ΤΟ BLOG
05/04/2019 08:48 EEST | Updated 05/04/2019 09:22 EEST

Ρεαλισμός ή ρίσκο; Οι επιλογές Ερντογάν μετά τις αυτοδιοικητικές εκλογές

H έλλειψη ανοχής και η άρνηση αποδοχής των σφαλμάτων του (του Ερντογάν) δεν θα φέρουν καλά νέα για την επόμενη μέρα.

BULENT KILIC via Getty Images

Μετά από μια δύσκολη εκλογική ημέρα τα προκαταρκτικά αποτελέσματα των τουρκικών αυτοδιοικητικών εκλογών άρχισαν να επιβεβαιώνουν αυτό που αναμενόταν από τις πρόσφατες δημοσκοπήσεις, ότι δηλαδή το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης δεν είναι πλέον η επιλογή των Τούρκων ψηφοφόρων. Παρά την εικόνα αυτή, η απώλεια της Κωνσταντινούπολης από τα χέρια του Ερντογάν δεν υπήρχε ούτε στις πιο αισιόδοξες προβλέψεις των κομμάτων της αντιπολίτευσης. Ήταν για όλους μεγάλη έκπληξη. Μετά από αυτό το σοκ, μπορούμε να πούμε ότι η Τουρκία σίγουρα δεν θα είναι όπως ήταν πριν από αυτές τις εκλογές. Κάποιοι μπορεί να πιστεύουν ότι ο αντίκτυπός τους δεν θα είναι σημαντικός, αφού το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης έχει διατηρήσει με τη μία ή την άλλη μορφή τη σταθερή μάζα των υποστηρικτών του. Όμως, καθώς ήταν η Κωνσταντινούπολη που καθόριζε συνήθως τον ηγέτη της Τουρκίας, αυτό είναι ένα σημάδι. Φεύγοντας από την κυριαρχία του Ερντογάν μετά σχεδόν δύο δεκαετίες μπορούμε να πούμε ότι η 30η Μαρτίου είναι μια ιστορική ημέρα που θα προσδιορίσει την τουρκική εσωτερική και εξωτερική πολιτική. Για να καταλάβουμε τι μέλλει γενέσθαι, θα πρέπει να καταλάβουμε τί προηγήθηκε.

Πριν από την 31η Μαρτίου

Αρχικά πρέπει να εξετάσουμε την εσωτερική κατάσταση της Τουρκίας με μια πιο προσεκτική ματιά στην πτώση της δημοτικότητας του ΑΚΡ που φυσικά σχετίζεται με περιφερειακές και διεθνείς κινήσεις, που την επηρέασαν άμεσα οικονομικά, ψυχολογικά και στρατιωτικά. Οι ψηφορόροι υποστήριξαν το ΑΚΡ κυρίως λόγω της οικονομικής επιτυχίας του, στη συνέχεια για το κλίμα εσωτερικής ασφάλειας και ηρεμίας που δημιούργησε και τέλος το διεθνές βάρος που προσέφερε ο Ερντογάν και το κόμμα του στην Τουρκία μετά από δεκαετίες στασιμότητας από κάθε άποψη. Παρά τη συνεχιζόμενη οικονομική ανάπτυξη, η Τουρκία βίωσε το περασμένο έτος την πτώση του τουρκικού νομίσματος που ήταν ένα από τους λόγους που ο λαός δεν υποστήριξε το AKP σε αυτές τις εκλογές. Επίσης, οι επιλογές του Ερντογάν και του κόμματός του σε πρόσωπα που δεν έχουν το χάρισμα ή την λαϊκή υποστήριξη για να τους εκπροσωπήσουν στις πιο σημαντικές πόλεις, κυρίως στην Άγκυρα και την Κωνσταντινούπολη, επηρέασαν αρνητικά τα εκλογικά αποτελέσματα σε αυτές. Υπάρχουν, όμως, και άλλοι λόγοι γι’αυτές τις απώλειες. Οι συμμαχίες που έκαναν ο Ερντογάν και το κόμμα του στις φετεινές εκλογές στέφθηκαν με πλήρη αποτυχία. Από την άλλη πλευρά τα κόμματα της αντιπολίτευσης πέτυχαν πολύ καλύτερες συνεργασίες. Πέρα από τα παραπάνω, η πιο σημαντική αιτία της αποτυχίας του ΑΚΡ ήταν η τουρκική περιφερειακή και διεθνής πολιτική που εμπεριείχε επιθετικότητα, κινδύνους και έλλειψη πραγματισμού, στοιχεία που έδωσαν στους ψηφοφόρους την αίσθηση της αστάθειας και της πιθανότητας στρατιωτικών, πολιτικών και οικονομικών συγκρούσεων, σπρώχνοντάς τους προς πιο ασφαλείς και ήρεμους υποψηφίους, μακριά από τους υψηλούς τόνους του Ερντογάν και της κυβέρνησής του στην περιοχή και διεθνώς.

Μετά την 31η Μαρτίου

Στο πλαίσιο αυτού του τεταμένου σκηνικού, που επιβεβαιώθηκε από την συγκρατημένη ρητορική του Ερντογάν με την άφιξη των πρώτων εκλογικών αποτελεσμάτων, η επόμενη περίοδος θα καθορίσει την έκβαση των επικείμενων βουλευτικών και προεδρικών εκλογών. Αυτή είναι η πραγματικότητα βάσει της οποίας ο Ερντογάν θα πρέπει να επιλέξει προσωπικά την εσωτερική και διεθνή κατεύθυνσή του, η οποία είτε θα τον οδηγήσει σε μεγαλύτερες απώλειες ή θα τον βοηθήσει να ξεπεράσει τα μελλοντικά εμπόδια. Άρα ή θα επιλέξει τον δρόμο του πραγματισμού ή αυτόν του ρίσκου όπως έκανε πριν την 31η Μαρτίου.

Εσωτερικά η ρεαλιστική οδός για τον Ερντογάν απαιτεί να κάνε σημαντικά βήματα στην αλλαγή δομής της ηγεσίας του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, μακριά από την ευνοιοκρατία και τους ιστορικούς συνοδοιπόρους του. Η επιλογή του Μπινάλι Γιλντιρίμ, παρά τη μεγάλη εμπιστοσύνη που του έχει ο Ερντογάν, είχε σαφή αντίκτυπο στις επιλογές των ψηφοφόρων στην Κωνσταντινούπολη λόγω της ιστορίας του ως πρωθυπουργός και επικεφαλής του κοινοβουλίου. Μια απλή καταγραφή των απόψεων που κυριαρχούν στους τουρκικούς δρόμους αποδεικνύει ότι η απομάκρυνση από σημαντικές προσωπικότητες με λαϊκή αποδοχή, όπως για παράδειγμα ο καθηγητής Αχμέτ Νταβούτογλου, ο Αμπντουλάχ Γκιουλ και ο Αλί Μπαμπατζάν, συνδέθηκε με την αυξημένη αλαζονεία του Ερντογάν. Επομένως, βρίσκεται μπροστά στην ανάγκη να οικοδομήσει ξανά την προσωπική του σχέση με αυτούς.

Διεθνώς, ο Ερντογάν είναι αναγκασμένος να παραμείνει όσο το δυνατόν μακριά από τη σύγκρουση με τις διεθνείς δυνάμεις, δηλαδή την Ουάσιγκτον, τη Μόσχα και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η συμφωνία για τους S-400, στην ​​οποία επιμένει, μπορεί να σύρει την Τουρκία σε οικονομικά προβλήματα, όπως φάνηκε από την προειδοποίηση Τραμπ για την επιβολή κυρώσεων εάν τελικά προχωρήσει. Ως εκ τούτου, η τουρκική κυβέρνηση, λογικά, θα πρέπει να παραιτηθεί και να ακυρώσει τη συμφωνία έτσι ώστε να επέλθει ηρεμία με την Ουάσιγκτον. Από την άλλη πλευρά, η Άγκυρα, εάν επιλέξει την ρεαλιστική οδό, οφείλει να μην έρθει σε σύγκρουση με τον Ρώσο εταίρο σε σχέση με τον φάκελο του Ίντλιμπ. Η αντιπαράθεση με τη Μόσχα σε αυτό το σημείο σημαίνει διατάραξη των σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών, κάτι που θα επηρεάσει σοβαρά την τουρκική οικονομία, δεδομένης της σχέσης μεταξύ τους σε πολλούς τομείς, ειδικά στην ενέργεια και τη γεωργία. Ο Ερντογάν, από την άλλη πλευρά, θα πρέπει να αναδιαμορφώσει το όραμά του όσον αφορά στην ΕΕ, έτσι ώστε να είναι πιο ανοιχτός να δεχτεί τις ευρωπαϊκές απόψεις σχετικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Η επιμονή του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης στην εσωτερική και διεθνή πολιτική του, η έλλειψη ανοχής και η άρνηση αποδοχής των σφαλμάτων του δεν θα φέρουν καλά νέα για την επόμενη μέρα. Η συνεχιζόμενη αντιπαράθεση της Τουρκίας με την Ουάσιγκτον, η ισότιμη διαχείριση της Μόσχας και η σύγκρουση με την Ευρώπη, όπως πριν από την 31η Μαρτίου, θα οδηγήσουν σίγουρα στην γρήγορη αναπόφευκτη πτώση του Ερντογάν. Παρά τη συζήτηση ότι η τουρκική αντιπολίτευση, που αισθάνεται νικήτρια στη μάχη των δήμων, είναι πιθανό να επιδιώξει πρόωρες κοινοβουλευτικές και προεδρικές εκλογές, τα δεδομένα δεν δείχνουν τη δυνατότητα να υλοποιηθεί αυτό το βήμα προς το παρόν.

Τα αποτελέσματα της εκλογικής αναμέτρησης της 31ης Μαρτίου ήταν ένα σκληρό χαστούκι για τον Ερντογάν σε μια πολύ ευαίσθητη στιγμή τόσο εσωτερικά όσο και διεθνώς. Είτε θα επηρεάσει τις αποφάσεις του αρνητικά ή θα είναι ένα χτύπημα που θα τον κάνει πιο ισχυρό. Η επιλογή βρίσκεται αποκλειστικά στο χέρι του. Τις επόμενες εβδομάδες το σκηνικό θα ξεκαθαρίσει περισσότερο. Είτε θα είναι η αρχή του τέλους ή η αρχή μιας νέας φάσης για το κυβερνών κόμμα.