Ο πόλεμος ως καταφύγιο για φοβισμένους που καπηλεύονται τον Χριστιανισμό

Το κοσμοείδωλο της Ρωσικής ηγεσίας είναι μια αγνή ιερή πατρίδα περικυκλωμένη από βαρβάρους. Αποστολή τους η αποκατάσταση του διαβρωμένου ανδρισμού.
via Associated Press

Στις 11 Μαΐου είχαν γίνει τα εγκαίνια της Κωνσταντινούπολης, ενώ χθες 21 το εκκλησιαστικό εορτολόγιο τίμησε τον Μέγα Κωνσταντίνο και την μητέρα του Ελένη. Λαμβάνοντας αφορμή από τις συγκυρίες αυτές θυμάμαι το όραμα κατά το οποίο είδε τον Σταυρό και δέχθηκε την προτροπή «εν τούτω νίκα». Θα επιχειρήσω να συνδέσω την πρόσληψη αυτής της εμπειρίας στο Βυζάντιο με την σύγχρονη Ρωσία και τον διεξαγόμενο πόλεμο. Ζητώ συγγνώμη για την έκταση του άρθρου.

Στο εν λόγω σύνθημα στηρίχθηκε ολόκληρη η μετέπειτα πολιτική ιδεολογία της Ανατολικής αυτοκρατορίας. Σε τέτοιο σημείο διαπότισε την τότε πολιτική κουλτούρα η επίκληση του Σταυρού ώστε καθιερώθηκαν κάποιοι ύμνοι (όπως το «Σώσον, ο Θεός, τον λαόν σου…») ως εμβληματικοί των εορτών του Σταυρού, παρά τα χιλιάδες τροπάρια που έχουν γραφτεί για την πνευματική σημασία αυτού του συμβόλου: σημάδι θυσιαστικής αγάπης, σύμβολο ταπεινότητας, όπλο κατά των πειρασμών και του κακού, πηγή παρηγοριάς και ελπίδας στις δοκιμασίες, προϋπόθεση της Ανάστασης κ.π.ά. Επικράτησε τελικά ως επίσημο κρατικό σημαίνον η πρόσληψη του Σταυρού ως δήλωση συλλογικής ταυτότητας όσων πιστεύουν στη θεϊκή αλήθεια, σε αντίθεση με τις ταυτότητες της πλάνης.

Ψαλλόμενοι οι ύμνοι αυτοί στον 21ο αιώνα συνιστούν παραφωνία, όμως, αφού δεν υπάρχει πια Χριστιανική αυτοκρατορία που να αμύνεται απέναντι σε βαρβάρους, ούτε οι τωρινοί ηγέτες μας είναι πιστοί. Η διατήρησή τους αντανακλά το πόσο βαθιά εγγράφηκε η τότε νοοτροπία στο συλλογικό ασυνείδητο. Η αλήθεια έπρεπε να νικήσει την πλάνη και ο τρόπος της νίκης επηρεάστηκε από τις ψυχολογικές και κοινωνικές συνιστώσες της τότε εποχής.

Η ιστορική σκέψη οφείλει να μην είναι αναχρονιστική και να λαμβάνει υπόψη την συνάφεια των γεγονότων. Πράγματι, είναι δύσκολο σήμερα να αντιληφθούμε πώς σκέφτονταν παλιά οι άνθρωποι και ποιες ήταν οι προτεραιότητές τους. Άλλες συνθήκες, άλλες εμπειρίες, άλλα αυτονόητα. Όταν έχεις υποφέρει επί 3 αιώνες από διωγμούς και είσαι πλέον πολίτης ενός κράτους το οποίο εμπνέεται από το Ευαγγέλιο σε αντίθεση με τους ειδωλολατρικούς λαούς που τό περιβάλλουν, τότε βρίσκεις απολύτως εύλογο να ζητήσεις την βοήθεια του Θεού, όχι για να κατακτήσεις τους εχθρούς αλλά για να διασώσεις την δυνατότητα ελεύθερης άσκησης της χριστιανικής ζωής, αλλά και (γιατί όχι;) χριστιανικής εξημέρωσης και της υπόλοιπης ανθρωπότητας.

Καθώς απουσίαζαν, όμως, η νεότερη πολιτική σκέψη και τα αντίστοιχα δημοκρατικά ιδεώδη, το Βυζάντιο αναπόφευκτα αποτελούσε μια θεοκρατία – όπως, άλλωστε, και η Δυτική Χριστιανωσύνη. Όχι σαν τις σημερινές ριζοσπαστικές (Ιράν, Σαουδική Αραβία) αλλά ηπιότερη. Μεγαλούργησε μεν ως πολιτισμός, αλλά οφείλουμε να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους.

Μόνο στα πλαίσια αυτά μιας ιστορικής ερμηνευτικής μπορούμε να κατανοήσουμε την προτροπή και ενθάρρυνση «εν τούτω νίκα». Ο Θεός πάντοτε προσλαμβάνεται με όρους της πολιτισμικής συνάφειας και των ζωτικών για την κάθε εποχή αναγκών. Ας σημειώσουμε, πάντως, πως η σύλληψη ενός Θεού ο οποίος στηρίζει και ενθαρρύνει την δυναμική διαφοροποίηση του Χριστιανικού λαού από τους αλλόπιστους δεν αποτέλεσε μονοκαλλιέργεια: πολλά κείμενα της Βυζαντινής Χριστιανικής Θεολογίας περιέχουν πιο «προχωρημένες» εκδοχές της αναπαράστασης περί Θεού, συμβατές με σημερινές ανάγκες, πχ ερωτική σχέση με το πρόσωπό Του, εικόνα φίλου και συνοδοιπόρου, καθώς και πρωτότοκου αδελφού κ.ά. Επιπλέον προϋπήρχε η διδασκαλία του Χριστού κατά της βίας και της ισχύος εν γένει. Το Βυζάντιο, δηλαδή, προσπάθησε, αλλά δεν αποτελεί υπόδειγμα Χριστιανωσύνης.

Πού θέλω να καταλήξω; Απαιτείται πάντοτε μια θεολογία που θα λαμβάνει υπόψη την πολιτισμική συνάφεια, αλλιώς καταλήγει κανείς να μεταφέρει αμάσητα τα δεδομένα του παρελθόντος στο σήμερα. Τα αποτελέσματα τότε είναι κωμικά, όταν δεν γίνονται τραγικά. Αυτό ακριβώς συνέβη με την μετασοβιετική Ρωσία!

Η πολιτική ιδεολογία του Βυζαντίου ήταν η πιο εφικτή (πιθανόν και αρκετά επιτυχημένη) για εκείνη την πολιτισμική τάξη πραγμάτων. Για παράδειγμα, η ανεκτικότητά του οφείλει να κρίνεται με τα δεδομένα της εποχής του, όχι με τα σημερινά. Αυτό δεν σημαίνει ότι ακόμη και τότε δεν επιδεχόταν βελτιώσεις. Στις ανθρώπινες πράξεις υπάρχει πάντα ένας βαθμός απροσδιοριστίας και αποτυχίας, ακόμη και με τις καλύτερες προθέσεις. Σε κάθε περίπτωση, όμως, καταντά καρικατούρα να μεταφέρει κανείς το τότε ιδεολογικό καθεστώς στον 21ο αιώνα. Και ενίοτε γίνεται μοιραίο.

Η Ρωσία ως χώρα στερείται κάθε δημοκρατικής παράδοσης και εμπειρίας. Ως προνεωτερική αγροτική κοινωνία εκσυγχρονίστηκε βίαια, αποκλειστικά με τη μορφή του κομμουνισμού. Η Εκκλησία της υπέστη, λοιπόν, διπλό σοκ, αφού τη συνάντησή της με τις ιδέες της Νεωτερικότητας τήν είχε βιώσει επίσης τραυματικά, μέσα από την αθεΐα και τον υλισμό του 19ου αιώνα (τά περιγράφει καίρια ο Ντοστογιέφσκι). Έτσι το 1991 ένας λαός ευλαβικός και υπομονετικός, με αυτονόητη την υποταγή στην ισχύ, βρέθηκε εντελώς ξαφνικά με δήθεν ελεύθερη οικονομία και με προσχηματικούς δημοκρατικούς θεσμούς. Οι πολίτες αισθάνθηκαν ταπεινωμένοι, χωρίς τη δόξα της υπερδύναμης, με τη φτώχεια να κουρελιάζει την αξιοπρέπειά τους. Παράλληλα οι κοπέλες της βρέθηκαν να εκπορνεύονταν στην υπόλοιπη Ευρώπη. Οι κληρικοί της διαπίστωναν καθημερινά πως εισάγονταν οι πιο αλλόκοτες ιδέες και πρακτικές από τη μεταμοντέρνα Δύση. Επρόκειτο για πολιτισμική-ηθική κρίση βαρύτατη.

Αυτή ήταν η ώρα της Εκκλησίας, η ευκαιρία της. Η ιστορικών διαστάσεων κλήση της έγκειτο στο να εμπνεύσει μια Χριστιανική ζωή γειωμένη στο σήμερα, ικανή να θρέψει την πνευματική πείνα μετά από την ξηρασία του σοβιετικού αθεϊσμού, ανοιγόμενη και κομίζοντας μαρτυρία στον κόσμο. Η πρόκληση ήταν να υποδείξει μια Ορθοδοξία που προσλαμβάνει δημιουργικά τα υγιή στοιχεία του Δυτικού πολιτισμού. Αντί γι’ αυτά το Πατριαρχείο Μόσχας προτίμησε να αναζητήσει στο παρελθόν πηγές αυτοπεποίθησης: στον εθνικισμό, στην λογική της αυτοκρατορίας, στην σεχταριστική νοοτροπία. Ήταν η μοιραία επιλογή, ένας καρπός της οποίας είναι και ο πόλεμος τον οποίο σήμερα ζούμε.

Με άλλα λόγια, η εύλογη υπαρξιακή ανασφάλεια ενός πολυπληθούς ιστορικού λαού καθοδηγήθηκε να αναζητήσει παρηγοριά, όχι στην πίστη αλλά στην φαντασίωση, όχι στο Ευαγγέλιο αλλά στο κοσμικό φρόνημα. Αντί να ατενίσει το μέλλον επιχείρησε ξαναζέσταμα του παρελθόντος. Αντί να καταστήσει τους πιστούς πολίτες του κόσμου τούς πρόσφερε την εικονική πραγματικότητα ενός νέου Βυζαντίου. Ουσιαστικά η Ρωσική Εκκλησία ανέλαβε εργολαβικά την αντίθεση στις νεωτερικές και μετανεωτερικές ιδέες, έτσι ώστε να «μαντρώσει» το ποίμνιό της, από τη μια, και να προσελκύσει αφελείς ετερόδοξους Χριστιανούς σε μεταστροφή, από την άλλη. (Πρόσφατα μια κοινότητα συντηρητικών Προτεσταντών στην Δυτική Βιρτζίνια των ΗΠΑ προσχώρησαν στην Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία!). Με άλλα λόγια, «πουλάει» την εικόνα της σαν του μόνου Χριστιανικού χώρου ο οποίος αντιμάχεται την Δυτική αθεΐα και διαφθορά…

Έτσι μπορούμε να αντιληφθούμε γιατί τόσο άνετα οι Ρώσοι συνδυάζουν τον πλούτο και την χλιδή με την ευλάβεια, γιατί χρησιμοποιούν τον Σταυρό στα μεγαλοϊδεατικά όνειρά τους, γιατί στην ταυτοτική τους αγωνία χάνουν την πυξίδα. Ανίκανοι να ερμηνεύσουν το Βυζάντιο με ιστορικούς όρους αρκούνται να τό μεταφυτεύσουν αυτούσιο στο σήμερα. Επί τριάντα χρόνια επιδίδονται σε μια γιγάντια επιχείρηση παλινόρθωσης των προνεωτερικών αξιών, ξεπλένοντάς τες ως δήθεν παραδοσιακές. Κληρικοί στην τηλεόραση δηλώνουν πως η δημοκρατία δεν είναι κατάλληλο πολίτευμα για τη Ρωσία, ή αμνηστεύουν συμπεριφορές βίας των ανδρών προς τις συζύγους τους. Το κοσμοείδωλο της σημερινής Ρωσικής ηγεσίας είναι μια αγνή ιερή πατρίδα περικυκλωμένη από βαρβάρους. Αποστολή τους, δεν τό κρύβουν, η αποκατάσταση του διαβρωμένου ανδρισμού…

Πρέπει να τό πάρουμε απόφαση, λοιπόν, ότι πρεσβεύουν έναν διαφορετικό, στρεβλό Χριστιανισμό. Η καλλιεργούμενη προτεραιότητα δεν βρίσκεται στην σχέση με τον Χριστό αλλά στην εδραίωση ταυτότητας, και μάλιστα σε αντιδιαστολή με άλλες ταυτότητες. Αυτός ο δρόμος οδηγεί αναπόφευκτα σε παραλογισμό. Όταν η ψυχική αναστάτωση και οδύνη πιέζει για σχηματισμό ταυτότητας, ο άνθρωπος γίνεται ικανός να πατήσει επί πτωμάτων…

Αν οι πολιτικοί τους ηγέτες έχουν ως δικαιολογία την άγνοιά τους, οι εκκλησιαστικοί τους ποιμένες δεν έχουν κανένα ελαφρυντικό. Στην δική τους γλώσσα διατυπώθηκε η περίφημη ανανεωτική θεολογία του 20ού αιώνα (Φλωρόφσκι, Σμέμαν, Λόσκι, Αφανάσιεφ), την οποία προτίμησαν να αγνοήσουν, σαν να μην υπήρχε. Και ενώ αυτή άρδευε και αρδεύει πλούσια Έλληνες, Γάλλους, Αμερικανούς κτλ. εκείνοι αρκέστηκαν να τρέφονται με κούφια λόγια, με ναρκισσιστικό «αέρα». Με αποτέλεσμα να οδηγηθούν σε βαρειά σύγχυση, δικαιολογώντας τους φόνους χιλιάδων στρατιωτών και αμάχων προκειμένου να αντιταχθούν στα gay prides!

Τι σημαίνουν όλα αυτά για τους Έλληνες σήμερα;

Πρώτον, χρειάζεται πολλή προσοχή και επαγρύπνηση το φαινόμενο των εγχώριων θαυμαστών του Ρωσικού μύθου, διότι στην πραγματικότητα πρόκειται για ανθρώπους οι οποίοι αισθάνονται άβολα στην εποχή τους και νοσταλγούν το Βυζάντιο.

Δεύτερον, ευτυχώς αυτό το ρεύμα είναι μειοψηφικό, αφού η χώρα μας διαθέτει καλό θεολογικό δυναμικό, παράδοση κριτικής προς τους επισκόπους από το πλήρωμα, και ισχυρά ερείσματα ευρωπαϊκότητας.

Τρίτον, ήλθε καιρός για αφαίρεση των παρωπίδων και συνεργασία: οι εκκλησιαστικοί θα πρέπει να κατανοήσουν καλύτερα τους κοσμικούς αποβάλλοντας τυχόν προκαταλήψεις, ενώ οι διανοούμενοί μας είναι καιρός να απαλλαγούν από στρεβλώσεις γύρω από την Εκκλησία.

Όπως δεν ομαδοποιούνται οι θρησκευτικά αδιάφοροι (περιλαμβάνουν μαχητικά άθεους, ήπιους αγνωστικιστές, καλοπροαίρετους συμπαθούντες, ορθολογιστές τεχνοκράτες κ.ά), έτσι δεν τσουβαλιάζονται και οι πιστοί (υπάρχουν νηφάλιοι ευρωπαϊστές, σκεπτόμενοι μετριοπαθείς, προνεωτερικοί φανατικοί, απλοϊκοί κ.ά.). Τα δύο μέρη επιβάλλεται να απομακρυνθούν από την ιδιοτελή και παρελκυστική τακτική να ζωγραφίζουν τον αντίπαλό τους όπως θέλουν ώστε κατόπιν να έχουν λόγους να τού επιτεθούν. Φτάνει πια με τις ιδεολογικές καρικατούρες και τις αχρείαστες διαμάχες!

Η ανθρωπότητα έχει μπει σε νέο ιστορικό κύκλο με άδηλη εξέλιξη. Η έκβαση των αγώνων που θα δοθούν από εδώ και πέρα θα εξαρτηθεί από την σύμπραξη όσων σκέφτονται συνεργατικά, όσων ελκύονται περισσότερο από την πραγματικότητα παρά από τις φαντασιώσεις. Και οι Χριστιανοί θα γίνουν ελπίδα για τον κόσμο όταν η ταπεινή και ανυπόκριτη πίστη θα διαμορφώνει ταυτότητα (όπως συνέβαινε στην αρχή) και όχι όταν (αντίστροφα) οι ψυχικές ανάγκες για ταυτότητα παραμορφώνουν την πίστη σύμφωνα με το δικό τους καλούπι, όπως με πόνο διαπιστώνουμε.