Ανησυχία, εκνευρισμό και αντιδράσεις προκαλεί στις Βρυξέλλες η απόφαση των Ηνωμένων Πολιτειών με αφορμή την ενεργειακή κρίση να χαλαρώσουν προσωρινά ορισμένες κυρώσεις που αφορούν ρωσικό πετρέλαιο, με την Ευρωπαϊκή Ένωση να προειδοποιεί ότι η αποδυνάμωση των περιορισμών μπορεί να αυξήσει τους οικονομικούς πόρους της Μόσχας την ώρα που συνεχίζεται ο πόλεμος στην Ουκρανία.

Τόσο ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα όσο και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επανέλαβαν ότι το καθεστώς κυρώσεων κατά της Ρωσίας παραμένει βασικό εργαλείο πίεσης.

Advertisement
Advertisement

Όπως υπογράμμισε η Κομισιόν κατά τη μεσημεριανή ενημέρωση των δημοσιογράφων, «η Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει πεπεισμένη ότι το ανώτατο όριο τιμής στο ρωσικό πετρέλαιο και οι κυρώσεις κατά της Ρωσίας είναι καλά στοχευμένες και παραμένουν σε ισχύ».

Μπορεί οι εκπρόσωποι της Κομισιόν να ανέφεραν ότι η ΕΕ θεωρεί ότι η εξαίρεση των ΗΠΑ είναι περιορισμένη τόσο χρονικά όσο και ως προς το πεδίο εφαρμογής της, ωστόσο΄υπογράμμισαν ότι η Επιτροπή διατηρεί τη σταθερή θέση ότι «δεν είναι η κατάλληλη στιγμή για χαλάρωση των κυρώσεων κατά της Ρωσίας».

«Το ανώτατο όριο τιμής πετρελαίου έχει συμβάλει στη μείωση των εσόδων της Ρωσίας από τις εξαγωγές πετρελαίου, διατηρώντας παράλληλα τη σταθερότητα των αγορών πετρελαίου», σημείωσε, προσθέτοντας ότι «οι ρωσικοί όγκοι εξαγωγών παρέμειναν γενικά σταθεροί».

Παράλληλα, η Κομισιόν προειδοποίησε ότι η Μόσχα ήδη επωφελείται από τη γεωπολιτική ένταση στη Μέση Ανατολή. «Η Ρωσία δεν πρέπει να επωφεληθεί από τον πόλεμο στο Ιράν», ανέφερε εκπρόσωπος της Επιτροπής, τονίζοντας ότι «δεν είναι η ώρα να χαλαρώσουν οι κυρώσεις κατά της Ρωσίας».

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε η Επιτροπή, «η Ρωσία κερδίζει περίπου 150 εκατομμύρια δολάρια την ημέρα σε πρόσθετα έσοδα από τις πωλήσεις πετρελαίου από την αρχή της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή».

Η αντίδραση Κόστα

Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα, ο οποίος εξέφρασε ανοιχτά την ανησυχία του για την απόφαση της Ουάσιγκτον.

Advertisement

«Η μονομερής απόφαση των ΗΠΑ να άρουν τις κυρώσεις στις εξαγωγές ρωσικού πετρελαίου είναι πολύ ανησυχητική, καθώς επηρεάζει την ευρωπαϊκή ασφάλεια», ανέφερε.

Όπως υπογράμμισε, η οικονομική πίεση προς τη Μόσχα παραμένει καθοριστική για την προοπτική ειρήνης στην Ουκρανία.

«Η αύξηση της οικονομικής πίεσης στη Ρωσία είναι αποφασιστική ώστε να αποδεχθεί μια σοβαρή διαπραγμάτευση για μια δίκαιη και διαρκή ειρήνη. Η αποδυνάμωση των κυρώσεων αυξάνει τους πόρους της Ρωσίας για να συνεχίσει τον επιθετικό πόλεμο κατά της Ουκρανίας», σημείωσε.

Advertisement

Η απόφαση της Ουάσιγκτον

Οι Ηνωμένες Πολιτείες αφαιρούν προσωρινά κυρώσεις από ρωσικό πετρέλαιο που βρίσκεται ήδη φορτωμένο σε δεξαμενόπλοια στη θάλασσα, σε μια προσπάθεια να περιορίσουν την άνοδο των διεθνών τιμών ενέργειας εν μέσω του πολέμου με το Ιράν.

Την απόφαση ανακοίνωσε ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσεντ σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα Χ λέγοντας ότι το «στενά στοχευμένο» μέτρο «δεν θα προσφέρει σημαντικό οικονομικό όφελος στη ρωσική κυβέρνηση».

Advertisement

Σύμφωνα με το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών, οι εξαιρέσεις θα ισχύσουν έως τις 11 Απριλίου.

Όπως έγραψε ο ίδιος:

«Ο πρόεδρος Τραμπ λαμβάνει αποφασιστικά μέτρα για να προωθήσει τη σταθερότητα στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας και εργάζεται για να διατηρήσει τις τιμές χαμηλές, καθώς αντιμετωπίζουμε την απειλή και την αστάθεια που προκαλεί το τρομοκρατικό ιρανικό καθεστώς».

Advertisement

Ο Μπέσεντ πρόσθεσε ακόμη:

Advertisement

«Οι πολιτικές του προέδρου Τραμπ έχουν οδηγήσει την παραγωγή πετρελαίου και φυσικού αερίου των Ηνωμένων Πολιτειών σε επίπεδα ρεκόρ, συμβάλλοντας σε χαμηλότερες τιμές καυσίμων για τους εργαζόμενους Αμερικανούς. Η προσωρινή αύξηση των τιμών του πετρελαίου αποτελεί μια βραχυπρόθεσμη και προσωρινή διαταραχή που θα οδηγήσει σε σημαντικό όφελος για τη χώρα και την οικονομία μας σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα».

Ερωτήματα για τις ευρωπαϊκές εταιρείες

Σε αυτό το πλαίσιο και κατά τη μεσημεριανή ενημέρωση της Επιτροπής τέθηκε και το ζήτημα που μπορεί να προκύψει για ευρωπαϊκές εταιρείες που δραστηριοποιούνται στις διεθνείς αγορές πετρελαίου.

Advertisement

Δημοσιογράφοι έθεσαν το ζήτημα έλλειψης εμπιστοσύνης, καθώς λίγες ημέρες νωρίτερα οι ηγέτες της G7 είχαν δηλώσει ότι οι κυρώσεις κατά της Ρωσίας θα παραμείνουν σε ισχύ, ενώ έθεσαν και το ερώτημα το τι πρέπει να κάνει μια ευρωπαϊκή εταιρεία ή ένα ευρωπαϊκό κράτος. Να ακολουθήσει τους κανόνες των ΗΠΑ ή τους κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης;

«Αν ακολουθήσω τον έναν, θα τιμωρηθώ από τον άλλον», αναφέρθηκε χαρακτηριστικά.

Η Επιτροπή απέφυγε να απαντήσει σε υποθετικά σενάρια, επισημαίνοντας ότι η αμερικανική εξαίρεση αφορά μόνο πλοία που βρίσκονται ήδη στη θάλασσα και ότι το ευρωπαϊκό καθεστώς κυρώσεων παραμένει σε πλήρη ισχύ.

«Στρατηγικό λάθος» η επιστροφή στη ρωσική ενέργεια

Σημειώνεται ότι νωρίτερα μέσα στην εβδομάδα η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, μιλώντας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, απέρριψε κατηγορηματικά το ενδεχόμενο επιστροφής της Ευρώπης στη ρωσική ενέργεια, προειδοποιώντας ότι κάτι τέτοιο «θα ήταν στρατηγικό λάθος».

Παρόμοια προειδοποίηση διατύπωσε και ο επικεφαλής του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας, Φατίχ Μπιρόλ, ο οποίος δήλωσε ότι μια πιθανή επιστροφή της Ευρώπης στο ρωσικό φυσικό αέριο θα ήταν «οικονομικά και πολιτικά λανθασμένη».

Αποθέματα φυσικού αερίου και τιμές ηλεκτρικής ενέργειας

Σε ό,τι αφορά την ενεργειακή κατάσταση στην Ευρώπη, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανέφερε σήμερα ότι οι αποθήκες φυσικού αερίου βρίσκονται σ περίπου στο 30%, επίπεδο που βρίσκεται κοντά στον ιστορικό μέσο όρο για την περίοδο.

«Θεωρούμε ότι τα αποθέματα μπορούν να γεμίσουν εγκαίρως πριν από τον επόμενο χειμώνα», σημείωσε η Επιτροπή, προσθέτοντας ότι η κατάσταση παρακολουθείται στενά από τα κράτη-μέλη μέσω της ομάδας συντονισμού για το φυσικό αέριο, η οποία θα συνεδριάσει εκ νέου στις 26 Μαρτίου.

Παράλληλα, η Επιτροπή επιβεβαίωσε ότι εξετάζονται επιλογές για τη μείωση της επίδρασης της τιμής του φυσικού αερίου στις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας.

Όπως ανέφερε εκπρόσωπος της Κομισιόν, εξετάζεται «πώς μπορεί να μειωθεί ο αντίκτυπος του κόστους του φυσικού αερίου όταν αυτό καθορίζει την τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας».

Το ζήτημα αυτό αναμένεται να απασχολήσει τους ευρωπαίους ηγέτες στη Σύνοδο Κορυφής της 19ης Μαρτίου, όπου θα συζητηθούν πιθανές παρεμβάσεις στην ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας.