Η 25η Μαρτίου είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια επέτειος. Είναι η ημέρα κατά την οποία η Ελλάδα τιμά την Επανάσταση του 1821, αλλά ταυτόχρονα γιορτάζει και τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, συνδέοντας με τρόπο μοναδικό την εθνική παλιγγενεσία με τη θρησκευτική πίστη. Στην καρδιά αυτής της αφήγησης βρίσκονται η Αερόπολη της Μάνης, ο Παλαιών Πατρών Γερμανός και το λάβαρο της Αγίας Λαύρας, σύμβολα που σημάδεψαν τη συλλογική μνήμη του τόπου.
Κάθε χρόνο, η 25η Μαρτίου επιστρέφει ως μία από τις πιο φορτισμένες ημέρες του ελληνικού ημερολογίου. Παρελάσεις, δοξολογίες, σχολικές γιορτές και σημαίες στα μπαλκόνια υπενθυμίζουν ότι η ημερομηνία αυτή δεν αφορά μόνο ένα ιστορικό γεγονός, αλλά ένα ολόκληρο εθνικό αφήγημα. Είναι η στιγμή κατά την οποία η Ιστορία, η παράδοση και η πίστη συναντιούνται.
Η αλήθεια είναι ότι η Επανάσταση του 1821 δεν άρχισε παντού την ίδια ημέρα. Οι πρώτες κινήσεις είχαν ήδη εκδηλωθεί σε διάφορες περιοχές, με εμβληματική την έναρξη του αγώνα από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, ενώ στη Μάνη και ειδικότερα στην Αερόπολη, οι Μανιάτες είχαν κηρύξει τον αγώνα ήδη από τις 17 Μαρτίου 1821 υπό τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Η Αερόπολη αποτελεί έτσι έναν από τους πρώτους μεγάλους σταθμούς του ξεσηκωμού, μια ιστορική εστία που δείχνει ότι η φωτιά της Επανάστασης είχε ήδη ανάψει πριν από την 25η Μαρτίου.
Ωστόσο, η ημερομηνία που χαράχτηκε πιο βαθιά στη συλλογική συνείδηση ήταν η 25η Μαρτίου. Και αυτό συνέβη όχι μόνο λόγω της εθνικής της σημασίας, αλλά και επειδή συνδέθηκε με ένα πρόσωπο και μια εικόνα-σύμβολο: τον Παλαιών Πατρών Γερμανό στην Αγία Λαύρα. Σύμφωνα με την εθνική παράδοση, ο μητροπολίτης ευλόγησε το λάβαρο της Επανάστασης και κήρυξε την έναρξη του αγώνα, προσδίδοντας στο ξέσπασμα του 1821 χαρακτήρα ιερό, εθνικό και ιστορικό μαζί.
Είτε ως αυστηρό ιστορικό γεγονός είτε ως συμβολική συμπύκνωση των πρώτων ημερών του Αγώνα, η σκηνή της Αγίας Λαύρας απέκτησε τεράστια δύναμη. Το λάβαρο της Επανάστασης, ο ιεράρχης που το υψώνει, οι αγωνιστές που ορκίζονται ελευθερία: όλα αυτά έγιναν η εικαστική και ιδεολογική αποτύπωση της εθνικής αφύπνισης. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτή ακριβώς η εικόνα διδάχθηκε επί γενιές στα σχολεία και ρίζωσε τόσο βαθιά στη δημόσια μνήμη.
Εδώ βρίσκεται και η ουσία της 25ης Μαρτίου. Δεν είναι απλώς η ημερομηνία μιας στρατιωτικής έναρξης. Είναι η ημερομηνία που το ελληνικό κράτος επέλεξε για να συμπυκνώσει το νόημα της Επανάστασης. Από τη μία πλευρά, υπήρχαν τα πραγματικά γεγονότα του ξεσηκωμού, με την Αερόπολη, τη Μάνη, τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, την Πελοπόννησο και άλλες περιοχές να μπαίνουν νωρίς στον αγώνα. Από την άλλη, υπήρχε η ανάγκη να δημιουργηθεί ένα κοινό εθνικό σημείο αναφοράς. Και αυτό το σημείο βρέθηκε στη σύνδεση της Επανάστασης με τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου.
Άρα, όχι, δεν θεωρείται απλώς συμπτωματικό ότι η εθνική επέτειος συμπίπτει με τον Ευαγγελισμό. Η ταύτιση αυτή είχε βαθύ συμβολισμό. Ο Ευαγγελισμός είναι το χαρμόσυνο μήνυμα της σωτηρίας. Για το νεότερο ελληνικό κράτος, η Επανάσταση ήταν το χαρμόσυνο μήνυμα της ελευθερίας. Έτσι, η θρησκευτική γιορτή και η εθνική επέτειος ενώθηκαν σε ένα ενιαίο αφήγημα αναγέννησης.
Σε αυτό το αφήγημα, η Αερόπολη εκπροσωπεί την πρώιμη και πραγματική φλόγα του Αγώνα, με πρωταγωνιστή τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, ενώ ο Αλέξανδρος Υψηλάντης σηματοδοτεί την πρώτη μεγάλη επαναστατική κίνηση εκτός του ελλαδικού χώρου. Η Αγία Λαύρα και ο Παλαιών Πατρών Γερμανός εκπροσωπούν τον μεγάλο συμβολισμό του. Και η 25η Μαρτίου είναι η ημερομηνία που ένωσε και τα δύο: το ιστορικό γεγονός και την εθνική μνήμη.
Γι’ αυτό και η ημέρα αυτή παραμένει τόσο ισχυρή μέχρι σήμερα. Δεν θυμίζει μόνο ότι οι Έλληνες επαναστάτησαν. Θυμίζει και τον τρόπο με τον οποίο επέλεξαν να αφηγηθούν την αρχή της ελευθερίας τους: με πίστη, με θυσία, με σύμβολα και με την αίσθηση ότι η παλιγγενεσία του έθνους ήταν κάτι περισσότερο από πολιτική πράξη. Ήταν ένα νέο ξεκίνημα.