Η έναρξη των εργασιών για το γαλλικό αεροπλανοφόρο νέας γενιάς, που πλέον φέρει την ονομασία France Libre, επαναφέρει στο προσκήνιο ένα παλιό αλλά απολύτως σύγχρονο ερώτημα: γιατί τα αεροπλανοφόρα εξακολουθούν να θεωρούνται το απόλυτο σύμβολο στρατιωτικής ισχύος; Η απάντηση βρίσκεται στο γεγονός ότι λειτουργούν ως πλωτές αεροπορικές βάσεις, ικανές να μεταφέρουν μαχητικά, ελικόπτερα, χιλιάδες μέλη πληρώματος και μεγάλες ποσότητες οπλισμού, προσφέροντας σε ένα κράτος τη δυνατότητα να επιχειρεί μακριά από τα σύνορά του χωρίς να εξαρτάται από χερσαίες βάσεις.
Το νέο γαλλικό πρόγραμμα έχει τεράστια στρατηγική και συμβολική αξία. Σύμφωνα με τις μέχρι τώρα ανακοινώσεις, το France Libre θα έχει μήκος περίπου 310 μέτρα, εκτόπισμα γύρω στους 80.000 τόνους, δύο πυρηνικούς αντιδραστήρες και δυνατότητα να μεταφέρει περίπου 30 Rafale Marine, μαζί με αεροσκάφη έγκαιρης προειδοποίησης και drones. Ο στόχος είναι να αντικαταστήσει το Charles de Gaulle όταν εκείνο αποσυρθεί, με ορίζοντα πλήρους επιχειρησιακής ένταξης το 2038. Αν ολοκληρωθεί όπως έχει σχεδιαστεί, θα είναι όχι απλώς το μεγαλύτερο αεροπλανοφόρο της Ευρώπης, αλλά και το μεγαλύτερο πολεμικό πλοίο που έχει κατασκευαστεί ποτέ στην ήπειρο.
Τι μεταφέρει, όμως, στην πράξη ένα αεροπλανοφόρο; Πρώτα απ’ όλα μεταφέρει προσωπικό. Στα αμερικανικά υπεραεροπλανοφόρα τύπου Ford και Nimitz, το πλήρωμα του πλοίου, η αεροπορική πτέρυγα και το επιτελείο φθάνουν συνολικά περίπου τους 4.600 έως 5.000 ανθρώπους. Παράλληλα, μεταφέρει αεροσκάφη: μαχητικά, αεροσκάφη έγκαιρης προειδοποίησης, ηλεκτρονικού πολέμου, μεταφορικά και ελικόπτερα. Και βέβαια μεταφέρει οπλισμό: πυρομαχικά αεροσκαφών, κατευθυνόμενες βόμβες, πυραύλους αέρος-αέρος και αέρος-εδάφους, πυρομαχικά μικρών όπλων, αλλά και οργανικά συστήματα αυτοπροστασίας του ίδιου του πλοίου, όπως συστήματα εγγύς άμυνας τύπου Phalanx. Τα πυρομαχικά φυλάσσονται σε ειδικά περιοδικά ασφαλείας μέσα στο πλοίο και ανεβαίνουν στο κατάστρωμα όταν απαιτείται για φόρτωση στα αεροσκάφη.
Με βάση το πλήρες εκτόπισμα, τα μεγαλύτερα αεροπλανοφόρα του κόσμου σήμερα είναι, σε γενικές γραμμές, τα εξής: πρώτο, η αμερικανική κλάση Gerald R. Ford, με περίπου 100.000 τόνους· δεύτερο, η επίσης αμερικανική κλάση Nimitz, επίσης κοντά στους 100.000 τόνους· τρίτο, το κινεζικό Fujian, με εκτόπισμα άνω των 80.000 τόνων· τέταρτο, τα βρετανικά HMS Queen Elizabeth και HMS Prince of Wales, περίπου 65.000 τόνων το καθένα· και πέμπτο, το κινεζικό Shandong, που τοποθετείται στη ζώνη των 60.000 έως 70.000 τόνων. Σε αυτή τη διεθνή εικόνα γίνεται σαφές γιατί το γαλλικό France Libre των 80.000 τόνων θεωρείται τόσο φιλόδοξο: όταν περάσει από το χαρτί στη θάλασσα, θα μπει αυτομάτως στην κορυφαία κατηγορία παγκοσμίως.
Ιστορικά, το πρώτο “αληθινό” αεροπλανοφόρο θεωρείται το βρετανικό HMS Argus, που τέθηκε σε υπηρεσία το 1918 και ήταν το πρώτο πλοίο με συνεχές, ανεμπόδιστο κατάστρωμα πτήσης σε όλο το μήκος του, επιτρέποντας σε αεροσκάφη με τροχούς να απονηώνονται και να προσνηώνονται κανονικά. Υπήρξαν βέβαια προγενέστερα πλοία που μετέφεραν υδροπλάνα, όμως το Argus είναι εκείνο που θεωρείται ο πρόγονος των σύγχρονων αεροπλανοφόρων, ενώ το ιαπωνικό Hōshō ήταν το πρώτο που σχεδιάστηκε εξαρχής ως αεροπλανοφόρο.
Στην πραγματικότητα, αυτό είναι και το βαθύτερο νόημα της γαλλικής επένδυσης: τα αεροπλανοφόρα δεν είναι απλώς μεγάλα πολεμικά πλοία. Είναι κινητές βάσεις αεροπορικής ισχύος, κέντρα διοίκησης, σύμβολα αποτροπής και, ταυτόχρονα, εργαλεία διπλωματίας. Όταν μια χώρα κατασκευάζει ένα τόσο μεγάλο αεροπλανοφόρο, δεν δηλώνει μόνο στρατιωτική ισχύ. Δηλώνει ότι θέλει να έχει ρόλο και εμβέλεια πολύ πέρα από τα νερά της. Και αυτό ακριβώς επιχειρεί να κάνει σήμερα η Γαλλία με το France Libre.