Το ξυπνητήρι χτυπάει νωρίς. Τα παιδιά πρέπει να πάνε σχολείο, οι γονείς στη δουλειά. Ακολουθούν οκτώ ή και περισσότερες ώρες εργασίας, μετακινήσεις, ψώνια, μαγείρεμα, διάβασμα των παιδιών. Και όταν επιτέλους τελειώσουν όλα, η ημέρα έχει σχεδόν χαθεί. Για χιλιάδες ελληνικές οικογένειες, ο ελεύθερος χρόνος δεν είναι απλώς περιορισμένος. Είναι πολυτέλεια.
Αυτή την καθημερινότητα αποτυπώνει με αριθμούς η νέα έρευνα της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ), αναδεικνύοντας μια από τις μεγαλύτερες αντιφάσεις της ελληνικής κοινωνίας. Την ώρα που η χώρα αναζητά τρόπους να αντιμετωπίσει τη δημογραφική κρίση, πολλοί εργαζόμενοι δυσκολεύονται να ανταποκριθούν ακόμη και στις οικογενειακές υποχρεώσεις που ήδη έχουν.
Ένας στους τρεις τρέχει να προλάβει…
Σύμφωνα με την έρευνα, το 33% των εργαζομένων με υποχρεώσεις φροντίδας δηλώνει ότι δυσκολεύεται να συνδυάσει την επαγγελματική με την οικογενειακή ζωή. Στις γυναίκες το ποσοστό αυξάνεται στο 35,4%, ενώ στις ηλικίες 35–44 ετών, δηλαδή σε μια περίοδο της ζωής όπου συχνά συνυπάρχουν αυξημένες επαγγελματικές και οικογενειακές απαιτήσεις, φτάνει το 37,5%.
Πίσω από τα ποσοστά βρίσκονται εργαζόμενοι που προσπαθούν να ανταποκριθούν ταυτόχρονα σε δύο απαιτητικούς ρόλους: να είναι συνεπείς στη δουλειά τους και παρόντες στην οικογένειά τους. Και πολλές φορές αισθάνονται ότι πρέπει να διαλέξουν.
Ο μεγαλύτερος εχθρός της οικογένειας είναι ο χρόνος
Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν ότι το βασικό πρόβλημα δεν είναι απαραίτητα η απουσία διάθεσης ή η κακή οργάνωση της καθημερινότητας. Είναι οι ίδιες οι συνθήκες εργασίας. Το 34,9% όσων αντιμετωπίζουν δυσκολίες αναφέρει ως βασικό εμπόδιο τις πολλές ώρες εργασίας. Ένα επιπλέον 27% επισημαίνει την απαιτητική ή εξαντλητική φύση της δουλειάς. Για το 13%, το πρόβλημα είναι τα απρόβλεπτα ή δύσκολα ωράρια, ενώ το 12,9% χάνει πολύτιμο χρόνο στις καθημερινές μετακινήσεις. Αυτό σημαίνει ότι για πολλούς εργαζομένους η ημέρα δεν τελειώνει όταν σχολάσουν. Η δεύτερη βάρδια ξεκινά στο σπίτι. Και αυτή η δεύτερη βάρδια δεν πληρώνεται, δεν αναγνωρίζεται πάντα και σπάνια μπορεί να αναβληθεί.
Ακριβή μου babysitter…
Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ένα άλλο εύρημα. Το 67,9% όσων έχουν την ευθύνη παιδιών κάτω των 15 ετών δεν χρησιμοποιεί υπηρεσίες φροντίδας, όπως παιδικούς σταθμούς, ολοήμερα σχολεία ή επαγγελματίες φύλαξης. Βεβαίως, η μη χρήση αυτών των υπηρεσιών δεν σημαίνει απαραίτητα ότι δεν είναι διαθέσιμες. Σχεδόν οι μισοί από όσους δεν τις χρησιμοποιούν, ποσοστό 47,6%, δηλώνουν ότι προτιμούν να φροντίζουν τα παιδιά οι ίδιοι ή με τον σύντροφό τους. Ωστόσο, υπάρχουν και οικογένειες για τις οποίες η επιλογή περιορίζεται από το κόστος ή την έλλειψη διαθέσιμων υπηρεσιών. Το 5,6% επικαλείται οικονομικούς λόγους και το 3% περιορισμένη διαθεσιμότητα.
Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι μόνο πόσες δομές φροντίδας υπάρχουν, αλλά αν λειτουργούν τις ώρες που πραγματικά τις χρειάζονται οι εργαζόμενοι γονείς. Ένας παιδικός σταθμός που κλείνει αρκετές ώρες πριν τελειώσει η εργασία του γονέα δεν λύνει ολόκληρο το πρόβλημα.
Γονικές άδειες ή δικαιώματα στα χαρτιά;
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η αξιοποίηση των οικογενειακών αδειών. Σύμφωνα με τα στοιχεία, το 59,9% όσων έχουν αναθρέψει παιδιά και εργάζονται ή είχαν εργαστεί δεν έχει λάβει κάποια μορφή οικογενειακής άδειας.
Η διαφορά μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα είναι εντυπωσιακή: στον δημόσιο τομέα το ποσοστό όσων έχουν λάβει τέτοια άδεια φτάνει το 80,9%, ενώ στον ιδιωτικό είναι αισθητά χαμηλότερο.
Αυτό δεν αποδεικνύει από μόνο του παραβίαση εργασιακών δικαιωμάτων. Αναδεικνύει, όμως, την ανάγκη να εξεταστεί κατά πόσο οι εργαζόμενοι γνωρίζουν τα δικαιώματά τους και μπορούν να τα ασκήσουν χωρίς να φοβούνται συνέπειες στην επαγγελματική τους πορεία.
Το δημογραφικό δεν λύνεται μόνο με επιδόματα
Η Ελλάδα αντιμετωπίζει μια βαθιά δημογραφική πρόκληση. Η συζήτηση επικεντρώνεται συχνά στα επιδόματα γέννησης, στις φορολογικές ελαφρύνσεις και στην οικονομική ενίσχυση των οικογενειών. Όμως η νέα έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ φωτίζει μια άλλη πλευρά του προβλήματος: τις πραγματικές συνθήκες μέσα στις οποίες καλούνται οι νέοι άνθρωποι να δημιουργήσουν και να μεγαλώσουν οικογένεια. Πόσο εύκολο είναι να αποφασίσει ένα ζευγάρι να αποκτήσει δεύτερο παιδί όταν ήδη δυσκολεύεται να φροντίσει το πρώτο; Πόσο βοηθά ένα οικονομικό επίδομα όταν οι γονείς δεν έχουν σταθερό ωράριο, διαθέσιμη παιδική φροντίδα ή επαρκή χρόνο για τα παιδιά τους;
Το πρόβλημα έχει και μια σημαντική οικονομική διάσταση. Όταν οι εργαζόμενοι εξαντλούνται προσπαθώντας να συνδυάσουν επαγγελματικές και οικογενειακές υποχρεώσεις, επηρεάζεται όχι μόνο η προσωπική τους ζωή, αλλά δυνητικά και η παραγωγικότητα των επιχειρήσεων. Αντίστοιχα, όταν οι γονείς δεν έχουν πρόσβαση σε κατάλληλες υπηρεσίες φροντίδας, μπορεί να αναγκάζονται να περιορίσουν τις ώρες εργασίας τους ή να απορρίψουν επαγγελματικές ευκαιρίες…