Η συζήτηση για τις αυστηρότερες ποινές του νέου ΚΟΚ άνοιξε ξανά με αφορμή τις νέες διατάξεις για την αφαίρεση διπλώματος και την υποχρεωτική επιστροφή στις εξετάσεις. Πίσω, όμως, από το νέο καθεστώς υποτροπών, κρύβεται μια ακόμη πιο σκληρή πραγματικότητα: ο νόμος δεν μιλά μόνο για προσωρινή στέρηση της άδειας, αλλά και για περιπτώσεις στις οποίες το δίπλωμα μπορεί να χαθεί οριστικά ή ακόμη και δια βίου.

Ο νέος ΚΟΚ, που θεσπίστηκε με τον νόμο 5209/2025 και έχει ήδη ενσωματώσει μεταγενέστερες τροποποιήσεις στην κωδικοποιημένη μορφή του, εισάγει ένα σαφώς αυστηρότερο πλαίσιο για την επικίνδυνη οδική συμπεριφορά. Στο επίκεντρο βρίσκεται η έννοια της υποτροπής: όταν ένας οδηγός επαναλαμβάνει σοβαρές παραβάσεις μέσα σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, οι κυρώσεις παύουν να είναι απλώς χρηματικές και μετατρέπονται σε πολυετείς στερήσεις άδειας, με υποχρεωτική επανεκπαίδευση και νέα εξέταση για την επαναχορήγησή της.

Advertisement
Advertisement

Αυτή είναι και η βασική γραμμή που ανέδειξε ο νομοθέτης: ότι πλέον, για μια σειρά από επικίνδυνες παραβάσεις, ο οδηγός δεν «παίρνει πίσω» απλώς το δίπλωμά του όταν περάσει η ποινή, αλλά υποχρεώνεται να επιστρέψει στη διαδικασία εκπαίδευσης και εξετάσεων σαν να ξεκινά από την αρχή. Το στοιχείο αυτό αλλάζει τη φιλοσοφία των κυρώσεων, καθώς η πολιτεία επιχειρεί να συνδέσει την ποινή όχι μόνο με την τιμωρία, αλλά και με τον επανέλεγχο της οδηγικής ικανότητας.

Εκεί όπου το πλαίσιο γίνεται πραγματικά αμείλικτο είναι στις περιπτώσεις πολλαπλής υποτροπής. Ο νόμος προβλέπει ότι στην τρίτη διάπραξη ορισμένων σοβαρών παραβάσεων μέσα σε διάστημα πέντε ετών, η αφαίρεση της άδειας μπορεί να φτάσει τα οκτώ έτη, να ανέβει στα δέκα έτη για βαριά μέθη ή οδήγηση υπό την επήρεια ουσιών και, στην περίπτωση εγκατάλειψης από τροχαίο όπως ορίζεται στο άρθρο 47, να καταλήξει ακόμη και σε δια βίου αφαίρεση της άδειας οδήγησης.

Αυτό, ωστόσο, δεν είναι το μόνο σημείο του νέου ΚΟΚ όπου εμφανίζεται η προοπτική οριστικής απώλειας του διπλώματος. Στο άρθρο 101, ο νόμος προβλέπει ειδικές περιπτώσεις αφαίρεσης άδειας οδήγησης με δικαστική απόφαση. Αν αποδειχθεί, έπειτα από ανακρίσεις, ότι ο οδηγός υπήρξε υπαίτιος τραυματισμού ή θανάτου παραβιάζοντας διατάξεις του ΚΟΚ, το δικαστήριο αφαιρεί την άδεια για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Αν όμως υπάρξει υποτροπή, τότε μπορεί να επιβληθεί ακόμη και οριστική αφαίρεση της άδειας οδήγησης.

Με άλλα λόγια, δεν μιλάμε μόνο για μια διοικητική κύρωση που ενεργοποιείται αυτόματα από την επανάληψη μιας παράβασης. Μιλάμε και για μια δεύτερη, αυστηρότερη βαθμίδα, όπου η Δικαιοσύνη μπορεί να κρίνει ότι ένας οδηγός που έχει ήδη εμπλακεί υπαίτια σε σοβαρό τροχαίο και επαναλαμβάνει αντίστοιχη συμπεριφορά δεν πρέπει να επιστρέψει ξανά στο τιμόνι. Αυτή είναι ουσιαστικά η πιο καθαρή μορφή «οριστικής αφαίρεσης» που προβλέπει ο νόμος για φυσικά πρόσωπα.

Ακόμη πιο βαριά είναι η πρόβλεψη για εκείνον που οδηγεί ενώ η άδειά του έχει ήδη αφαιρεθεί. Σύμφωνα με το ίδιο άρθρο, αν κάποιος εντοπιστεί να οδηγεί κατά τη διάρκεια της περιόδου αφαίρεσης και στη συνέχεια γίνει υπαίτιος τροχαίου με τραυματισμό ή θάνατο, το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει μέχρι και δια βίου αφαίρεση της άδειας οδήγησης οποιουδήποτε οδικού οχήματος. Πρόκειται για μία από τις αυστηρότερες διατυπώσεις που περιλαμβάνει ο νέος ΚΟΚ.

Υπάρχει και μία ακόμη σοβαρή κατηγορία: η οδήγηση χωρίς νόμιμη άδεια. Ο νόμος ορίζει ότι όποιος καταλαμβάνεται να οδηγεί χωρίς άδεια στερείται του δικαιώματος απόκτησης άδειας για τουλάχιστον τρία χρόνια, ενώ αν γίνει υπαίτιος τροχαίου με σοβαρό τραυματισμό ή θάνατο, η στέρηση αυτή φτάνει τουλάχιστον τα δέκα χρόνια. Δεν πρόκειται τυπικά για «οριστική αφαίρεση», καθώς αφορά απαγόρευση απόκτησης και όχι ανάκληση ήδη χορηγημένης άδειας, όμως στην πράξη αποτελεί μία εξαιρετικά βαριά και μακρόχρονη απομάκρυνση από την οδήγηση.

Advertisement

Σημαντικό είναι επίσης ότι, όταν ο νόμος προβλέπει επαναχορήγηση έπειτα από αφαίρεση σε σοβαρές περιπτώσεις, αυτή δεν γίνεται αυτόματα. Ειδικά στις περιπτώσεις όπου έχει προηγηθεί θανατηφόρο τροχαίο, η επαναχορήγηση συνδέεται με επιτυχή θεωρητική και πρακτική εξέταση, αλλά και με παρακολούθηση του ισχύοντος προγράμματος θεωρητικής και πρακτικής εκπαίδευσης υποψήφιων οδηγών. Η επαναφορά, δηλαδή, περνά ξανά μέσα από το φίλτρο της αξιολόγησης.

Το συμπέρασμα είναι σαφές: το σημερινό δημοσίευμά μας στέκεται σωστά στην αυστηροποίηση που φέρνει ο νέος ΚΟΚ, αλλά η πλήρης εικόνα είναι ακόμη πιο σκληρή. Πέρα από την υποχρεωτική επιστροφή στις εξετάσεις, υπάρχουν τουλάχιστον τρεις διακριτές ζώνες πολύ βαριάς κύρωσης: η δια βίου αφαίρεση μετά από τρίτη υποτροπή σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, η οριστική αφαίρεση με δικαστική απόφαση σε υποτροπή μετά από υπαίτιο τραυματισμό ή θάνατο και η δια βίου αφαίρεση όταν κάποιος οδηγεί ενώ του έχει ήδη αφαιρεθεί το δίπλωμα και προκαλεί τροχαίο με θύματα.

Αυτό είναι το νέο μήνυμα του νόμου προς τους οδηγούς: ορισμένες συμπεριφορές δεν αντιμετωπίζονται πλέον ως απλές παραβάσεις, αλλά ως ενδείξεις μόνιμου κινδύνου για τη δημόσια ασφάλεια. Και σε αυτές τις περιπτώσεις, η επιστροφή στο τιμόνι δεν θεωρείται δεδομένο δικαίωμα.

Advertisement