Νέα τροπή φαίνεται να παίρνει το μυστήριο γύρω από την περίεργη οσμή που κάλυψε την περασμένη Τρίτη (19/5) αρκετές περιοχές της Αττικής, κυρίως κοντά στο παραλιακό μέτωπο.
Αυτό συμβαίνει καθώς το Ελληνικό Κέντρο Θαλασσίων Ερευνών αποκλείει πλέον ξεκάθαρα το ενδεχόμενο η έντονη οσμή να σχετίζεται με φυσικά φαινόμενα στον Σαρωνικό Κόλπο.
Όπως αναφέρει το ΕΛ.ΚΕ.Θ.Ε., έπειτα από τις σχετικές καταγγελίες πολιτών, τα μέχρι στιγμής επιστημονικά δεδομένα δεν επιβεβαιώνουν εκτεταμένη περιβαλλοντική επιβάρυνση ή ανοξικά φαινόμενα στον Εσωτερικό Σαρωνικό. Την ίδια στιγμή, ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά η δημόσια τοποθέτηση του διευθυντή Ερευνών του ΕΛΚΕΘΕ, Δημήτρη Σακελλαρίου, ο οποίος έδωσε ακόμη πιο σαφή εικόνα σχετικά με την προέλευση του φαινομένου.
Σε ανάρτησή του, ο κ. Σακελλαρίου αναφέρει χαρακτηριστικά πως «η οσμή δεν προέρχεται από οποιαδήποτε φυσική ωκεανογραφική διεργασία στον Σαρωνικό Κόλπο σύμφωνα με το ΕΛΚΕΘΕ. Με άλλα λόγια η προέλευση της οσμής ήταν από ανθρωπογενή πηγή».
Το ΕΛΚΕΘΕ επισημαίνει ότι επί δεκαετίες παρακολουθεί οργανωμένα την οικολογική κατάσταση των εσωτερικών, μεταβατικών και παράκτιων υδάτων της χώρας μέσω εθνικών και ευρωπαϊκών ερευνητικών προγραμμάτων. Στο πλαίσιο της «Οδηγίας-Πλαίσιο για τα Ύδατα (2000/60/ΕΚ)», της «Οδηγίας για τη Θαλάσσια Στρατηγική (2008/56/ΕΚ)», καθώς και του προγράμματος εποπτείας των οικοσυστημάτων του Εσωτερικού Σαρωνικού, της Ελευσίνας, των Μεγαρέων και του Νότιου Ευβοϊκού σε συνεργασία με την ΕΥΔΑΠ, πραγματοποιούνται διαρκείς μετρήσεις και αξιολογήσεις για τις επιπτώσεις από τη λειτουργία του Κέντρου Επεξεργασίας Λυμάτων Ψυττάλειας.
Για τις ανάγκες αυτών των ερευνών, το ωκεανογραφικό σκάφος «ΑΙΓΑΙΟ» πραγματοποίησε αποστολές στον Σαρωνικό Κόλπο στις 10 και 19 Μαΐου 2026, με τη δεύτερη αποστολή να συμπίπτει χρονικά με το περιστατικό της έντονης δυσοσμίας στην Αττική.
Με βάση τα μέχρι τώρα στοιχεία, οι πολυετείς μετρήσεις και οι επιστημονικές μελέτες δεν καταδεικνύουν την ύπαρξη εκτεταμένων ανοξικών λεκανών στον Εσωτερικό Σαρωνικό. Παράλληλα, δεν έχουν εντοπιστεί συγκεντρώσεις υδρόθειου στον πυθμένα σε επίπεδα που να μπορούν να εξηγήσουν τόσο μεγάλη δυσοσμία, ενώ δεν υπάρχουν ενδείξεις μαζικής έξαρσης φυτοπλαγκτού ή εκτεταμένων διεργασιών αποσύνθεσης που θα μπορούσαν να προκαλέσουν παραγωγή δύσοσμων αερίων.
Το ΕΛΚΕΘΕ διευκρινίζει ακόμη ότι τα διαθέσιμα ωκεανογραφικά και μετεωρολογικά στοιχεία δεν επιβεβαιώνουν φαινόμενο ανάβλυσης (upwelling), δηλαδή μεταφορά ανοξικών θαλάσσιων μαζών από τον βυθό προς την επιφάνεια. Επιπλέον, κατά την αποστολή του «ΑΙΓΑΙΟ» στις 19 Μαΐου 2026, δεν καταγράφηκαν ενδείξεις περιβαλλοντικής υποβάθμισης στις περιοχές όπου έγιναν οι επιστημονικές έρευνες.
Παρότι οι πρώτες εκτιμήσεις για την κατάσταση του Σαρωνικού εμφανίζονται καθησυχαστικές, οι έρευνες συνεχίζονται. Το ΕΛΚΕΘΕ και η ΕΥΔΑΠ τονίζουν ότι εξετάζουν όλα τα διαθέσιμα στοιχεία και κάθε πιθανό παράγοντα που συνδέεται με το περιστατικό. Για αυτόν τον λόγο έχει ήδη προγραμματιστεί νέα στοχευμένη δειγματοληψία την Τρίτη 26 Μαΐου 2026 στον Σαρωνικό και στον Κόλπο της Ελευσίνας.
Το μοναδικό ενδεχόμενο που προς το παρόν φαίνεται να αποκλείεται, σύμφωνα με τους επιστήμονες, είναι η μυστηριώδης δυσοσμία να οφείλεται σε φυσική θαλάσσια διεργασία στον Σαρωνικό.