Κ. Υφαντής: Παράγοντας διαμόρφωσης εξελίξεων οι ΗΠΑ το 2023

Οι μεγάλες προκλήσεις για την Ουάσιγκτον και το «πολύ κακό σενάριο» στα ελληνοτουρκικά.
Η σημαία των ΗΠΑ και της Ουκρανίας ανεμίζουν έξω από το Αμερικάνικο Καπιτώλιο με αφορμή την επίσκεψη Ζελένσκι στην Ουάσιγκτον.
Η σημαία των ΗΠΑ και της Ουκρανίας ανεμίζουν έξω από το Αμερικάνικο Καπιτώλιο με αφορμή την επίσκεψη Ζελένσκι στην Ουάσιγκτον.
via Associated Press

Το 2022 στιγματίστηκε από την ρωσική εισβολή στην Ουκρανία με τεράστιες γεωπολιτικές, στρατηγικές και οικονομικές συνέπειες για όλη την υφήλιο. Τα γεγονότα της περασμένης χρονιάς κυοφορούν κινδύνους και σημαντικές εξελίξεις για το 2023 όπου όλοι οι παίκτες προσπαθούν να βρουν τη θέση τους στη διεθνή γεωπολιτική σκακιέρα.

«Το 2023 αν κάποιος παράγοντας μπορεί να διαμορφώσει τις εξελίξεις είναι οι ΗΠΑ. Είναι η μόνη δύναμη που μπορεί να συνεχίσει να στηρίζει οικονομικά και στρατιωτικά την Ουκρανία, είναι η μόνη δύναμη που μπορεί να περιορίσει τις υφεσιακές συνέπειες της κρίσης, είναι η μόνη δύναμη που μπορεί να υποστηλώσει εκ νέου την φιλελεύθερη πρωτοπορία της Δύσης. Το αν θα το κάνει και με ποιους όρους θα εξαρτηθεί από τις αντοχές του αμερικανικού πολιτικού συστήματος» υπογραμμίζει μιλώντας στη HuffPost, στο πλαίσιο του αφιερώματος «Ο κόσμος το 2023», ο Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και Διευθυντής του ΙΔΙΣ (idis.gr), στο Πάντειο Πανεπιστήμιο κ. Κώστας Υφαντής.

ο Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και Διευθυντής του ΙΔΙΣ (idis.gr), στο Πάντειο Πανεπιστήμιο κ. Κώστας Υφαντής.
ο Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και Διευθυντής του ΙΔΙΣ (idis.gr), στο Πάντειο Πανεπιστήμιο κ. Κώστας Υφαντής.
Eurokinissi Sports

- Ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται και οι γεωπολιτικές και στρατηγικές συνέπειες της ρωσικής εισβολής είναι τεράστιες με αποτέλεσμα να αμφισβητείται η υφιστάμενη διεθνής αρχιτεκτονική. Υπάρχει κάποια αισιοδοξία ότι θα βρεθεί μια λύση και θα δούμε το τέλος αυτής της σύγκρουσης; Μια εκεχειρία είναι πιθανή και ποιοι είναι οι παράγοντες εκείνοι που θα διαμορφώσουν τις ανάλογες τάσεις;

Η ρωσική εισβολή στην ιστορία θα μπορούσε να ερμηνευθεί και ως η επιστροφή της ιστορίας. Εδώ και πολλά χρόνια είχε δημιουργηθεί η βεβαιότητα ότι οι κατακτητικοί πόλεμοι, οι πόλεμοι για αλλαγή συνόρων δεν αποτελούσαν εργαλεία γεωπολιτικών φιλοδοξιών. Οι αμφισβητήσεις και απόπειρες να αλλάξει το εδαφικό status quo ήταν κυρίως εμφύλιες συγκρούσεις και αποσχιστικοί πόλεμοι. Η εισβολή του Ιράκ στο Κουβέιτ το 1991, ο πόλεμος στην Γιουγκοσλαβία, οι de facto αποσχίσεις στον Καύκασο και αλλού ήταν οι εξαιρέσεις σε έναν κανόνα που ήθελε τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους ένα φαινόμενο της αυτοκρατορικής προ-νεωτερικότητας αλλά και της ανάδυσης των εθνών κρατών με όλες τις σκοτεινές πτυχές τους (φασισμός, ναζισμός κπ). Η ρωσική εισβολή σε μία χώρα στην καρδιά της Ευρώπης κονιορτοποίησε τις φιλελεύθερες βεβαιότητες.

“Δεν υπάρχει τίποτε που να δικαιολογεί μια έστω μικρή αισιοδοξία ότι η κατάπαυση του πυρός είναι μια ρεαλιστική προοπτική. Η Ρωσία έχει ήδη ηττηθεί, αλλά η Ουκρανία δεν έχει τις δυνάμεις να επικρατήσει αποκαθιστώντας την εδαφική της ακεραιότητα. Αν ο σχεδιασμός είναι μια μεγάλη εαρινή αντεπίθεση, υπάρχει ένα εφιαλτικό σενάριο μαζικών βομβαρδισμών μεγάλων αστικών κέντρων (και του Κιέβου) ώστε η Ουκρανία να συνθηκολογήσει.”

Η Ρωσία ποτέ δεν έπαψε να είναι μια αναθεωρητική δύναμη. Μια χώρα που αρνείται να αποδεχθεί τις μεταψυχροπολεμικές διευθετήσεις με μια ηγεσία που σταθερά προσπαθεί να υπονομεύσει το φιλελεύθερο, δημοκρατικό πρόταγμα, όπως έκανε η Τσαρική Ρωσία και η Σοβιετική Ένωση.

Σε δύο μήνες θα συμπληρωθεί χρόνος από την ημέρα της εισβολής. Δεν υπάρχει τίποτε που να δικαιολογεί μια έστω μικρή αισιοδοξία ότι η κατάπαυση του πυρός είναι μια ρεαλιστική προοπτική. Η Ρωσία έχει ήδη ηττηθεί, αλλά η Ουκρανία δεν έχει τις δυνάμεις να επικρατήσει αποκαθιστώντας την εδαφική της ακεραιότητα.

Το καθεστώς Πούτιν αντιμέτωπο με την ρωσική στρατιωτική ανεπάρκεια από κάθε πλευρά, και χωρίς στρατηγική εξόδου από ένα πόλεμο που δεν μπορεί να κερδίσει, επιδιώκει να καταστρέψει τις Ουκρανικές υποδομές καθιστώντας την άτυχη χώρα «ανάπηρη». Οι βομβαρδισμοί θα συνεχιστούν με τις ρωσικές ένοπλες δυνάμεις στο έδαφος να αποφεύγουν την αντιπαράθεση με τον Ουκρανικό στρατό. Αν ο σχεδιασμός είναι μια μεγάλη εαρινή αντεπίθεση, υπάρχει ένα εφιαλτικό σενάριο μαζικών βομβαρδισμών μεγάλων αστικών κέντρων (και του Κιέβου) ώστε η Ουκρανία να συνθηκολογήσει.

Thierry Monasse via Getty Images

- Αμφισβητείται η Δυτική ηγεμονία; Πώς πιστεύετε ότι θα επηρεαστούν οι ευρωατλαντικές σχέσεις και πώς θα διαμορφωθεί η ευρωπαϊκή άμυνα και ασφάλεια;

Η συνοχή της Δύσης είναι το μεγάλο στρατηγικό κέρδος του πολέμου. Το ίδιο θα μπορούσε να ειπωθεί και για την αναζωογόνηση της αποτελματωμένης συζήτησης για την στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης και τις προοπτικές μιας επιτέλους ουσιαστικής προσπάθειας η ΕΕ να αποκτήσει πραγματικές και όχι εικονικές αμυντικές ικανότητες που θα της επιτρέψουν να διεκδικήσει έναν στρατηγικό ρόλο που να έχει περιεχόμενο.

Όταν μιλάμε για την ευρωπαϊκή ασφάλεια και άμυνα επί της ουσίας αναφερόμαστε σε δύο πράγματα: Το ένα είναι η σχέση με τις ΗΠΑ και το δεύτερο οι συνειδητοποίηση ότι χωρίς αύξηση των αμυντικών δαπανών η Ευρώπη θα παραμείνει ένας παράγοντας που δεν μπορεί να ασκήσει επιρροή στο πεδίο της ασφάλειας, ούτε εντός της ευρωπαϊκής ηπείρου.

Μετά την ρωσική εισβολή και για το ορατό μέλλον και τα δύο ζητήματα έχουν απαντηθεί. Δεν υπάρχει κανείς και καμία σοβαρή αναλύτρια που να υποστηρίζει ότι ο στρατηγικός χαρακτήρας της Ευρώπης μπορεί να σφυρηλατηθεί έξω από ένα στιβαρό ευρωατλαντικό πλαίσιο με τις ΗΠΑ να παραμένουν μια «ευρωπαϊκή δύναμη». Όσο για το δεύτερο ζήτημα, η αύξηση των αμυντικών δαπανών ενός οικονομικού και βιομηχανικού γίγαντα όπως η Γερμανία είναι η αναγκαία προϋπόθεση.

“Δεν υπάρχει κανείς και καμία σοβαρή αναλύτρια που να υποστηρίζει ότι ο στρατηγικός χαρακτήρας της Ευρώπης μπορεί να σφυρηλατηθεί έξω από ένα στιβαρό ευρωατλαντικό πλαίσιο με τις ΗΠΑ να παραμένουν μια «ευρωπαϊκή δύναμη»”

Η συνέχιση της υποστήριξης της Ουκρανίας απαιτεί ηγεσίες που να αντιλαμβάνονται τον γεωπολιτικό κίνδυνο και να είναι σε θέση να καθοδηγήσουν τις κοινωνίες της Ευρώπης και των ΗΠΑ αναδεικνύοντας το διακύβευμα της αναχαίτισης του βίαιου ρωσικού αναθεωρητισμού. Το αποτέλεσμα των αμερικανικών ενδιάμεσων εκλογών επιτρέπει στην αμερικανική κυβέρνηση αλλά και στους ευρωπαίους συμμάχους να εξακολουθούν να στηρίζουν την ουκρανική προσπάθεια.

Δεν υπάρχει όμως αμφιβολία ότι οι λαϊκιστικές, αντιφιλεύθερες δυνάμεις που χρόνια τώρα έβλεπαν στο πρόσωπο του Προέδρου Πούτιν ένα ισχυρό σύμμαχο δεν έχουν ηττηθεί. Αυτή τη στιγμή οι συσχετισμοί πολιτικής ισχύος στις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις είναι ευνοϊκοί. Όμως, οι οικονομικές επιπτώσεις ενός πολέμου χωρίς τέλος (πληθωρισμός, ακρίβεια και ελλείψεις σε βασικά αγαθά, ενεργειακή επισφάλεια κλπ) θα δοκιμάσουν τις κοινωνικές και πολιτικές αντοχές της Δύσης.

- Συμφωνείτε ότι για τη Δύση και τις ΗΠΑ η μεγαλύτερη πρόκληση προέρχεται από την Κίνα; Όσον αφορά τις Σινοαμερικανικές σχέσεις πως πιστεύετε ότι θα εξελιχθούν το 2023;

Για τις ΗΠΑ, ιδιαίτερα, η αβεβαιότητα ως προς τις αμερικανικές προτεραιότητες θα παραμείνει παρά την ήττα του «Τραμπισμού» στις εκλογές του Νοεμβρίου. Υπάρχουν δύο βασικά ζητήματα που δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε:

Πρώτον, οι ΗΠΑ είναι ιστορικά περισσότερο μια χώρα που κοιτάει στον Ειρηνικό και λιγότερο μια Ατλαντική δύναμη.

Στην δεκαετία του 1970 ο μεγάλος ανταγωνιστής ήταν η Ιαπωνία με τον προστατευτισμό της, την βιομηχανική της ορμή που οδήγησε την αμερικανική αυτοκινητοβιομηχανία σε παρακμή και εκτόξευσε τα αμερικανικά εμπορικά ελλείμματα.

“Η πρωτοφανής επιβράδυνση της Κινεζικής οικονομίας ίσως διευκολύνει συγκυριακά την προσέγγιση Ουάσιγκτον-Πεκίνου σε αρκετά μέτωπα, και στην Ουκρανία.”

Από το 2000, η Κίνα θεωρείται ο παίκτης που απειλεί την αμερικανική πρωτοκαθεδρία και την θέση των ΗΠΑ στον Ινδο-Ειρηνικό όπου με ταχύτατους ρυθμούς αναδύεται μια μεσαία τάξη πολλών εκατοντάδων εκατομμυρίων. Η γεωπολιτική και γεωοικονομική σημασία της συνύπαρξης με την Κίνα είναι το μεγάλο στοίχημα για την Ουάσιγκτον.

Το πως θα εξελιχθούν τα πράγματα σε αυτό το στρατηγικό τοπίο το 2023 είναι ένα ερώτημα που δεν μπορεί να απαντηθεί εύκολα. Η πρωτοφανής επιβράδυνση της κινεζικής οικονομίας (που θυμίζει έστω και λίγο την Ιαπωνική στασιμότητα από την δεκαετία του 1980 κει μετά) ίσως διευκολύνει συγκυριακά την προσέγγιση Ουάσιγκτον-Πεκίνου σε αρκετά μέτωπα, και στην Ουκρανία. Η κινεζική οικονομία δεν ευνοείται από την αποσταθεροποίηση των διεθνών αγορών, τις άσχημες προοπτικές του παγκόσμιου εμπορίου και την δυσλειτουργία των εφοδιαστικών αλυσίδων.

Δεύτερον, Ο αμερικανικός «απομονωτισμός» δεν είναι ένα παρωχημένο στοιχείο της αμερικανικής κουλτούρας.

Sarah Silbiger via Reuters

- Θα μου επιτρέψετε σε αυτό το σημείο να σας ρωτήσω το εξής, βλέπουμε ότι εν μέσω όλων αυτών εξελίξεων στο εσωτερικό των ΗΠΑ υπάρχει βαθύς κοινωνικός και πολιτικός διχασμός, ενώ παράλληλα βρισκόμαστε δύο χρόνια πριν από τις εκλογές. Πιστεύετε ότι ο Μπάιντεν θα είναι πάλι υποψήφιος;

Δίπλα στην κοσμοπολίτικη, avant garde και ακραία φιλελεύθερη Αμερική, υπάρχει η Αμερική των συντηρητικών, φονταμενταλιστικών, ρατσιστικών και ξενοφοβικών κοινοτήτων. Η Αμερική που ψηφίζει Τραμπ, επιλέγει να αγνοεί το κεκτημένο της αμερικανικής δημοκρατίας και των πολιτικών δικαιωμάτων. Οι μετριοπαθείς Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικάνοι βρίσκονται υπό διωγμό. Η πόλωση έχει αποκτήσει σχεδόν υπαρξιακά χαρακτηριστικά και η αμερικανική δημόσια σφαίρα έχει θρυμματιστεί.

“οι επόμενες Προεδρικές εκλογές μπορεί να λάβουν χώρα σε μία οριακή πολιτική συνθήκη.”

Αυτό που τώρα παρατηρούμε είναι η αδυναμία παραγωγής μεγάλων συναινέσεων. Και αυτή η αδυναμία δεν είναι κάτι που περιορίζεται στην εσωτερική πολιτική. Σε αυτό το πλαίσιο, οι επόμενες Προεδρικές εκλογές μπορεί να λάβουν χώρα σε μία οριακή πολιτική συνθήκη.

Αν ο Πρόεδρος Μπάιντεν αποφασίσει να διεκδικήσει δεύτερη θητεία αυτό θα σημαίνει ότι το Δημοκρατικό κόμμα δεν έχει έναν υποψήφιο που να μπορεί να ηγεμονεύσει την συζήτηση. Μένει να δούμε αν μια υποψηφιότητα της Μισέλ Ομπάμα είναι πιθανή.

- Όσον αφορά το Ρεπουμπλικανικό κόμμα; Μια πιθανή απαγόρευση της υποψηφιότητας του Τραμπ τι αντίκτυπο θα έχει;

Όσο για τους Ρεπουμπλικάνους, τα αποτελέσματα των ενδιάμεσων εκλογών είναι καλά νέα για όσους δεν επιθυμούν μια υποψηφιότητα Τραμπ. Μια δικαστική απαγόρευση – αν συμβεί – μπορεί να έχει απρόβλεπτες επιπτώσεις και θα θέσει σε δοκιμασία τους αμερικανικούς ομοσπονδιακούς θεσμούς και κυρίως το Ανώτατο Δικαστήριο την συντηρητική πλειοψηφία του οποίου έχει διαμορφώσει ο Τραμπ κατά την διάρκεια της θητείας του.

- Όπως προείπαμε ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει σαν αποτέλεσμα την αμφισβήτηση της υφιστάμενης διεθνής αρχιτεκτονικής. Αυτό πώς θα επηρεάσει τις σχέσεις των ΗΠΑ με τη Μέση Ανατολή και πως βλέπετε να διαμορφώνονται οι ισορροπίες στην ευρύτερη περιοχή;

Η Μέση Ανατολή παραμένει μια περιοχή κρίσιμη από κάθε άποψη. Για τις ΗΠΑ, παρά τις προσπάθειες να μειωθεί το στρατηγικό κεφάλαιο που παραδοσιακά επενδύεται στην ευρύτερη περιοχή αυτό δεν είναι μια ορθολογική επιλογή. Η ασφάλεια του Ισραήλ, η απειλή του πυρηνικού προγράμματος του Ιρανικού καθεστώτος, η τζιχαδιστική τρομοκρατία είναι κομβικής σημασίας για την αμερικανική ασφάλεια. Το πρόβλημα είναι ότι δεν υπάρχει πλέον ολοκληρωμένη στρατηγική για την περιοχή και τα αμερικανικά συμφέροντα δεν προσδιορίζονται όσο ξεκάθαρα όσο στο παρελθόν.

Το ταξίδι του Αμερικανού Προέδρου Τζο Μπάιντεν στην Μέση Ανατολή τον Ιούλιο που πέρασε ήταν το πρώτο της θητείας του στην περιοχή και δεν ήταν εύκολο. Πολλές και πολλοί θεωρούν ότι αν δεν υπήρχε η Ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και η ενεργειακή επισφάλεια που έχει καλύψει την Ευρώπη, αυτό το ταξίδι θα γινόταν αργότερα και με διαφορετικούς όρους.

Ο Τζο Μπάιντεν επισκέφτηκε το Ισραήλ και την Δυτική Όχθη, αλλά το πραγματικό στιγμιότυπο ήταν η επίσκεψη στην Σαουδική Αραβία και η συνάντηση με τον Βασιλιά Σαλμάν και τον Διάδοχο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν. Αυτή η τελευταία, με τον πραγματικό ηγέτη του Βασιλείου των Σαούντ ήταν η πιο αμφιλεγόμενη.

Anadolu Agency via Getty Images

Πέρα από τις ιστορικές «αμαρτίες» που πολλοί θεωρούν ότι βαρύνουν τις διμερείς σχέσεις, ήταν και η επίκληση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ως οδηγό της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής από την Διοίκηση Μπάιντεν που έκανε την επαφή δυσκολότερη από ότι θα ήταν έτσι κι αλλιώς μετά από δέκα χρόνια σχετικής αμερικανικής αδράνειας στην περιφερειακή στρατηγική αρένα.

Είναι προφανές ότι στην σύγκρουση αρχών και συμφερόντων – ιδιαίτερα σε περίοδο ανάγκης – οι πρώτες υποχωρούν. Ο ανταγωνισμός ισχύος και η υπό διαμόρφωση αρχιτεκτονική περιφερειακής ασφάλειας είναι τέτοια που δεν επιτρέπει στην Ουάσιγκτον να απουσιάζει. Αν υπήρχε η παραμικρή αμφιβολία, η πρόσφατη συνάντηση Πούτιν, Ραΐσι, Ερντογάν στην Τεχεράνη περίπου τις ίδιες μέρες εξαέρωσε κάθε αμφιβολία για το στρατηγικό διακύβευμα.

Η βελτίωση των σχέσεων ΗΠΑ-Σαουδικής Αραβίας καθίσταται κρίσιμη για την διατήρηση μιας ευνοϊκής ισορροπίας ισχύος. Μαζί με την Σαουδική Αραβία ευθυγραμμίζονται τόσο τα ΗΑΕ όσο και η Αίγυπτος. Ιδιαίτερα για την τελευταία, δεν σημαίνει ότι η πολιτική της μεγαλύτερης και ισχυρότερης αραβικής χώρας είναι παρακολούθημα της πολιτικής της Σαουδικής Αραβίας, αλλά ένα νοητό σουνιτικό τόξο από τον Κόλπο μέχρι την Σαχάρα έχει συγκροτηθεί εδώ και δεκαετίες γύρω από τις ίδιες απειλές και τις ίδιες εν πολλοίς προτιμήσεις.

Όλα τα παραπάνω δεν σημαίνουν ότι μεγάλες διαφορές δεν παραμένουν. Η Σαουδαραβική ηγεσία δεν πρόκειται να εμπλακεί στην σύγκρουση Δύσης-Ρωσίας, ούτε να εξομαλύνει πλήρως τις σχέσεις με το Ισραήλ, τουλάχιστον όχι σύντομα.

- Αναπόφευκτα και μια ερώτηση για την Τουρκία καθώς διαπιστώνουμε ότι έπειτα και από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία απελευθερώθηκαν αναθεωρητικές στρατηγικές. Πώς βλέπετε να εξελίσσονται οι σχέσεις της με τις ΗΠΑ και τη Δύση και φυσικά με την Ελλάδα;

Στα ελληνοτουρκικά, δυστυχώς, είμαστε αντιμέτωπες και αντιμέτωποι με ένα πολύ κακό σενάριο. Η επιθετικότητα και οι απειλές που εκπέμπονται σε καθημερινή βάση από το καθεστώς Ερντογάν παραπέμπουν σε έναν σχεδιασμό πρόκλησης κρίσης και είτε υποχωρήσης της Ελλάδος είτε στρατιωτικής εμπλοκής.

“Για το καθεστώς Ερντογάν, η Τουρκία είναι μία χώρα που δεν αναγνωρίζει περιορισμούς στις επιλογές και προτιμήσεις της από κανένα θεσμικό ή άλλο γεωπολιτικό παίκτη.”

Αυτή η επιθετικότητα και η εθνικιστική υστερία δεν μπορεί να ερμηνευθεί μόνο στο πλαίσιο εσωτερικών πολιτικών επιδιώξεων και αναγκών. Η τουρκική τακτική επιχειρεί να διαμορφώσει ένα πλαίσιο στο οποίο η Ελλάδα περιγράφεται ως ο εχθρός και ως πιόνι των εχθρών της Τουρκίας. Εδώ και μήνες, οι ελληνοτουρκικές σχέσεις είναι σε κατάσταση διπλωματικής κρίσης.

Την ίδια στιγμή, υπάρχει μια γεωπολιτική πραγματικότητα που ίσως αλλάζει ταχύτατα και δεν είναι καθόλου εικονική. Για το καθεστώς Ερντογάν η Δύση δεν είναι το πλαίσιο αναφοράς της τουρκικής κοινωνικής, πολιτικής, πολιτισμικής και οικονομικής εξέλιξης.

Για το καθεστώς Ερντογάν, η Τουρκία είναι μία χώρα που δεν αναγνωρίζει περιορισμούς στις επιλογές και προτιμήσεις της από κανένα θεσμικό ή άλλο γεωπολιτικό παίκτη. Η συμμετοχή της στο ΝΑΤΟ είναι σημαντική για τα μέλη του αλλά για την Τουρκία είναι χρήσιμη στο βαθμό που αναγνωρίζεται η αυτονομία της.

Οι σχέσεις της Ρωσίας του Πούτιν θεωρείται απόδειξη από την μία στρατηγικής χειραφέτησης και από την άλλη μοχλός πίεσης στην Δύση. Η Ουάσιγκτον και αρκετές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες πασχίζουν να ισορροπήσουν μεταξύ μιας Τουρκίας που δεν εμπιστεύονται και δεν ελπίζουν στην συμμαχική συμπόρευση (βλ. Ουκρανία, Λιβύη, Συρία) αλλά και δεν είναι καθόλου έτοιμες να την δουν να συμμαχεί με την βασική της απειλή. Για τις δυτικές ελίτ, η ελπίδα είναι ότι οι εκλογές θα λύσουν αυτό το δίλημμα.

Σε ποιόν εκτιμάτε ότι θα ανήκει το 2023;

Στο πεδίο της διεθνούς πολιτικής, η συγκυρία αφορά πάντοτε στον πιο ισχυρό. Το 2023 αν κάποιος παράγοντας μπορεί να διαμορφώσει τις εξελίξεις είναι οι ΗΠΑ. Είναι η μόνη δύναμη που μπορεί να συνεχίσει να στηρίζει οικονομικά και στρατιωτικά την Ουκρανία, είναι η μόνη δύναμη που μπορεί να περιορίσει τις υφεσιακές συνέπειες της κρίσης, είναι η μόνη δύναμη που μπορεί να υποστηλώσει εκ νέου την φιλελεύθερη πρωτοπορία της Δύσης. Το αν θα το κάνει και με ποιους όρους θα εξαρτηθεί από τις αντοχές του αμερικανικού πολιτικού συστήματος.

Δημοφιλή