Λίγες ώρες μετά την απώλεια της Μαρινέλλας, ο καλός της φίλος και συνεργάτης Σταμάτης Φασουλής μίλησε με συγκινητικά λόγια για το μεγαλείο της γυναίκας που σημάδεψε τη ζωή του.
«Αισθάνομαι μια φριχτή ανακούφιση» ξεκινησε να λέει απευθυνόμενος στον Νίκο Κοκλώνη λίγο μετά την έναρξη του J2US που άλλαξε την τελευταία στιγμή για να την τιμήσει. «Έχω ενοχές γι’ αυτή την ανακούφιση.Για έναν χρόνο σχεδόν δεν ζούσε. Περιμέναμε να ησυχάσει. Παρόλα αυτά τώρα που ησύχασε δεν είναι εύκολο γιατί πέρα από την προσωπική σχέση που μπορεί να έχει ο καθένας μαζί της, συνεργαζόμασταν με τη Μαρινέλλα από το 87 μέχρι το 17. Είναι μια ολόκληρη ζωή, έχουμε μοιραστεί όχι μόνο καλλιτεχνικά θέματα αλλά και ζωές.
Σταμάτης Φασουλής: «Η Μαρινέλλα άλλαξε το ελληνικό τραγούδι»
«Είναι, λοιπόν, ανάμεικτα τα συναισθήματα» συνέχισε ο Σταμάτης Φασουλής. «Αν τη δω πέρα από την προσωπική σχέση, που έτσι πρέπει να τη δούμε, η Μαρινέλλα είναι το ελληνικό τραγούδι. Άλλαξε το ελληνικό τραγούδι. Είναι πριν από τη Μαρινέλλα το ελληνικό τραγούδι και η ελληνική διασκέδαση γιατί ήταν μαζί στη Μαρινέλλα αυτό. Το πώς ο κόσμος χαίρεται και το πώς ακούει το τραγούδι και το τραγουδάει η Μαρινέλλα το άλλαξε εντελώς».
Ο 79χρονος σκηνοθέτης αναφέρθηκε στο γεγονός ότι ήταν η πρώτη τραγουδίστρια που σηκώθηκε όρθια να τραγουδήσει, που έφερε τις γαρδένιες στα μαγαζιά και που επέβαλε την αργία. στα νυχτερινά μαγαζιά. «Και το έκανε όπως κανείς. Όταν δούλευε με τον Χατζή το έκανε αργία το Σάββατο. Δεν είχε ξαναγίνει, όλοι περίμεναν το Σάββατο για να γεμίσουν.
Κάνοντας αναφορά στο χιούμορ και την τρυφερότητά της αλλά και τη «λαχτάρα να ικανοποιεί τους άλλους. Σε όλες τις πρόβες έφερνε φαγητά για όλους».
Ο Σταμάτης Φασουλής θυμήθηκε τότε μια από τις ατέλειωτες ιστορίες που έχει να θυμάται με εκείνη: «Μας είχε πει ο Μαροσούλης να φέρουμε μπαλέτο από το Λας Βέγκας. Εμείς πήγαμε και στο Λος Άντζελες μετά. Μου λέει “δεν πάμε να δούμε και τη Disneyland;”. Πήγαμε λοπόν εκεί, δεν την ήξερε κανείς, μιλάμε τώρα για το ’88. Αφού είδαμε το ένα, είδαμε το άλλο, κάποια στιγμή κουραστήκαμε, καθήσαμε σε ένα παγκάκι, πήραμε ένα χοτ ντογκ και τρώγαμε.
Ξαφνικά άρχισε να ψιθυρίζει “πες μου το λες αυτό ζωή, άδειες στιγμές, ψευτιές, χείλια που γελάνε” και σιγά σιγά άρχισε να μαζεύεται ο κόσμος. Δεν φώναζε, έτσι το έλεγε, τόσο σιγά. Και εκεί που είναι σηκωμένη η τρίχα μου, γυρνάει και λέει “δεν έχω και ένα καπέλο βρε παιδί να βγάλουμε κανένα δολάριο!”». Ήταν εξαιρετικός άνθρωπος».