Ένα σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού στην Ελλάδα αντιμετωπίζει δυσκολίες στην εξασφάλιση επαρκούς τροφής, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το 2025.
Σύμφωνα με τα στοιχεία, το 7,5% του πληθυσμού αντιμετώπισε μέτρια ή σοβαρή ανεπάρκεια τροφής το 2025, ποσοστό που αντιστοιχεί περίπου σε έναν στους 13 ανθρώπους. Παράλληλα, το 1,7% του πληθυσμού βρέθηκε αντιμέτωπο με σοβαρή ανεπάρκεια τροφής.
Τα ευρήματα αναδεικνύουν ένα πρόβλημα που δεν περιορίζεται στην αύξηση των τιμών στα ράφια των σούπερ μάρκετ, αλλά αφορά την πραγματική δυνατότητα των νοικοκυριών να καλύψουν βασικές διατροφικές ανάγκες.
Τι σημαίνει ανεπάρκεια τροφής στην πράξη
Η μέτρια ή σοβαρή ανεπάρκεια τροφής δεν σημαίνει απαραίτητα ότι κάποιος μένει για ολόκληρη ημέρα χωρίς να φάει. Μπορεί να αφορά ανθρώπους που αναγκάζονται να περιορίσουν την ποσότητα του φαγητού τους, να παραλείψουν γεύματα ή να μην έχουν την οικονομική δυνατότητα να αγοράσουν όσα τρόφιμα χρειάζονται.
Η σοβαρή ανεπάρκεια τροφής αφορά ακόμη δυσκολότερες συνθήκες. Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται άνθρωποι που δηλώνουν ότι πέρασαν ολόκληρη ημέρα χωρίς φαγητό, επειδή δεν είχαν χρήματα ή άλλους διαθέσιμους πόρους για να εξασφαλίσουν τροφή.
Η σύγκριση με το 2024
Το ποσοστό του πληθυσμού που αντιμετώπισε μέτρια ή σοβαρή ανεπάρκεια τροφής αυξήθηκε από 7% το 2024 σε 7,5% το 2025, καταγράφοντας άνοδο κατά 0,5 ποσοστιαίες μονάδες.
Παράλληλα, το ποσοστό της σοβαρής ανεπάρκειας τροφής διαμορφώθηκε στο 1,7%, το υψηλότερο επίπεδο της περιόδου 2019-2025, σύμφωνα με τα σχετικά στοιχεία.
Πώς συγκρίνεται η Ελλάδα με την Ευρώπη
Σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, η Ελλάδα βρίσκεται σε παρόμοιο επίπεδο ως προς τη μέτρια ή σοβαρή ανεπάρκεια τροφής. Συγκεκριμένα, ο ευρωπαϊκός μέσος όρος αναφέρεται στο 7,4%, έναντι 7,5% στην Ελλάδα.
Αντίθετα, στη σοβαρή ανεπάρκεια τροφής ο ευρωπαϊκός μέσος όρος διαμορφώνεται στο 1,9%, υψηλότερα από το 1,7% που καταγράφεται στην Ελλάδα.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι η επισιτιστική ανασφάλεια αποτελεί ευρύτερο ευρωπαϊκό ζήτημα και όχι αποκλειστικά ελληνικό πρόβλημα.