Η εκκλησία της Βόρειας Μακεδονίας και άλλα θέματα

Το σκοπιανό μέσα από μια διαβαλκανική και νομοκανονική άποψη.
Εκκλησία στα Σκόπια
Εκκλησία στα Σκόπια
ullstein bild via Getty Images

Ως γνωστόν στις 9 Μαΐου 2022 η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου αποδεχόμενη το ασκηθέν έκκλητο, εκ της πρώην σχισματικής ως «Μακεδονική Εκκλησία», αποφάσισε την άρση αυτού του Σχίσματος των Σκοπίων. Οι Σκοπιανοί, έκαναν γνωστή την απόφασή τους να βάλουν ένα τέλος στο επάρατο Σχίσμα, που εδώ και περίπου μισό αιώνα ταλαιπωρούσε, λόγω της αντικανονικής ύπαρξής απ’ το 1967, με το όνομα της λεγόμενης: «Μακεδονικής Ορθόδοξης Εκκλησίας». Αποκαταστάθηκε η νομοκανονική αταξία και επέφερε την ευχαριστιακή κοινωνία στην Εκκλησία του νέου Κράτους της Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας, επαναφέροντάς την από μια σχισματική κατάσταση στην εκκλησιαστική κανονικότητα.

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο ενήργησε επί τη βάσει να δέχεται έκκλητες προσφυγές, πρβλ. κανόνες 9 και 17 της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου. Σκοπιανοί σχολιαστές ερμηνεύουν το σερβικό Τόμο ως «επίσημο έγγραφο, με το οποίο ολοκληρώνεται η διαδικασία συμφιλίωσης» των Εκκλησιών. Η νέα Αρχιεπισκοπή Αχρίδος, ονομάζει τον Τόμο Αυτοκεφαλίας που της χορήγησε η Ορθόδοξη Εκκλησία της Σερβίας ως «Αποτελεί ενός είδους σύσταση, πως η Αγία μας Εκκλησία παρουσιάζεται έτοιμη και Άξια Αυτοκεφαλίας», όπως σημειώνει ανακοίνωση, εκ μέρους του Αρχιεπισκόπου Στέφανου. Το σκοπιανό κείμενο ομολογουμένως είναι πολύ προσεκτικά διατυπωμένο και αποφεύγεται επιμελώς κάθε αναφορά στο σερβικό «Τόμο Αυτοκεφαλίας».

Η πρώην «Μακεδονική Εκκλησία» αυτή, πράγματι βρισκόταν εκτός των κόλπων της Ορθόδοξης Εκκλησίας και για επί σειρά ετών, όπως σημειώνω και στο βιβλίο μου: «Σκοπιανό»1. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο μεγαλόθυμα αναγνώρισε την αρμοδιότητα στην Ιερά Σύνοδο Πατριαρχείου Σερβίας, για καθορισμό νομοκανονικού πλαισίου, σχέσεων διοικητικής φύσης, τηρώντας την κανονική τάξη της εκκλησιαστικής παράδοσης. Αφού αναγνώρισε ως όνομα, της εκκλησιαστικής περιφέρειας, το όνομα: «Αχρίδος», γεωγραφικά όρια, τα αντίστοιχα όρια, του όμορου νέου Κράτους της Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας.

Η Εκκλησία των Σκοπίων, με δηλώσεις του πρώην σχισματικού Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Στεφάνου διαβεβαίωσε τον Ορθόδοξο Κόσμο, ότι δέχεται την επωνυμία, αυτή, που όρισε η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, δηλαδή Αρχιεπισκοπή Αχρίδος.

Όμως, με συγκεκριμένες πράξεις, εμφανίστηκε στην αρχή σαν να αμφισβήτησε εν μέρει την απόφαση. Με την αποδοχή «Τόμου» παραχωρήσεως αυτοκεφάλου καθεστώτος, που εκδόθηκε απ’ την Ιερά Σύνοδο του Πατριαρχείου Σερβίας.2

Ας θυμήσουμε ότι η Αρχιεπισκοπή της Αχρίδας, κατά τη βυζαντινή και μεταβυζαντινή ιστορική περίοδο, μέχρι και την επίσημη κατάργησή της, δηλ. περί το έτος 1767, συμπεριλάμβανε και μητροπόλεις, μέχρι και την Κοζάνη. Γι’ αυτό και ωραία επισήμανε το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ότι το όνομά της, θα περιορίζεται μόνο, εντός των ορίων, του νέου κρατικού πλαισίου της Βόρειας Μακεδονίας.

Παράλληλα, αποκλείει οριστικά, τη χρήση του όρου «Μακεδονία», καθώς και κάθε παράγωγο αυτού, του όρου. Σύμφωνα με τα άρθρα 7 παράγραφο 1 και 3 της Συμφωνίας των Πρεσπών, προκύπτει, ότι το νέο Κράτος της Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας υποχρεούται, όταν χρησιμοποιεί τους όρους: «Μακεδονία» και «Μακεδόνας», να τους συνδέει, αποκλειστικά και μόνο, με την επίσημη γλώσσα του νέου Κράτους, και μέσα στα γεωγραφικά όρια του, όπως αυτά έχουν καθορισθεί, κι όπως αναγνωρίζονται διεθνώς, για το δικό του, αποκλειστικό πληθυσμό, για τους πολίτες κατοίκους του νέου Κράτους του, με τη δική του, ιστορική πολιτιστική κληρονομιά, η οποία μπορεί να υποτεθεί, ότι εμφανίσθηκε, με την ίδρυση της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας περί το έτος 1944. Μετά απ’ αυτή την εξέλιξη, τα διεθνή ερωτήματα παραμένουν, για το τι μπορεί στο μέλλον να δημιουργηθεί.

Ο λεγόμενος «Τόμος» που εξέδωσε το Πατριαρχείο Σερβίας είναι νομοκανονικά ανυπόστατος, δεν επιφέρει κανονικές συνέπειες. Η παραχώρηση του Αυτοκεφάλου καθεστώτος κατά το ισχύον εκκλησιαστικό δίκαιο είναι αποκλειστική νομοκανονική αρμοδιότητα του Οικουμενικού Πατριάρχη και της περί Αυτόν Αγίας και Ιεράς Συνόδου. Η νομοκανονική αυτή αρμοδιότητα συνιστά έθιμο με ισχύ νόμου, αφού κατ’ ομοιόμορφο τρόπο, και επί μακρόν, σύμφωνα με τον 91ο κανόνα του Μ.Βασιλείου, αυτό είναι ισόκυρο, με ιερό κανόνα, για το ισχύον Κανονικό Δίκαιο της Καθ’ Ανατολάς Ορθοδόξου Εκκλησίας. Οποιαδήποτε Ορθόδοξη Εκκλησία φρονεί ή πράττει τα αντίθετα, αντιποιείται δικαιοδοσία και αρμοδιότητα.

Η όποια αρμοδιότητα που δεν ονομάζει συγκεκριμένα γεωγραφικά όρια, μπορεί να ισχύει για όλο τον Ορθοδόξο Κόσμο. Η όποια παραβατική συμπεριφορά συνιστά αδιαμφισβήτητο νομοκανονικό έλεγχο, έστω της σύστασης. Τι θα γίνει άραγε εάν κάθε τοπική Εκκλησία προβεί σε έκδοση «Τόμων», δίχως ενιαία νομική δομή και δίχως ταυτόσημη νομοκανονική διατακτική τάξη;

Το Πατριαρχείο Σερβίας στην αρχή του κειμένου του, ως «Τόμου», δηλώνει τη χορήγηση αυτοκεφάλου καθεστώτος προς την «αιτούσα Εκκλησία»: «Πορφύριος, διά της χάριτος Θεού, Αρχιεπίσκοπος Πεκίου, Μητροπολίτης Βελιγραδίου και Καρλόβατς και Σέρβος Πατριάρχης, μετά των αγίων ιεραρχών της Ιεράς Συνόδου της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, χορηγεί στον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Οχρίδας και Μακεδονίας Στέφανο», «το κανονικό καθεστώς της αυτοκέφαλης Ορθόδοξης Εκκλησίας», συνέχεια, θέτει ως απαραίτητη προϋπόθεση την επίλυση τεχνικών οργανωτικών θεμάτων, για να ανακοινωθεί η παραχώρηση αυτοκεφάλου καθεστώτος, να υπογραφεί, και να υποβληθεί σε αποδοχή στις αδελφές Εκκλησίες: «με τη Σύνοδο να αναθέτει στο Ιερό Συμβούλιο των Επισκόπων της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας την επίλυση των απαραίτητων τεχνικών και οργανωτικών ζητημάτων, μετά τα οποία ο Σέρβος Πατριάρχης θα ανακοινώσει επισήμως και δημοσίως την ανωτέρω Συνοδική Απόφαση, θα υπογράψει τον αντίστοιχο Τόμο και θα τον υποβάλει σε όλες τις αδελφές αυτοκέφαλες Εκκλησίες προς αποδοχή». Δίχως, η επίλυση των ως άνω κανονικών ζητημάτων να έχει γίνει, αφού αυτή τέθηκε ως προϋπόθεση, με τον «Τόμο» αυτόν. Άρα, πώς αυτός ο σερβικός «Τόμος» υπογράφηκε και επιδόθηκε στον Αρχιεπίσκοπο Στέφανο, αφού η προηγούμενη κανονική επίλυση των προαναφερθέντων τεχνικών και οργανωτικών ζητημάτων, δεν έχει γίνει, ως το ίδιο κείμενο δηλώνει;

Τελικά, όπως έχουμε ήδη δει, τα τεχνικά και οργανωτικά ζητήματα, λύθηκαν μέσω του Οικουμενικού Πατριαρχείου, αφού για λίγο, ο σερβικός «Τόμος», δημιούργησε ένα μικρό νομοκανονικό χάος επί της ουσίας του περιεχομένου και επί της διαδικασίας έκδοσής του και με την ατυχή χρήση του 34ου κανόνα των Αγίων Αποστόλων, που ορίζει εξουσίες των επισκόπων ως προς την άσκηση διοικητικών καθηκόντων τους. Αλλά εδώ θα πρέπει να δούμε ευνοϊκά και το γλωσσικό κομμάτι, τη σύνταξη και τη φιλοσοφία που η κάθε γλώσσα μπορεί και εκφράζεται.

Ίσως το ιδανικό για το ενωτικό πνεύμα της Ορθοδοξίας θα είναι η Πανορθόδοξη Σύνοδος να μπορεί να συνέρχεται τακτικά και αυτή, όπου χρειάζεται, να χορηγεί και Αυτοκεφαλίες. Οι συμπεριφορές παπικών πρωτείων και αλαθήτων πιθανώς ανήκουν αποκλειστικά στο βατικάνειο παπικό διοικητικό και διπλωματικό κέντρο και μπορεί αυτά τα προνόμια ή δικαιώματα να τα κρατά το παπικό κέντρο ελεύθερα για τον εαυτό του.

Στον αγιαστικό και ενωτικό χώρο της Ορθοδοξίας όπου κυριαρχεί το πνεύμα της ενότητας, της ειρήνης, της ομόνοιας, καλούνται οι Ορθόδοξες Τοπικές Εκκλησίες να συμπορεύονται αγιαστικά στην πράξη μέσω των Αγίων Επισκόπων τους, μέσα απ’ το πνεύμα της αγάπης, της ευταξίας και της ανιδιοτέλειας. Σήμερα είναι πολύ πιό αναγκαίο όσο ποτέ άλλοτε η αγιότητα του βίου των Επισκόπων, πέρα από υποκρισίες και φαρισαϊσμούς. Μέσα στον ιερατικό και αρχιερατικό χώρο των επισκόπων σήμερα οι πιστοί αναζητούν την Αγιότητα, που δυστυχώς αρκετά απουσιάζει. Η αγιότητα των επισκόπων είναι το ζητούμενο απ’ το Λαό του Θεού, μάλιστα όταν λέγει για την εποχή του ο μέγας Ιω.Χρυσόστομος, ότι ουδένα δέδοικα πλην των επισκόπων.

Ας προσέξουμε λοιπόν όλοι ως πλήρωμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας, επώνυμοι και ανώνυμοι, κλήρος και λαός, ότι η αντίχριστος αποστασία που σήμερα διενεργείται και θυμίζει σενάρια Όργουελ, συμπεριλαμβάνει και αλλοίωση θεσμών και αξιών σε όλους τους χώρους. Η αγιότητα και η καθαρότητα των Επισκόπων της Ορθοδοξίας μπορεί να μας σώσει από πολλά δεινά. Οι Επίσκοποι ως επί-σκοπού καλούνται πρώτοι να διδάξουν την ξεχασμένη Αγιότητα στο λαό, κι όχι μόνο οι ελάχιστοι ταπεινοί μοναχοί. Το τι είναι αγιότητα, εύκολα το βρίσκουμε, μέσα στο πνεύμα της ταπεινώσεως, της αλήθειας, της υπομονής, της αγάπης, της συμπόνοιας, της φιλοτιμίας, της ανιδιοτέλειας.

Πιθανόν μία Πανορθόξη Σύνοδος να ήταν χρήσιμο να γίνει για πολλούς λόγους, αλλά στο νου μας όλων, θα πρέπει νάχουμε ότι σε αυτή οφείλουν να συμμετάσχουν Άγιοι και Πανάγιοι, όπως ο Άγιος Νικόλαος, ο Άγιος Αθανάσιος, ο Μέγας Βασίλειος. Μόνο οι Άγιοι και η Αγιότητα είναι ο φωτεινός δρόμος της Ορθοδοξίας μας. Τα όποια αμυδρά ή υποδηλωτικά παπικής και βατικάνειας μικρο-νοοτροπίας, στον Ορθόδοξο χώρο, από γνώση ή άγνοια, είναι θέματα προς διερεύνηση των ειδικών μελετητών.

Το σερβικό κείμενο δηλώνει, ότι με τον «Τόμο» του, δεν βάζει περιορισμούς στην νομοκανονική δικαιοδοσία της νέας Εκκλησίας, για τη διαποίμανση του λαού, εντός του νέου Κράτους της Βόρειας Μακεδονίας, και του λαού της Διασποράς: «η Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία δεν την θέτει υπό όρους που περιορίζουν την κανονική δικαιοδοσία της και την ποιμαντική μέριμνα για τον πιστό Ορθόδοξο λαό της στην πατρίδα και στη Διασπορά».

Η αναφορά περί της διασποράς υπό την κανονική δικαιοδοσία της νέας Εκκλησίας είναι αντικανονική, διότι η δικαιοδοσία, περιορίζεται, εντός των γεωγραφικών ορίων του νέου Κράτους της Βόρειας Μακεδονίας. Η οποιαδήποτε εκκλησιαστική δράση πέραν των γεωγραφικών ορίων αυτών, συνιστά ευθέως τη νομοκανονική παράβαση των κοινά αποδεκτών ορίων της νομοκανονικής δικαιοδοσίας.

Μάλιστα, τα όρια υπέδειξε και το ίδιο το σερβικό κείμενο και καθόρισε αυτά τα όρια: «τον κανονικό χώρο της προηγούμενης και ονομαζόμενης αυτόνομης Εκκλησίας του Σερβικού Πατριαρχείου μας του 1959», δηλαδή μέσα στα γεωγραφικά όρια του παλιού Κράτους των Σκοπίων, όπως ο τότε Κροάτης Ρωμαιοκαθολικός Τίτο τα προσδιόρισε ως ήθελε αυθαίρετα, ονομάζοντάς την από τότε γνωστή Βαρδάρσκα, σε Γ.Δ.Μ, γνωστή σε μας σήμερα ως π.Γ.Δ.Μ. (=πρώην Γιουργκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας). Τέτοιες ασάφειες στο μέλλον, θα πρέπει να αξιολογούνται από αρμόδιο εκκλησιαστικό δικαιοδοτικό όργανο.

Επίσης, το όνομα θα μπορούσε να καθορισθεί και ως Αρχιεπισκοπή Σκοπίων, όνομα το οποίο εχρησιμοποιείτο και στο παρελθόν ως Μητρόπολη Σκοπίων. Ούτως θεωρώ θα μπορούσε να αποφευχθεί και η όποια χρήση του όρου «Μακεδονική Εκκλησία» και κάθε παραβίαση της Συμφωνίας των Πρεσπών.

Περαιτέρω, για να εξαλειφθούν και οι αλυτρωτικές τάσεις, που εκδηλώθηκαν ήδη, όχι μόνον μέσω της χρήσεως του όρου: «Μακεδονική Εκκλησία», αλλά και μέσω της σύνδεσης της Εκκλησίας αυτής, με την ιστορική Αρχιεπισκοπή Αχρίδος, και παρουσιάσεως της πρώτης, ως ιστορικής συνέχειας της δεύτερης αυτής. Τα γεωγραφικά όρια της νέας Εκκλησίας, τα οποία οφείλουν να περιορισθούν σαφώς εντός των νέων γεωγραφικών ορίων του νέου Κράτους της Βόρειας Μακεδονίας, αποκλειομένης της άσκησης κανονικής δικαιοδοσίας της νέας αυτής Εκκλησίας, επί της «Διασποράς».

Μάλιστα η παύση οποιονδήποτε αλυτρωτικών τάσεων, αποτελεί προυπόθεση, νομοκανονικής ευταξίας και πειθαρχίας, για τη νέα Εκκλησία του νέου Κράτους της Βορείου Μακεδονίας. Οποιαδήποτε άλλη συμπεριφορά της, επί της Διασποράς, επί Αλυτρωτικών τάσεων και χρήσης του όρου Μακεδονία, συνιστά θεωρώ νομοκανονική αταξία την οποία οφείλει να επιληφθεί και εφαρμόσει το αρμόδιο εκκλησιαστικό δικαστήριο.

Ο τίτλος ως Αρχιεπισκοπή Σκοπίων, μπορεί και να μπορούσε να επιτύχει τη σωστή διασύνδεση με την αείποτε Μητρόπολη Σκοπίων, αποκλείοντας ταυτοχρόνως την εσφαλμένη διασύνδεση με τη Αρχιεπισκοπή Αχρίδος, η οποία όμως καταχρηστικώς, έγινε τελικώς απ’ την Εκκλησία της Βόρειας Μακεδονίας, δημιουργώντας υπόβαθρα για το μέλλον.

Ο δε καθορισμός των ορίων του νέου Κράτους της Βόρειας Μακεδονίας ως ορίων νομοκανονικής δικαιοδοσίας της νέας Εκκλησίας, αποκλειομένης της «Διασποράς», σίγουρα εξαλείφει τάσεις στο μέλλον για κάθε εκδήλωση αλυτρωτικών βλέψεων, για να μην διαταραχθεί η ενότητα και νομοκανονικότητα.

Ο Πατριαρχικός και Συνοδικός Τόμος περί αυτοκέφαλου της Εκκλησίας της Βόρειας Μακεδονίας, με αυτούς τους όρους ως ασφαλιστικές δικλείδες, βέβαιο είναι, ότι θα καταφέρει να επιλύσει προβλήματα, με τη νέα αυτή Εκκλησία, συμβαδίζοντας ταυτοχρόνως με το περιεχόμενο του πνεύματος της ενότητας και της αγάπης και υποβοηθώντας στην ορθή εφαρμογή των πνευματικών αξιών. Για την ενότητα, για την τάξη, την ειρηνική συνύπαρξη των λαών μας, επιλύοντας τελικά το χρόνιο δύστοκο πρόβλημα της όμορης σχισματικής Εκκλησίας, εντός των γεωγραφικών ορίων της όπου ζουν και αρκετές χιλιάδες Έλληνες, ελληνικής καταγωγής, τόσο εκ του Μοναστηρίου – Μπίτολα, όσο και σε όλο το γεωγραφικό χώρο του νέο Κράτους.

1 Βλ. Αλέξιου Παναγόπουλου, Σκοπιανό, η υπόσταση της σχισματικής Εκκλησίας των Σκοπίων μέσα από μία Διαβαλκανική και Εθνική προσέγγιση, Θεσσ, 2015.

2Το κείμενο του «Τόμου», με μετάφραση στην ελληνική γλώσσα από την αγγλική απόδοση του κειμένου, η οποία δημοσιεύθηκε σε https://orthochristian.com/146559.html): «Πορφύριος, διά της χάριτος Θεού, Αρχιεπίσκοπος Πεκίου, Μητροπολίτης Βελιγραδίου και Καρλόβατς και Σέρβος Πατριάρχης, μετά των αγίων ιεραρχών της Ιεράς Συνόδου της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, χορηγεί στον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Οχρίδας και Μακεδονίας Στέφανο, σύμφωνα με ιερά και αγία και καθιερωμένη κανονική τάξη της Ἀγιωτάτης Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας και ειδικότερα σύμφωνα με τον 34ο Κανόνα των Αγίων Αποστόλων και βάσει της Αποφάσεως 55.65 του Ιερού Συμβουλίου των Επισκόπων της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας της 7ης Μαΐου του τρέχοντος έτους, που αποδέχεται το αίτημα της Ιεράς Συνόδου των Ιεραρχών της Μακεδονικής Ορθόδοξης Εκκλησίας-Αρχιεπισκοπής Οχρίδος, (απόφαση αρ. 65 της 18ης Μαΐου του τρέχοντος έτους) και στην Εκκλησία στην οποία αναφέρεται, αυτόνομη εντός του Σερβικού Πατριαρχείου, το κανονικό καθεστώς της αυτοκέφαλης Ορθόδοξης Εκκλησίας, ευλογώντας, παραχωρώντας και αναγνωρίζοντας το αιτηθέν κανονικό καθεστώς της αυτοκέφαλης Ορθόδοξης Εκκλησίας, με τη Σύνοδο να αναθέτει στο Ιερό Συμβούλιο των Επισκόπων της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας την επίλυση των απαραίτητων τεχνικών και οργανωτικών ζητημάτων, μετά τα οποία ο Σέρβος Πατριάρχης θα ανακοινώσει επισήμως και δημοσίως την ανωτέρω Συνοδική Απόφαση, θα υπογράψει τον αντίστοιχο Τόμο και θα τον υποβάλει σε όλες τις αδελφές αυτοκέφαλες Εκκλησίες προς αποδοχή, διότι η Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι ο μόνος παράγοντας για την αυτοκεφαλία, αλλά μάλλον το σύνολο της Ορθόδοξης Εκκλησίας, γι′ αυτό είναι απαραίτητη η αποδοχή άλλων Ορθοδόξων Εκκλησιών. Και λαμβάνοντας υπόψιν τις νέες εκκλησιαστικο-ιστορικές και λοιπές περιστάσεις και με πρωταρχικό στόχο να απολαμβάνει ο χριστεπώνυμος λαός του Θεού το μεγαλύτερο πνευματικό όφελος και πρόοδο της οδού της σωτηρίας, καθώς και την ακώλυτη διαχείριση των εκκλησιαστικών υποθέσεων ηθελημένως, κανονικώς και ευσεβώς, η αγία μας Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία μας, ως κληρονόμος του αρχαίου και ενδόξου Πατριαρχείου Πεκίου, ευλογεί συνοδικώς, εγκρίνει, παραχωρεί και αναγνωρίζει το αυτοκέφαλο καθεστώς της Εκκλησίας του Θεού στη Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας, που σήμερα ονομάζεται Μακεδονική Ορθόδοξη Εκκλησία, η οποία είναι διάδοχος της αρχαίας και ένδοξης Αρχιεπισκοπής της Οχρίδος, και λόγω της οποίας ο τίτλος της περιλαμβάνει το τιμητικό όνομα αυτής και η οποία καλύπτει τον κανονικό χώρο της προηγούμενης και ονομαζόμενης αυτόνομης Εκκλησίας του Σερβικού Πατριαρχείου μας του 1959. Η αυτοκεφαλία της νέας αδελφής Εκκλησίας είναι πλήρης αυτοκεφαλία, πράγμα που σημαίνει ότι η Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία δεν την θέτει υπό όρους που περιορίζουν την κανονική δικαιοδοσία της και την ποιμαντική μέριμνα για τον πιστό Ορθόδοξο λαό της στην πατρίδα και στη διασπορά.

Ταυτοχρόνως, η Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία συνιστά θερμώς στον Μακαριώτατο προκαθήμενο και την Ιερά Σύνοδο της νέας αδελφής αυτοκέφαλης Εκκλησίας να επιλύσουν το ζήτημα της επίσημης ονομασίας της μέσω αδελφικού διαλόγου με την ελληνόφωνη και άλλες Τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίες.

Οι ιεροί ναοί και τα μοναστήρια, ιδιαιτέρως οι σπουδαίοι ιεροί τόποι της περιόδου Νεμάνια και της πιο πρόσφατης σερβικής παρουσίας, οι εκκλησιαστικές κατασκευές και η πολιτιστική δημιουργία, στο έδαφος της σημερινής Βόρειας Μακεδονίας, καθώς και ολόκληρη η κινητή και ακίνητη περιουσία της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας εντός των συνόρων της παραχωρούνται στη χρήση της νέας αδελφής αυτοκέφαλης Εκκλησίας.

Προς απόδειξη, επιβεβαίωση και διαρκή μαρτυρία όλων όσων ούτως κανονικώς τακτοποιούνται και καθορίζονται, στον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Οχρίδος και Μακεδονίας Στέφανο, τον αγαπητό μας αδελφό εν Κυρίω Ιησού Χριστώ και συλλειτουργό της ημών Μετριότητος, με όλους τους αιδεσιμωτάτους, Σεβασμιωτάτους και θεοφιλεστάτους ιεράρχες εναγκαλιζομένους αυτόν, τους αγαπητούς μας εν Πνεύματι αδελφούς και συλλειτουργούς, εκδίδουμε αυτόν τον Πατριαρχικό και Συνοδικό μας Τόμο, του οποίου το πρωτότυπο, αληθινό και αβλαβές διατηρείται στο ιερό μας Πατριαρχείο.

Προσευχόμαστε στον Θεό - για τη χάρη Του, που μας κάλεσε στην αιώνια δόξα Του, μέσω του Χριστού Ιησού του Κυρίου μας, με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος και την προσευχητική μεσιτεία της Αγίας Του Εκκλησίας, να δώσει στη μικρότερη αδελφή μας και στην αυτοκέφαλη Εκκλησία κάθε ευλογία, κάθε καλό πνευματικό καρπό στον άρρηκτο δεσμό αγάπης και ενότητας με τη Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία και με όλες τις Ἀγιες Τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίες σε όλο τον κόσμο. Σ′ Αυτόν είναι η δόξα, η τιμή, η δύναμη και η λατρεία, πάντα δοξασμένες στην Τριάδα, στους αιώνες των αιώνων. Αμήν. Σε αυτόν, πάντα δοξασμένος στην Τριάδα, ας είναι δόξα, τιμή, δύναμη και προσκύνηση στους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Στο Πατριαρχείο Σερβίας στο Βελιγράδι, την Κυριακή των Αγίων Πατέρων της Α′ Οικουμενικής Συνόδου, 23 Μαΐου/5 Ιουνίου, το 2022 έτος Κυρίου Αρχιεπίσκοπος Πεκίου, Μητροπολίτης Βελιγραδίου και Καρλοβιτσίου, και Σέρβος Πατριάρχης, Πορφύριος, Πρόεδρος του Ιερού Επισκοπικού Συμβουλίου της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας».