Αναδρομική Σόρογκα στο Τελλόγλειο: η Κική Δημουλά, ο Μιχάλης Γκανάς και ο Αντώνης Φωστιέρης σκιαγραφούν την ποιητική ζωγραφική

Αναδρομική Σόρογκα στο Τελλόγλειο: η Κική Δημουλά, ο Μιχάλης Γκανάς και ο Αντώνης Φωστιέρης σκιαγραφούν την ποιητική ζωγραφική
Sorongas

«Αν ένα ποίημα απελπισμένο ότι ποτέ δεν θα γραφτεί, αφού τα υλικά και οι οδηγίες χειρισμού τους, που λαμβάνει κάθε φορά από τον άγνωστο προμηθευτή του, καθόλου δεν ανταποκρίνονται στη γόνιμη ασάφεια εκείνων που παράγγειλε, βρισκόταν με πρόσκληση του παράδοξου μπροστά στους πίνακες του Σόρογκα, θα αισθανόταν ότι αρχίζει να γράφεται». Στην εισαγωγή της σε κατάλογο παλιότερης έκθεσης, η Κική Δημουλά αμέσως μιλά γι’ αυτό που συναρπάζει στη ζωγραφική του Σωτήρη Σόρογκα: την ποιητική λειτουργία.

Ο συσχετισμός ανάμεσα στις δύο τέχνες, ποίηση και ζωγραφική, δεν είναι τόσο αυθαίρετος όσο φαίνεται αρχικά, πολύ περισσότερο δεν είναι αθώος σε ό,τι αφορά το έργο του σημαντικού δημιουργού. Αυτήν τη σχέση επιχειρεί να αναδείξει το Τελλόγλειο Ίδρυμα σε μια αφιερωματική έκθεση, όπου ζωγραφική και ποίηση συμπορεύονται και συλλειτουργούν στα περίπου 90 έργα μιας εικαστικής διαδρομής μισού και πλέον αιώνα.

Sorongas

Η ζωγραφική του Σόρογκα παρουσιάζεται ως αναφορά στην ποίηση του Σεφέρη – σε αυτόν αφιέρωσε την πρώτη του έκθεση και συχνά εξηγεί το έργο του μέσα από σεφερικούς στίχους - , αλλά και σε άλλους μεγάλους μας, όπως ο Ελύτης, ο Κάλβος, ο Καβάφης και ο Εγγονόπουλος, τον οποίο και διαδέχτηκε ως Καθηγητής στο Πολυτεχνείο. Αμφίδρομη, άλλωστε, είναι και η σχέση που ανέπτυξε ο καλλιτέχνης με σύγχρονους ποιητές, όπως οι Μιχάλης Γκανάς και Αντώνης Φωστιέρης. Και με τους δυο, ο Σόρογκας θα συνομιλήσει σε έναν ενδιαφέροντα διάλογο επί σκηνής: με τον Φωστιέρη στις 14 Μαρτίου και, αντίστοιχα, με τον Γκανά στις 12 Απριλίου, στη Θεσσαλονίκη.

O Αντώνης Φωστιέρης
O Αντώνης Φωστιέρης
Sorongas

Για την ποιητική ζωγραφική του Σόρογκα έχει μιλήσει με καθαρότητα ο Αντώνης Φωστιέρης σε τηλεοπτικό αφιέρωμα της δημόσιας τηλεόρασης στο ζωγράφο (2005):

«Η ζωγραφική του Σόρογκα ανακαλεί με ενάργεια τη γνωστή ρήση του Οράτιου: ut picture poesis (η ποίηση είναι σαν τη ζωγραφική). Αντιστρέφοντας τους όρους της εξίσωσης, μπορούμε να πούμε πως το εικαστικό του έργο είναι πράγματι σαν την ποίηση, ή μάλλον αποτελεί, αυτό καθαυτό, μια μορφή ποίησης. Όχι βέβαια, με την έννοια της λυρικής ανάπτυξης, ούτε της καλλιέπειας. Αλλά της ουσιαστικής πυκνότητας, της αφαίρεσης, της λιτότητας, και κυρίως της δόμησης ενός αναγνωρίσιμου προσωπικού σύμπαντος, στο οποίο καλείται να μετάσχει, με δημιουργικό τρόπο, και ο πλέον αμύητος θεατής.

Οι εκφραστικοί τρόποι του Σόρογκα είναι ευθύβολα συγκινητικοί όσο και ψύχραιμοι – ιδιότητες πολύτιμες, αν λογαριάσουμε ότι η θεματική εμμονή του σε στοιχεία ενός κόσμου παρηκμασμένου και ερειπωμένου θα μπορούσε να τον ωθήσει σε συναισθηματικές έως και μελοδραματικές ευκολίες. Αντιθέτως, τα μέσα του είναι ενσυνειδήτως ελαχιστοποιημένα, σχεδόν ασκητικά, η χρήση του χρώματος δραματικά περιορισμένη, με πρωταγωνιστές το μαύρο και το λευκό στις ποικίλες διαβαθμίσεις τους και με τη διακριτική συνεπικουρία ενός νοσταλγικού γαλάζιου, ενός φλογοβόλου κόκκινου, σπανιότατα ενός πράσινου χλοερού. Και βέβαια με την έντονη παρουσία του χρώματος της σκουριάς, που γειτνιάζει τόσο με το καφέ από τα καμένα περιγράμματα κάποιων έργων του όσο και με το χρυσό της βυζαντινής αγιογραφίας, παραπέμποντας στην προπαιδεία και στην καταγωγή της τέχνης του.

… το βλέμμα του Σόρογκα είναι βλέμμα ζηλωτή, ο οποίος δεν ενδιαφέρεται να συλλάβει τα τεκταινόμενα του κόσμου σε κάθε τους λεπτομέρεια, αλλά επικεντρώνει την προσοχή του στη λεπτομέρεια και από εκεί ανάγεται στο όλον. Γι’ αυτό και η ζωγραφική του είναι ζωγραφική λεπτομερειών. Ας μη μας ξεγελούν τα μεγέθη των έργων: ακόμη και στα τεράστια, οι επιμέρους λεπτομέρειες είναι τεχνουργημένες σα να πρόκειται για μικρογραφίες. Κάθε πίνακάς του είναι, εντέλει, μια μινιατούρα μεγάλων διαστάσεων.

Υπολήπτομαι βαθιά τη ζωγραφική του Σόρογκα, διότι δεν σκοπεύει σε επίδειξη τεχνικής επιδεξιότητας (καθώς συνηθίζεται κατά κόρον), ούτε σε μηχανική αναπαραγωγή του αυτονόητου. Αποτελεί μια οντολογική καταβύθιση στο είναι των ανθρώπων και των πραγμάτων και μια διαρκή αποτύπωση υψηλού ήθους – και μάλιστα σε εποχές που αυτό έχει πάψει να λογαριάζεται ως αναγκαία συνθήκη οποιασδήποτε τέχνης».

Εξίσου στοχαστικά και ευαίσθητα για όσα δεν μπορούν να ειπωθούν με λέξεις, αλλά εκφράζονται ζωγραφικά, είναι όσα παραθέτει για τον δημιουργό ο Μιχάλης Γκανάς.

O Μιχάλης Γκανάς
O Μιχάλης Γκανάς
Sorongas

«Γνώρισα τον Σόρογκα από την ζωγραφική του, πριν γνωρίσω τον Σωτήρη. Πέτρες, πηγάδια, άλογα, οι πρώτες εικόνες ανάμεσα στις πέτρες, πρώτη ύλη μιας δύσκολης πατρίδας, που και που η πινελιά μιας παπαρούνας. Για να μη ξαναβγεί το αίμα; Πηγάδια-σκοτάδια, απύθμενα και πανάρχαια, από κτίσεως κόσμου. Ή και προ κτίσεως κόσμου.

Άλογα. Από τη μέση και πάνω τα ευγενικά και υπερήφανα ζώα, που όλοι ξέρουμε, με μια κίνηση ανάτασης. Από τη μέση και κάτω γονατισμένα, με μια αγωνιώδη προσπάθεια να αποσπαστούν από το λευκό που τα περιβάλλει. Ένα λευκό που σαλπίζει αθωότητα αλλά έχει την κολλώδη σύσταση του χρόνου. Πιάνει σαν έντομα τα μάτια.

Μ’ άρεσε πολύ η δουλειά του. Με αναστάτωνε. Γύρω από την προφάνεια μιας παραστατικής ζωγραφικής με οικεία θέματα, έτρεμε η άλως μιας αχειροποίητης τέχνης που στέλνει το ρεαλισμό από εκεί που ήρθε. Στο στίλβον χάος της ύπαρξης.

… Στους πίνακές του αποτυπώνεται ο χρόνος αυτοπροσώπως. Είναι το λευκό που περιβάλλει ή περισφίγγει σχεδόν όλους τους πίνακές του. Ένα λευκό που μου θυμίζει το λευκό άγραφο χαρτί. Μια λευκή έρημος που πρέπει να γεμίζει με λέξεις ή ό,τι άλλο. Γιατί;

Ίσως επειδή η σιωπή του λευκού είναι τόσο εύγλωττη, που δεν την αντέχουμε. Παρ’ όλα αυτά, ο Σόρογκας δεν σε καταθλίβει. Αντίθετα, σε παρηγορεί. Σε συμφιλιώνει με τη μοίρα, με τον πόνο των ανθρώπων και των πραγμάτων. Και όσο και αν φαίνεται περίεργο, εγώ τουλάχιστον νιώθω ότι ο Σόρογκας μας υποβάλλει διακριτικά και υποβλητικά την ιδέα της συνεχούς ανανέωσης.

Sorongas

Παρατηρώ αυτές τις σκουριασμένες λαμαρίνες και με παραπέμπουν χρωματικά στο άδειο κέλυφος του τζίτζικα, που έβρισκα στους κορμούς των δέντρων όταν ήμουν παιδί. Ένα άδειο κέλυφος κολλημένο στον κορμό του δέντρου, ανοιγμένο στην πλάτη, από πάνω ως κάτω. Γύρω σιωπή, το λευκό φως του ελληνικού καλοκαιριού στον αέρα, εκτυφλωτικό.

Οι αναλογίες με τη ζωγραφική του Σόρογκα είναι εμφανείς. Με μια διαφορά: βλέποντας τότε το άδειο κέλυφος του τζίτζικα, ήξερα ότι το νέο τζιτζίκι είχε βγει από το καβούκι του παλιού και κάπου τραγουδούσε αμέριμνο.

Στα έργα του Σόρογκα βλέπουμε μόνο το άδειο κέλυφος των πραγμάτων. Όποιος έχει μάτια, όμως, βλέπει ότι η ζωή συνεχίζεται. Και η τέχνη φυσικά».

«Σωτήρης Σόρογκας: κατά βάθος είναι ζήτημα φωτός» έως 15 Απριλίου στο Τελλόγλειο Ίδρυμα (Αγίου Δημητρίου 159Α, Θεσσαλονίκη), τηλ.: 2310 247111

Sorongas
Sorongas
Sorongas
Sorongas
Sorongas
Sorongas