Η κυβέρνηση έσπευσε να ανακοινώσει έκτακτα μέτρα απέναντι στο νέο κύμα ακρίβειας που τροφοδοτεί ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, με φόντο τη νέα εκτίναξη του πετρελαίου και την πίεση που ήδη καταγράφεται στις τιμές τροφίμων και βασικών αγαθών. Ομως το ερώτημα παραμένει αμείλικτο: αρκεί ένα πλαφόν στο περιθώριο κέρδους, όταν ο πολίτης βλέπει την τελική τιμή να ανεβαίνει καθημερινά στο ράφι και στην αντλία;

Η αλήθεια είναι απλή και σκληρή. Ο πόλεμος φέρνει πρώτα ακρίβεια στην ενέργεια. Και η ενέργεια, με τη σειρά της, σπρώχνει προς τα πάνω όλη την αλυσίδα: μεταφορές, παραγωγή, βιομηχανία, συσκευασία, ψύξη, αποθήκευση, γεωργία, κτηνοτροφία, λιανεμπόριο. Δεν υπάρχει «στεγανό» όταν ανατιμώνται τα καύσιμα. Το σοκ περνά από τη μάνικα του πρατηρίου στο φορτηγό, από το φορτηγό στο χωράφι και από το χωράφι στο ράφι.

Advertisement
Advertisement

Μπροστά σε αυτό το περιβάλλον, η κυβέρνηση ανακοίνωσε πλαφόν στο περιθώριο κέρδους στα καύσιμα και σε 61 κατηγορίες ειδών σούπερ μάρκετ, με ισχύ έως τις 30 Ιουνίου 2026. Στα καύσιμα, το όριο τίθεται στα 5 λεπτά ανά λίτρο για τις εταιρείες εμπορίας και στα 12 λεπτά ανά λίτρο για τα πρατήρια, ενώ για τα προϊόντα σούπερ μάρκετ το μεικτό περιθώριο κέρδους δεν μπορεί να υπερβαίνει τον μέσο όρο του 2025. Τα πρόστιμα για παραβάσεις φτάνουν έως και τα 5 εκατ. ευρώ.

Αυτό, όμως, δεν είναι πλαφόν στην τιμή. Είναι κάτι πολύ διαφορετικό. Και ακριβώς εκεί βρίσκεται ο πυρήνας της κριτικής. Διότι όταν μπαίνει όριο μόνο στο κέρδος και όχι στην τελική τιμή, ο καταναλωτής δεν προστατεύεται πραγματικά από τη συνεχή μετακύλιση του κόστους. Αν ανεβαίνει η τιμή διυλιστηρίου ή η τιμή προμήθειας, μπορεί να ανεβαίνει και η τελική τιμή, απλώς εντός του επιτρεπόμενου περιθωρίου. Το ίδιο το ρεπορτάζ για τα μέτρα το λέει καθαρά: ανατιμήσεις μπορεί να υπάρχουν κανονικά, αρκεί να τηρείται το ανώτατο περιθώριο ανά στάδιο της αλυσίδας.

Με άλλα λόγια, το κράτος λέει στην αγορά: «Μην κερδίσετε παραπάνω από ένα όριο». Δεν λέει όμως στον πολίτη: «Δεν θα πληρώσεις παραπάνω από μια συγκεκριμένη τιμή». Και αυτή είναι μια κρίσιμη πολιτική διαφορά. Και εδώ ακριβώς η κυβερνητική παρέμβαση μοιάζει μισή.

Γιατί αν η κυβέρνηση θεωρεί ότι βρισκόμαστε μπροστά σε έναν νέο κύκλο εισαγόμενης ακρίβειας, τότε γιατί εξαντλείται σε μια παρέμβαση που ελέγχει κυρίως τη συμπεριφορά του εμπορίου, αλλά όχι την τελική φορολογική και τιμολογιακή επιβάρυνση; Γιατί δεν αγγίζει πιο αποφασιστικά τον ΦΠΑ στα βασικά αγαθά της καθημερινότητας; Γιατί δεν αγγίζει τον ειδικό φόρο κατανάλωσης στα καύσιμα; Γιατί δεν ανοίγει από τώρα συζήτηση για προσωρινές, στοχευμένες μειώσεις σε κρίσιμους λογαριασμούς, όταν η ίδια η ΕΛΣΤΑΤ καταγράφει πίεση και στο κόστος στέγασης και ηλεκτρισμού;

Το αντεπιχείρημα είναι γνωστό: «δημοσιονομικά περιθώρια». Η κυβέρνηση το επαναλαμβάνει και τώρα, λέγοντας πως παρακολουθεί τις εξελίξεις και θα εξετάσει πρόσθετα μέτρα όταν υπάρξει πιο καθαρή εικόνα.

Αλλά η αγορά δεν περιμένει την «καθαρή εικόνα». Η αγορά προεξοφλεί. Και η κοινωνία πληρώνει προκαταβολικά τον φόβο.

Και υπάρχει και κάτι ακόμη: η κυβέρνηση φαίνεται να υποτιμά τη συσσωρευμένη κοινωνική κόπωση. Η ακρίβεια δεν είναι πια μια «δύσκολη συγκυρία». Είναι μόνιμο τραύμα στην καθημερινότητα. Οι πολίτες έχουν ακούσει πολλές φορές για «προσωρινά» μέτρα, για «καλάθια», για «συμφωνίες» με σούπερ μάρκετ, για «παρακολούθηση της αγοράς». Το πρόβλημα είναι ότι στην πράξη το ταμείο στο τέλος παραμένει αμείλικτο. Και όταν η πραγματικότητα διαψεύδει επανειλημμένα την επικοινωνία, η φθορά δεν κρύβεται πίσω από δύο μονάδες πάνω ή κάτω σε μια πρόθεση ψήφου.

Χρειάζεται, λοιπόν, άλλη λογική. Χρειάζεται άμεσα: Μείωση ΦΠΑ στα βασικά καταναλωτικά αγαθά, σοβαρή επανεξέταση του ειδικού φόρου στα καύσιμα, ισχυρός και καθημερινός έλεγχος στην αγορά, προστασία των μικρομεσαίων που δεν αντέχουν νέο ενεργειακό σοκ και πάνω απ’ όλα, πολιτική απόφαση ότι σε συνθήκες έκτακτης κρίσης δεν μπορεί ο πολίτης να μένει μόνος απέναντι στο ταμείο.