Με φρένο στην… τελευταία στροφή μπαίνει η υποχρεωτική καταβολή ενοικίων μέσω τραπεζών, καθώς η κυβέρνηση οδηγείται σε αναβολή του μέτρου μέχρι νεωτέρας, μπροστά σε ένα πλέγμα τεχνικών δυσκολιών, νομικών κενών και αντιδράσεων από την αγορά.
Η ρύθμιση, που στόχευε να βάλει τέλος στα «μαύρα» ενοίκια και να επιβάλει πλήρη διαφάνεια στις μισθώσεις, αποδεικνύεται στην πράξη πολύ πιο σύνθετη από όσο αρχικά είχε εκτιμηθεί.
Οι λόγοι της αναβολής συνδέονται με μια σειρά πρακτικών ζητημάτων που δεν είχαν επιλυθεί επαρκώς. Περιπτώσεις πολλαπλής ιδιοκτησίας, ήδη προπληρωμένα μισθώματα, ζητήματα προστασίας εισοδημάτων από κατασχέσεις, αλλά και ειδικές κατηγορίες πολιτών που δυσκολεύονται να προσαρμοστούν σε πλήρως ψηφιακές συναλλαγές, συνθέτουν ένα περιβάλλον στο οποίο η άμεση εφαρμογή του μέτρου θα μπορούσε να δημιουργήσει περισσότερα προβλήματα από όσα θα έλυνε.
Παρά την προσωρινή αναδίπλωση, η κατεύθυνση δεν αλλάζει. Το οικονομικό επιτελείο εξακολουθεί να στοχεύει στον περιορισμό της φοροδιαφυγής και στην πλήρη καταγραφή των μισθωμάτων, με κυρώσεις τόσο για ιδιοκτήτες που δεν δηλώνουν τα πραγματικά εισοδήματα όσο και για ενοικιαστές που δεν χρησιμοποιούν τραπεζικά μέσα πληρωμής. Το μήνυμα είναι σαφές: το «μαύρο» ενοίκιο βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο των ελέγχων.
Ωστόσο, η πραγματική εικόνα της αγοράς δείχνει ότι το πρόβλημα είναι βαθύτερο. Τα δηλωθέντα ενοίκια παραμένουν σε πολλές περιπτώσεις σημαντικά χαμηλότερα από τα πραγματικά, γεγονός που υποδηλώνει ότι ένα μέρος των συναλλαγών εξακολουθεί να πραγματοποιείται εκτός συστήματος. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και η υποχρεωτική τραπεζική πληρωμή δεν αποτελεί από μόνη της επαρκές εργαλείο για την εξάλειψη της παραοικονομίας.
Η δυσκολία εφαρμογής του μέτρου αναδεικνύει τις δομικές ιδιαιτερότητες της ελληνικής αγοράς ακινήτων. Υψηλή φορολόγηση, περιορισμένη εμπιστοσύνη μεταξύ των συναλλασσόμενων και ισχυρά κίνητρα για άτυπες συμφωνίες δημιουργούν ένα περιβάλλον στο οποίο η πλήρης διαφάνεια δεν μπορεί να επιβληθεί απλώς με μια νομοθετική ρύθμιση. Απαιτείται σταδιακή προσαρμογή, ισορροπία κινήτρων και κυρίως ένα λειτουργικό πλαίσιο που να ανταποκρίνεται στις πραγματικές συνθήκες της αγοράς.
Η αναβολή, επομένως, δεν συνιστά εγκατάλειψη του σχεδίου, αλλά αναγνώριση των ορίων του. Το μέτρο αναμένεται να επανέλθει με τροποποιήσεις, πιθανώς με εξαιρέσεις και πιο ευέλικτη εφαρμογή. Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, παραμένει: μπορεί το κράτος να περιορίσει ουσιαστικά τη «σκιώδη» οικονομία στα ενοίκια ή θα συνεχίσει αυτή να προσαρμόζεται, βρίσκοντας νέους τρόπους να παραμένει εκτός ελέγχου;
Σε κάθε περίπτωση, η εξέλιξη αυτή λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι η μετάβαση σε μια πιο διαφανή αγορά δεν είναι ζήτημα μόνο τεχνολογίας ή υποχρεωτικών πληρωμών, αλλά συνολικής αλλαγής νοοτροπίας και πλαισίου λειτουργίας. Και αυτή η μετάβαση, όπως φαίνεται, θα απαιτήσει περισσότερο χρόνο από όσο αρχικά είχε υπολογιστεί.