Γιατί η Εκπαίδευση φοβάται την Τέχνη;

«Γι’ αυτό τα παιδιά κρύβουνε τα χρυσωμένα χέρια τους στις άδειες τσέπες, μην τα μαλώσει η μάνα τους που όλη τη νύχτα παίζανε κρυφά με το φεγγάρι»
Miguel Sotomayor via Getty Images

Η άχρονη ψυχή τού ανθρώπου καθορίζει εν πολλοίς τον τρόπο τής σκέψης και της συμπεριφοράς του. Θα έλεγε δε κανείς, πως η ψυχή μαζί και η συνείδησή του, αποτελούν την άυλη ταυτότητά του, αυτή που καθορίζει λεπτομερώς την πορεία του στη ζωή, ενδεχομένως και στο θάνατο.

Για να σμιλέψει λοιπόν κάθε σκεπτόμενος άνθρωπος την αυτοσυνειδησία του θα πρέπει, αναπόδραστα, να βουτήξει το γενετικό του υλικό μέσα στα κύματα μιας ιδιότυπης και ασύχαστης θάλασσας, αυτής που το πολιτικό, το οικονομικό, το κοινωνικό αλλά και το πολιτιστικό σύστημα δημιουργεί ολόγυρά του και στη συνέχεια να το ανασύρει για να κατανοήσει ποιος είναι.

Διότι η εμπειρία είναι αυτή που βεβαιώνει την ύπαρξη του εαυτού, και όχι το αντίθετο. Η ισχυρότερη σμίλη, τουλάχιστον για τα πρώτα χρόνια της ζωής τού ανθρώπου, αυτή που θα του δώσει σχήμα και μέγεθος και χαρακτηριστικά, είναι αδιαμφισβήτητα το εκπαιδευτικό σύστημα, το οποίο, εκτός από γνώσεις, θα του προσφέρει και παραδείγματα ατομικής, κυρίως όμως κοινωνικής γνωστικής και συμπεριφορικής εμπειρίας.

Η Τέχνη, ως κοινωνικό έργο που σκοπό έχει τη δημιουργία τού ωραίου, καθ’ όλη τη διάρκεια της ενσυνείδητης ανθρώπινης ιστορίας δημιουργούσε επαναστάσεις στη σκέψη, κατά τον ίδιο τρόπο που και οι επαναστάσεις δημιουργούσαν Τέχνη.

Με δεδομένη λοιπόν την εγγενή ιδιότητα της Τέχνης να προκαλεί εσωτερικό -αλλά και κοινωνικό- διάλογο, θα μπορούσε κανείς εύλογα να υποθέσει πως πρέπει να αποτελεί το πρώτο ίσως εργαλείο, το οποίο το εκπαιδευτικό σύστημα θα χρησιμοποιούσε για να παράγει τους σκεπτόμενους πολίτες τής επόμενης γενιάς.

Αλλά, από την πρακτική καθημερινότητα, τουλάχιστον στη χώρα μας, αποδεικνύεται ακριβώς το αντίθετο, η Τέχνη είναι παραγκωνισμένη στις σκονισμένες γωνίες τής εκπαίδευσης παρά το γεγονός ότι αυτή η πρακτική βρίσκει αντίθετη την πλειοψηφία τόσο των εκπαιδευτικών όσο και της ίδιας της κοινωνίας. Γιατί λοιπόν η πραγμάτωση της γνώσης στα σχολεία να γίνεται ερήμην της Τέχνης από αυτά;

Το εκπαιδευτικό σύστημα θα έπρεπε να υπάρχει για να μάθει ο άνθρωπος τι τού ταιριάζει. Τι θέλει. Τι είναι της καρδιάς του τα ποθητά. Και τι μισεί. Τι δε θέλει. Τι δεν είναι ο εαυτός του. Για το πρόγραμμα των σπουδών στα ελληνικά σχολεία αποφασίζει η πολιτική ηγεσία τού τόπου, η οποία προφανώς θεωρεί ότι σχολείο είναι εκπαιδευτικοί και μαθητές σε έναν καθημερινό και ασθμαίνοντα αγώνα δρόμου για να καλυφθεί η αχανής (ενίοτε δε και ανούσια) διδακτέα ύλη. Ύλη που έχει στριμωχτεί σε υπερβολικά μεγάλες δόσεις μέσα στα σχολικά βιβλία και είναι ανθρωπίνως αδύνατο να μπορέσει να διδαχτεί, πολύ δε περισσότερο να αφομοιωθεί.

Το αποτέλεσμα είναι η δημιουργία ενός ενοχικού και φοβικού σχολείου που παράγει παιδιά κι εφήβους σε σύγχυση! Κι αυτή ακριβώς η σύγχυση επιβάλλεται από τους έχοντες την αποφασιστική αρμοδιότητα να γίνει η κανονικότητα στον ίδιο τόπο που γεννήθηκε η τραγωδία και άνθισε η ποίηση και το θέατρο.

Η ποίηση και το θέατρο και η ζωγραφική και η μουσική και όλες οι Τέχνες που σμίγουν τα θραύσματα αυτού του κόσμου σαν κόλλα ισχυρή και τον καθιστούν διαυγή και ξεκάθαρο χωρίς ομίχλη και σύγχυση και δόγματα. Η συντεταγμένη πολιτεία όμως, δια του εκπαιδευτικού της συστήματος, φαίνεται πως εκβιάζει τις νέες γενιές αντί να τις εμπνέει.

Οι κύκλοι της ζωής και της φύσης πάντοτε κλείνουν, της πολιτικής, δυστυχώς, όχι. Ακριβώς εκεί θα μπορούσε κανείς να εστιάσει την προσοχή του προκειμένου να διερευνήσει την αιτία που το σύστημα της εκπαίδευσης στη χώρα μας έχει επιλέξει τη σιωπή της Τέχνης μέσα στο ωρολόγιο πρόγραμμά του. Έχει επιλέξει τη δημιουργία σχολείωνεργοστασίων που συσκευάζουν έτοιμα όνειρα και αυριανούς ‘πελάτες’ του συστήματος, χωρίς κριτική σκέψη και χωρίς να είναι μπολιασμένοι με το ωραίο, το μεγάλο και τ’ αληθινό τής Τέχνης και του αθάνατου πνεύματος, για το οποίο μίλησε ο Παλαμάς.

Οι πολιτικές για την παιδεία που έρχονται ως θέσφατα και παρέρχονται το ίδιο εύκολα την επομένη των εκλογών, έχουν δημιουργήσει μια κατάσταση άγονη και πνιγηρή, η οποία όμως είναι εξόχως βολική γιατί παράγει υπηκόους αντί για πολίτες. Κι επειδή κάθε θεσμός είναι τόσο γερός όσο ο πιο αδύναμος κρίκος του, αβίαστα προκύπτει το συμπέρασμα πως όποιος επιθυμεί ανίσχυρες κοινωνίες θα στοχεύσει στο εκπαιδευτικό της σύστημα και βεβαίως θα αφαιρέσει από μέσα του κάθε ίχνος της Τέχνης.

Διότι αφαιρώντας το συστατικό εκείνο που καθιστά την παιδεία ισχυρή, αφαιρείται ταυτόχρονα και το κομμάτι εκείνο της κοινωνικής δυναμικής που μπορεί να αλλάξει την καθεστηκυία τάξη και κάθε παθογενές status quo που δεν επιθυμεί να απωλέσει τη δύναμή του.

Αφαιρώντας την κριτική σκέψη που παράγεται μέσα από την ενασχόληση με την Τέχνη, αφαιρείται ένα μεγάλο μέρος τής ίδιας τής ταυτότητας της κοινωνίας καθιστώντας την επιρρεπή στην παραχάραξη και τη διαστρέβλωση. Αφαιρείται το όνειρο και η ελπίδα μέσα από τη μήτρα της κοινωνικής δημιουργίας που είναι το σχολείο. Το είχε κατανοήσει τόσο βαθιά αυτό ο διαυγής ο Ρίτσος:

«Τρέξανε τα παιδιά, πήραν στα παχουλά τους χέρια το φεγγάρι κι όλη τη νύχτα παίζανε στον κάμπο.

Τώρα τα χέρια τους είναι χρυσά, τα πόδια τους χρυσά, κι όπου πατούν αφήνουνε κάτι μικρά φεγγάρια στο νοτισμένο χώμα. Μα, ευτυχώς, οι μεγάλοι που ξέρουν πολλά, δεν καλοβλέπουν. Μονάχα οι μάνες κάτι υποψιάστηκαν.

Γι’ αυτό τα παιδιά κρύβουνε τα χρυσωμένα χέρια τους στις άδειες τσέπες, μην τα μαλώσει η μάνα τους που όλη τη νύχτα παίζανε κρυφά με το φεγγάρι».

***

Κώστας Θερμογιάννης

Δημοφιλή