ΤΟ BLOG
21/03/2021 07:36 EET | Updated 21/03/2021 08:44 EET

Και με pos και με iphone, ακαταπαύστως

Αφήγημα για μια επανάσταση που ακόμη εκκρεμεί…

.
.

-Μα τά έχουν ακούσει διακόσες φορές!

-Πρέπει, όμως, καταλαβαίνεις; Είσαι παιδαγωγός!

-Τά βαριούνται. Μιλάω και τσεκάρουν το Ίνσταγκραμ.

Ο πατριώτης πατέρας απομακρύνθηκε συγχυσμένος. Ο δάσκαλος του γιού του έμεινε πίσω του να μουρμουρίζει: -Πώς στην ευχή θα βρω λόγια που ν’ αφήνουνε σημάδι; 

Οι σχολικές γιορτές κατά τις εθνικές επετείους είχαν καταργηθεί προ πολλού και αντικαταστάθηκαν με ‘εργασία προσφοράς των μαθητών στην κοινότητα’. Ο δάσκαλος ένιωθε περίεργα. Ούτε το παλιό τού άρεσε, ούτε το καινούργιο τόν ικανοποιούσε. Όταν έμαθε την αλλαγή ντράπηκε να διαμαρτυρηθεί μονάχος του. Αρκέσθηκε απλώς να επαναλάβει τη φράση της θείας Μορισίνας της αποσώστρας μόλις διαπίστωσε ανήκεστο βλάβη στα αρτεσιανά φρέατα που ανεξήγητα ο δήμαρχος είχε ανοίξει: 

-Παλαβώσανε και τά φτιάξανε, παλαβώσανε και τά χαλάσανε…

Πώς γιόρταζαν άραγε τις επετείους παλιά; Είναι οι άνθρωποι που εισέπνευσαν άλλο αιώνα ή μήπως από τότε το σκουλήκι της φθοράς γελούσε χαιρέκακο στη ρίζα; Τι είδους άνθρωποι οργάνωναν το πρόγραμμα των σχολικών εορτών τέλος πάντων; Εν τω μεταξύ τα υποθηκοφυλακεία των ιδεών τάκαψε όλα η ψυχρή σύντηξη των καιρών, από πού ν’ αντλήσεις; -Εφιάλτης μου οι τελετές παράδοσης και παραλαβής, συμπέρανε. 

Να τά πάρουμε από την αρχή. Από το Ματζικέρτ και μετά ο δάσκαλος είχε χάσει το κέφι του. Έγραφε στους Δάνδολους μήπως πάρει καμιά συμβουλή, μάταια. Έμπαινε σε chatrooms με ψευδώνυμα, πότε Διγενής, πότε Ρωμανός, άλλοτε Μούρτζουφλος, και playful Greek ακόμα, κι άλλα παρόμοια, ανάλογα με τη διάθεση της στιγμής. Τίποτα, μόνο δούλεμα άφθονο. 

Κάτι τέτοιες ώρες άρχιζε να ονειροπολεί και να μονολογεί πως οι εποχές αποχωρούν πάντα πικραμένες, ότι ποτέ δεν εκπλήρωσαν εντελώς τον σκοπό τους και μακάριος όποιος τό αντιληφθεί πριν πεθάνει. Παραδόξως έβρισκε φυσιολογική την αμοιβαία ζηλοφθονία των εποχών. Εκείνο που δεν χώνευε ήταν η δυσφορία όσων πιστά υπηρέτησαν την εκάστοτε απερχόμενη κάθε που ερχόταν η ώρα να επιδείξουν τα διαπιστευτήριά τους στους νέους καιρούς. Άντε να υποβληθούν σε νέες τομογραφίες, να βρουν καινούργιες άθικτες φλέβες για να μπει ο νέος ορός. Ωχ βασανάκια! 

Λές γι’ αυτό να ένιωθε ανέστιος; Μήπως τόν θεωρούσαν Άσπεργκερ; Τρέχα γύρευε, δεν μπορούσαν να τόν κατατάξουν. -Με ποιόν είσαι; τόν ρωτούσαν. –Με όποιον μέ κάνει να στενάζω, απαντούσε.  

Έτσι, κάθε φορά που δεν καταλάβαιναν τι τούς έλεγε, έβγαζαν και από ένα λογύδριο. Γι’ αυτό είχε βαρεθεί τους πανηγυρικούς. Μύριζαν άγχος. 

Άρχισε να περιπλανάται για να παρηγορηθεί. Σε ένα πηγαδάκι παρέστη μάρτυρας εκνευρισμού των οπλαρχηγών. Εξ όσων μπόρεσε να συμπεράνει, σαν ο Νικηταράς είδε κι απόειδε πως δεν μπορούσε να βγάλει τον Θοδωράκη Κολοκοτρώνη στο κινητό, σηκώθηκε και πήγε επί τόπου. -Γιατί μάς παιδεύεις καπετάνιο και δεν τό ανοίγεις το ρημάδι; Έχουμε να συνεννοηθούμε για τα μπαρουτόβολα. 

Ο άλλος συλλάβισε μια συγγνώμη: -Ήμουνα ώρες ολάκερες στη συνεδρίαση του Ινστιτούτου Ιστορικής Συνείδησης και τό είχα στο αθόρυβο. Πρέπει να καταλήξουνε για το βιβλίο που θα μοιραστεί στα σκολειά. Τελικά ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος χρειαζότανε να πολεμήσει, γιά κάλλιο να συμφώναγε την παράδοση και να τόν κάνανε αντιβασιλέα, βεζύρη, όπως θέλεις πές το; Κι αν έτσι, λένε, τό κράταγε κρυφά ρωμέϊκο; 

-Δεν ξέρω, φτιάξε ημερίδα, πάνελ, ό,τι θες, μόνο κόπιασε στο λημέρι ταχιά. 

Ένας περαστικός εν τω μεταξύ, λιανός και άγουρος, είχε χαζέψει παρακολουθώντας τους, στο χέρι το ποπκόρν. 

Σε μιαν άλλη πόρτα μπαινόβγαιναν κάποιοι κι ένα καρτελάκι κρεμόταν από το λαιμό τους. Τή μισάνοιξε να δει. Στην οθόνη φαινόταν ο Ρήγας να σχεδιάζει σε διαδραστικό tablet. 

Μπήκε και κάθισε. Πρόσεξε ότι παρακολουθούσαν όλοι με τρομερό ενδιαφέρον το project για το νέo Mall της Βαλκανικής Κοινοπολιτείας. Θα τό ονόμαζαν Χάρτα-Point, λέει, ήταν ιστορική αναγκαιότητα όντως, θα συντελούσε στην αδελφωσύνη της περιοχής. Θα εκδίδονταν διακόσιες μετοχές και μόνο αν πάνε καλά θα αυξήσουν το μετοχικό κεφάλαιο. Με υπόκρουση νικητήριους παιάνες δωματίου άρχισαν μεθυσμένες ερωτήσεις στον ομιλητή. Θα μπορούσαν τάχα να εκδοθούν πιστωτικές κάρτες στηριζόμενες από αμοιβαία funds Μολδοβλαχίας και Χειμάρρας; Εντάξει, με προοπτική διεύρυνσης, μην ξεχάσουν να ρωτήσουν Υδραίους και Ψαριανούς. Κάποιοι της Οργανωτικής Επιτροπής γύριζαν στους διαδρόμους και μοίραζαν αναμνηστικά δώρα, σακουλάκια με αναβράζοντα δισκία Επαναστατόλ, συμπληρώματα διατροφής, δις ημερησίως λέει. Άλλοι έκαναν προεγγραφές σε φορητά POS. 

Ύστερα σκέφτηκε τον αγανακτισμένο πατέρα. -Δεν πάω στον γιό του; Βρήκε τον μαθητή του να τρώει πίτσα και να διαβάζει το ‘Ισχύς και απόφαση’ σε κόμικ. Φόραγε μπλουζάκι με στάμπα τον πατριάρχη να κρέμεται από το σκοινί μπροστά στην κεντρική πόρτα. 

-Εσύ ξέρεις τίποτα από κάτι υπόθεσες ψυχικές;

-Τι; τόν κοίταγε μασώντας.

Δεν ήξερε πώς ν’ απελπίζεται χαριτωμένα. -Κέρκυρα-Πετρούπολη-Γενεύη, άγονη γραμμή, δεν έχεις ακούσει ποτέ σου;

-Πού να θυμάμαι…

-Σε τι πλανήτη ζεις; 

-Αγνοώ πώς τόν λένε. Αλλά εξημέρωσέ με λοιπόν! Θυμάσαι την αλεπού; 

-Βρε χαμένε, η μνήμη κάνει πόλεμο με νύφες και μ’ αγγόνια! 

Όταν ο άλλος απόσωσε το κομμάτι και σκούπισε τα δάχτυλά του αποκρίθηκε:

-Και δεν καθότανε στα καντόνια που τούς έφτιαξε, λέω γώ;  

Μπαΐλντισε να κουρταλεί θύρες. Αποσύρθηκε στην κάμαρά του και βγήκε στο παράθυρο ν’ ακούσει τη μυρωδιά από τους πορτοκαλεώνες της Μόρφου. 

Από κει είχε συνήθειο να πετάει μπουκάλια με χαρτάκια στο πέλαγο αποκάτω του. (Μετέπειτα οι ερευνητές τά βρήκαν όλα και τά εναπέθεσαν στο Μουσείο Εθνικής Αμηχανίας. Αλλά τα γράμματα παλιοκαιρίσανε και δεν διαβάζονται πια, όπως ο καθένας μπορεί να διαπιστώσει).

Δεν μπορούσε να διακρίνει πρόσωπα, αλλά άκουγε ευδιάκριτα την παρέα με την κιθάρα στα βραχάκια. -Καρτερούμε μέραν νύχταν να φυσήξει ένας αέρας….

Αναρωτήθηκε: -Αίμα, δάκρυ, γέλιο, όλα ουδετέρου γένους. Έτσι τούς έπρεπε άραγε;

-…πον να φέρει στον καθέναν τζαι δροσιάν τζαι ποσπασιάν. 

-Ιδρώτας, φόβος, αγώνας, φθόνος. Αρσενικά, γιατί; 

Νυσταγμένα κατάκοπα σύννεφα αποσύρονταν για να βρέξουν τη μνήμη τους ν’ αλαφρώσουν.

-Ελπίδα, λευτεριά, φαγωμάρα, θυσία. Τόσα θηλυκά… 

Όταν ξαναβγήκε στο πάμφωτο λόμπυ είχαν διάλειμμα, ο καθένας τους πάνω από ένα laptop. Ήταν έκδηλος ένας νευρικός οιωνοσκόπος αέρας. Όπως τούς κοίταζε τού ήλθε μια ζαλάδα και έκανε μεταβολή να επιστρέψει μα τόν πρόλαβαν. 

‘Φαίνεται εξάπτω την περιέργεια του πλήθους’ πήγε να σκεφτεί την ώρα που ορμἠσαν πάνω του ένα μπουλούκι. Τα καρτελάκια τους έγραφαν ‘Κοινωφελής όμιλος διακοσίων ελπίδων’. Ανάκατοι φουστανελάδες, βρακοφόροι, κοστουμάτοι, κάζουαλ με φόρμες, φρικιά με piercing, μία σαν τρανς τού φάνηκε, κι άλλοι ξεκούρδιστοι νοματαίοι, κι ένας που έμοιαζε ηλίθιος, στην τσέπη του πρόβαλλε ακόμη το boarding pass. Από τη φασαρία σάστισε και ο Μαυροκορδάτος στη γωνία που έκανε λογαριασμούς στο Excel και μιλούσε με Λονδίνο.

-Τι είναι επέτειος; Οι ερωτήσεις τους σκέτη ανάκριση.

Δεν δίστασε. -Σκαλοπάτια που ανεβαίνεις για να θρυμματίσεις με το βλέμμα σου τους περιφερόμενους τυχοδιώκτες πυρετούς.

Αυτοί σαν να μπερδεύτηκαν λίγο μα συνέχισαν. -Διακόσια κεράκια; Για όνομα! Πού θα τά βρούμε; 

Είχε γαληνέψει πια. -Μη σκοτίζεστε, οι εκπνοές μας θα πάρουν το κατάλληλο σχήμα καθώς θα τίς ξεγεννάμε.

Κόμπιασαν πάλι, δεν τό περίμεναν αφού είχαν γίνει μάστορες στις καισαρικές, πώς αλλιώς θα λεηλατούσαν ασύστολα το παρελθόν; 

-Και πώς θα τ’ ανάψουμε; 

-Θα χιονίσει φλόγες.

Και μετά σώπασαν. Έ, ήταν φανερό, είχε παραλοΐσει, τι να κάνουμε; 

Αλλά εκείνος τούς έδειξε από τη μεγάλη τζαμαρία μακριά στον ορίζοντα, όπου μπορούσες να διακρίνεις μελλοντικούς Μάρτιους να ζεσταίνουν τις μηχανές με σοβαρή ανυπομονησία. Ήταν επείγον. Από τη στιγμή που δεν προβλέπονται τίτλοι ιδιοκτησίας για τον ιδρώτα και το αίμα, όποιος προλάβαινε να καταθέσει πρόταση εορτασμού το πιο πιθανό να έκανε χρησικτησία για μερικούς αιώνες. Προφανές, τό είχαν ξαναδεί το έργο τόσες φορές, αλλά… 

Γι’ άλλη μια φορά είχαν έλθει μόνο για τα λάφυρα.

Ο δάσκαλος κόμπιασε, συλλογιζόταν γρήγορα. Κανείς δεν παίρνει τα δωρεάν. Κοίταξε απ’ τη μια τη μακέτα του project, απ’ την άλλη τον πρίγκιπα Μίσκιν που τα μάτια του χαμογελούσαν τρυφερά. 

Ξαφνικά ένιωσε ότι φωνή δεν έβγαινε τώρα. Αν μπόραγε θα φύσαγε στ’ αυτιά τους πως δεν τελείωσε τίποτα, ότι τώρα αρχίζουνε όλα. 

Ναι, θα ούρλιαζε, διακόσια ντεσιμπέλ, να φτάσει η κραυγή του μακριά, ν’ ακούσει και ο Γούναρης να παρηγορηθεί για τη φαμίλια του, κι εκείνος ο μυστήριος που προτίμησε τ’ Ανάπλι απ’ τη Γενεύη (άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου!), κι ο Δυσσέας πού στεκόταν φυλακωμένος στο κάδρο και ήταν υποχρεωμένος να ακούει τον συνδικαλιστή της ΕΛΜΕ για τα μονοπώλια και να μην παίζει το βλέφαρό του. (Πόσο εφευρετικά μπορούν να γίνουν τα βασανιστήρια του ανθρώπου, φευγαλέα σκέφτηκε ο δάσκαλος)…

Σιγή μασίφ. Ακούγονταν μόνο μακριά το ροχαλητό της οικουμένης.

Και ύστερα συνήλθε κάπως. Και το μόνο που κατάφερε να ψελλίσει ήταν:

-Ο.. ο νούσιμος όπου βρεθεί …ανθεί και φέρει κι άλλο.