σήμερα το πρωί μια «μίνι σύνοδο κορυφής» για την ανταγωνιστικότητα, με τη συμμετοχή περίπου 12 Ευρωπαίων ηγετών, μεταξύ των οποίων και της Ελλάδας. Στο κοινό έγγραφο που κατέθεσαν, οι τρεις χώρες εμφανίζονται επιφυλακτικές απέναντι στην έννοια της «ευρωπαϊκής προτίμησης», χωρίς να την απορρίπτουν, τονίζοντας ότι τυχόν τέτοια μέτρα πρέπει να είναι εξαιρετικού χαρακτήρα.
Κρατικές ενισχύσεις
Στο πεδίο των κρατικών ενισχύσεων, οι διαφορές είναι επίσης εμφανείς και συνδέονται άμεσα με τις δημοσιονομικές δυνατότητες κάθε χώρας. Ορισμένες εμφανίζονται πιο πρόθυμες να χρησιμοποιήσουν το εργαλείο για τη στήριξη της βιομηχανίας, άλλες όμως, όπως η Ελλάδα, προειδοποιούν ότι έτσι ενισχύεται ο αθέμιτος ανταγωνισμός εντός της Ένωσης, καθώς στην πράξη ευνοούνται όσες διαθέτουν μεγαλύτερο δημοσιονομικό χώρο.
Αν οι κρατικές ενισχύσεις επεκταθούν χωρίς κοινό ευρωπαϊκό πλαίσιο χρηματοδότησης, οι ισχυρότερες οικονομίες μπορούν να επιδοτούν μαζικότερα τις επιχειρήσεις τους, προσελκύοντας επενδύσεις εις βάρος των υπολοίπων. Η Ελλάδα, όπως και άλλες χώρες με πιο περιορισμένα περιθώρια, αντιμετωπίζει αυτό το δίλημμα: επιθυμεί μια ενεργητική ευρωπαϊκή βιομηχανική πολιτική, αλλά όχι ένα καθεστώς που θα βασίζεται αποκλειστικά σε εθνικούς προϋπολογισμούς και θα διευρύνει τις εσωτερικές ανισορροπίες.
EU Inc και Ένωση Κεφαλαιαγορών
Παράλληλα, η ένωση κεφαλαιαγορών και το λεγόμενο «28ο καθεστώς» αναδεικνύονται σε κρίσιμα εργαλεία για τη χρηματοδότηση της ανάπτυξης και της καινοτομίας. Όλοι αναγνωρίζουν ότι πρέπει να προχωρήσει η ένωση κεφαλαιαγορών, όμως χώρες όπως το Λουξεμβούργο και η Ιρλανδία, αλλά και η Ελλάδα εμφανίζονται επιφυλακτικές απέναντι σε ένα ισχυρό κεντρικό εποπτικό όργανο. Στο ίδιο μήκος κύματος, το «28ο καθεστώς», που θα μπορούσε να διευκολύνει τη λειτουργία εταιρειών σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, προσκρούει σε ενστάσεις για την εναρμόνιση φορολογικών και εργασιακών κανόνων.
Προς μια Ευρώπη δύο ταχυτήτων;
Όμως η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν έχει καταστήσει σαφές ότι στο δρόμο για την ανάπτυξη προτεραιότητα παραμένει η συμφωνία και των 27. Ωστόσο, αν αυτή δεν επιτευχθεί, ειδικά για την ένωση κεφαλαιαγορών, η Ένωση θα πρέπει να είναι έτοιμη να αξιοποιήσει τα εργαλεία των Συνθηκών, ακόμη και μέσω ενισχυμένης συνεργασίας. Με άλλα λόγια, αν η κοινή πορεία μπλοκάρει, μια ομάδα πρόθυμων κρατών-μελών θα μπορούσε να προχωρήσει ταχύτερα. Η επιμονή της ότι η Ευρώπη πρέπει να προχωρά ακόμη και χωρίς ομοφωνία, αλλά και οι αντιδράσεις χωρών που φοβούνται υπερσυγκέντρωση εξουσιών στις Βρυξέλλες, επαναφέρουν τη συζήτηση για μια Ευρώπη πολλών ταχυτήτων.
Απλοποίηση και εθνικοί κανόνες
Σημαντικό σκέλος της συζήτησης αποτελεί και η απλοποίηση. Η απλοποίηση σημαίνει πιο ομοιόμορφοι κανόνες, πιο απλές και γρήγορες διαδικασίες, απομάκρυνση περιττών κανονισμών και δέσμευση ότι οι νέες ρυθμίσεις δεν θα προσθέτουν πολυπλοκότητα.
Από το βήμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η φον ντερ Λάιεν συνέδεσε ευθέως την οικονομική ισχύ με τη γεωπολιτική θέση της Ένωσης, τονίζοντας ότι «η ανταγωνιστικότητα δεν είναι μόνο το θεμέλιο της ευημερίας μας, αλλά και της ασφάλειάς μας και τελικά των δημοκρατιών μας». Υπενθύμισε ότι οι επιχειρήσεις συχνά δαπανούν σχεδόν όσα επενδύουν στην έρευνα και ανάπτυξη σε γραφειοκρατία και πρότεινε μείωση του διοικητικού κόστους κατά 15 δισ. ευρώ ετησίως, καλώντας τα κράτη-μέλη να μην προσθέτουν εθνικές ρυθμίσεις που εντείνουν τον κατακερματισμό.
Το ίδιο μοτίβο δυσκολιών επαναλαμβάνεται και σε άλλους τομείς, από την άμυνα και τη βιομηχανία άμυνας έως την ενέργεια και τις υψηλές τιμές. Ακόμη και όταν όλοι συμφωνούν ότι πρέπει να προχωρήσουν, στην πράξη δεν τα βρίσκουν.
Η Mercosur ως υπενθύμιση των διαφωνιών μεταξύ των κρατών μελών
Η εμπορική συμφωνία με το Mercosur αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα των νέων συσχετισμών. Παρά τις αντιρρήσεις της Γαλλίας, η συμφωνία κέρδισε την υποστήριξη της πλειοψηφίας των κρατών-μελών, ιδίως μετά τη στήριξη που της παρείχε η Ιταλία, και αναμένεται να επανέλθει στο τραπέζι καθώς η Επιτροπή εξετάζει τρόπους προσωρινής εφαρμογής.
Διπλωματικές πηγές παρομοιάζουν τη διαδικασία με αγώνα κυπέλλου δύο αναμετρήσεων. Στο Άλντεν Μπίεζεν παίζεται το πρώτο παιχνίδι, όπου θα φανεί ποια στρατηγική κερδίζει έδαφος και ποιοι συσχετισμοί διαμορφώνονται. Η ρεβάνς του Μαρτίου θα κρίνει ποια γραμμή θα αποτυπωθεί τελικά στα συμπεράσματα.
Το ζητούμενο παραμένει, η Ένωση μπορεί να αποφύγει μια ακόμη κακοφωνία και να χαράξει μια συνεκτική στρατηγική για την ανταγωνιστικότητά της.