Σε μια φορτισμένη δημόσια εμφάνιση, λίγες ώρες μετά το αιματηρό περιστατικό στο Μαρ α Λάγκο, ο Ντόναλντ Τραμπ επέλεξε να απαντήσει όχι μόνο για το συμβάν, αλλά και για το ευρύτερο κλίμα απειλών που, όπως είπε, τον περιβάλλει τα τελευταία χρόνια. Στην πρώτη του τοποθέτηση μετά τον θανάσιμο τραυματισμό του 21χρονου εισβολέα στην προεδρική κατοικία στη Φλόριντα, ο Αμερικανός Πρόεδρος συνέδεσε το όνομά του με εκείνα δύο ιστορικών μορφών που σημάδεψαν την αμερικανική ιστορία με τραγικό τρόπο: του Τζον Φιτζέραλντ Κένεντι και του Αβραάμ Λίνκολν.
Η ομιλία του πραγματοποιήθηκε στον Λευκό Οίκο, στο πλαίσιο της εκδήλωσης «Angel Families», που είναι αφιερωμένη στη μνήμη θυμάτων εγκλημάτων από παράνομους μετανάστες. Ωστόσο, το ενδιαφέρον στράφηκε γρήγορα στις δηλώσεις του για τις απόπειρες δολοφονίας εις βάρος του και στο πρόσφατο περιστατικό στο Mar-a-Lago.
🚨 BREAKING: President Trump announces he will be signing a proclamation designating February 22nd as National Angel Families Day
— Nick Sortor (@nicksortor) February 23, 2026
This comes as Angel Families, those who have lost loved ones at the hands of illegals, gather at the White House today ❤️🇺🇸 pic.twitter.com/gxH75Vbwx0
«Έχω πολλούς που με σημαδεύουν, έτσι δεν είναι;» ανέφερε χαρακτηριστικά, υιοθετώντας έναν τόνο που συνδύαζε ειρωνεία και προβληματισμό. «Κυνηγούν μόνο τους σημαντικούς. Ίσως λοιπόν να θέλω να είμαι λίγο λιγότερο σημαντικός. Μπορούμε να το περιορίσουμε λίγο;» πρόσθεσε, παραλληλίζοντας εμμέσως τον εαυτό του με προέδρους που δολοφονήθηκαν κατά τη διάρκεια της θητείας τους.
Το περιστατικό που προηγήθηκε έχει ήδη προκαλέσει έντονη πολιτική και κοινωνική συζήτηση. Σύμφωνα με τις αρχές, 21χρονος από τη Βόρεια Καρολίνα επιχείρησε να εισβάλει οπλισμένος στον χώρο που στεγάζει την προεδρική κατοικία στο Μαρ α Λάγκο, έχοντας στην κατοχή του καραμπίνα και δοχείο βενζίνης. Όταν αρνήθηκε να ρίξει το όπλο και το ύψωσε σε θέση βολής, πράκτορες της Μυστικής Υπηρεσίας τον πυροβόλησαν θανάσιμα.
Ο Πρόεδρος και η σύζυγός του, Μελάνια Τραμπ, δεν βρίσκονταν εκείνη τη στιγμή στη Φλόριντα, αλλά στην Ουάσινγκτον, όπου είχαν παραστεί στο Δείπνο των Κυβερνητών. Παρ’ όλα αυτά, το γεγονός αναζωπύρωσε τις ανησυχίες για την ασφάλεια του Αμερικανού ηγέτη, ειδικά υπό το πρίσμα προηγούμενων επιθέσεων.
Κατά την ομιλία του, ο Τραμπ δήλωσε: «Δεν ξέρω πόσο θα βρίσκομαι ακόμη εδώ», αφήνοντας να εννοηθεί ότι αντιλαμβάνεται το βάρος των απειλών. Η φράση αυτή προκάλεσε αντιδράσεις, καθώς αρκετοί τη θεώρησαν υπαινιγμό για τη σοβαρότητα της κατάστασης, ενώ άλλοι την εξέλαβαν ως πολιτική υπερβολή.
Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Τραμπ βρίσκεται στο στόχαστρο. Τον Ιούλιο του 2024, σε προεκλογική συγκέντρωση στο Μπάτλερ της Πενσιλβάνια, ο Τόμας Μάθιου Κρουκς άνοιξε πυρ, τραυματίζοντάς τον ελαφρά στο αυτί. Ο δράστης εξουδετερώθηκε επιτόπου από τη Μυστική Υπηρεσία. Δύο μήνες αργότερα, τον Σεπτέμβριο, ο Ράιαν Γουέσλι Ράουθ σημάδεψε με πυροβόλο όπλο από θάμνους στο γκολφ κλαμπ του Τραμπ στο Παλμ Μπιτς, ενώ ο Πρόεδρος έπαιζε γκολφ. Ο Ράουθ συνελήφθη και, νωρίτερα αυτόν τον μήνα, καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη για απόπειρα δολοφονίας και άλλα αδικήματα.
Τα διαδοχικά περιστατικά έχουν εντείνει τα μέτρα ασφαλείας γύρω από τον Πρόεδρο, ενώ παράλληλα τροφοδοτούν έναν έντονο δημόσιο διάλογο για την πολιτική βία στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η επίκληση των ονομάτων του Κένεντι και του Λίνκολν δεν είναι τυχαία: πρόκειται για δύο προέδρους που δολοφονήθηκαν και των οποίων οι θάνατοι σημάδεψαν βαθιά τη συλλογική μνήμη της χώρας.
Η ρητορική του Τραμπ ενδέχεται να ενισχύσει τη συσπείρωση των υποστηρικτών του, οι οποίοι βλέπουν στις επιθέσεις απόδειξη της πολιτικής πόλωσης που επικρατεί. Από την άλλη πλευρά, επικριτές του επισημαίνουν ότι τέτοιες συγκρίσεις με ιστορικές τραγωδίες απαιτούν προσοχή και μέτρο.
Σε κάθε περίπτωση, το κλίμα γύρω από τον Λευκό Οίκο παραμένει βαρύ. Η πολιτική ένταση, οι επαναλαμβανόμενες απειλές και η αυξημένη παρουσία δυνάμεων ασφαλείας συνθέτουν ένα σκηνικό αβεβαιότητας. Το πρόσφατο περιστατικό στο Μαρ α Λάγκο δεν είναι απλώς ένα μεμονωμένο συμβάν, αλλά μέρος μιας ευρύτερης εικόνας που αποτυπώνει τις προκλήσεις ασφαλείας και τη βαθιά πόλωση που χαρακτηρίζουν τη σύγχρονη αμερικανική πολιτική σκηνή.