Η εικόνα προκάλεσε πολιτική συζήτηση και έντονα σχόλια. Ο πρώην υπουργός του ΣΥΡΙΖΑ Παναγιώτης Λαφαζάνης εμφανίστηκε σε αντιπολεμική διαδήλωση στο κέντρο της Αθήνας κρατώντας πορτρέτο του Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, θέλοντας να εκφράσει την αντίθεσή του στην επίθεση κατά του Ιράν. Η κίνηση όμως άνοιξε ξανά τη συζήτηση γύρω από την πολιτική του πορεία, τις θέσεις του και τις επιλογές που τον έχουν οδηγήσει συχνά στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης.
Η πρώτη μάχη δεν δόθηκε για το τι συμβολίζει η εικόνα, αλλά για το αν η εικόνα… υπήρξε. Η φωτογραφία που αποτυπώνει τον Παναγιώτη Λαφαζάνη σε διαδήλωση με πορτρέτο του Χομεϊνί προκάλεσε όχι μόνο πολιτικές αντιδράσεις, αλλά και μια δεύτερη, εξίσου αποκαλυπτική σύγκρουση: την προσπάθεια ορισμένων να τη βαφτίσουν «AI». Η αντίδραση του φωτορεπόρτερ Γιώργου Κομταρίνη που τράβηξε το καρέ ήταν έντονη, ακριβώς επειδή δεν αμφισβητήθηκε απλώς μια πολιτική εικόνα, αλλά η ίδια η πραγματικότητα ενός φωτογραφικού ντοκουμέντου. Από εκεί και πέρα, όμως, αρχίζει και η ουσία: τι ακριβώς δείχνει αυτή η φωτογραφία για τον ίδιο τον Λαφαζάνη, για τη διαδρομή του και για το πολιτικό μήνυμα που εκπέμπει.
Η συζήτηση για τη συγκεκριμένη φωτογραφία δεν είναι δευτερεύουσα λεπτομέρεια. Είναι η αφετηρία του θέματος. Διότι όταν ένα πραγματικό στιγμιότυπο αμφισβητείται ως «κατασκευή», δεν επιχειρείται απλώς μια διόρθωση ή μια ένσταση. Επιχειρείται η αποδόμηση της ίδιας της μαρτυρίας. Και γι’ αυτό η παρέμβαση του εξαιρερικού φωτορεπόρτερ Γιώργου Κονταρίνη
έχει ιδιαίτερη βαρύτητα: υπερασπίζεται όχι μια άποψη, αλλά την αυθεντικότητα της δουλειάς του και, μαζί, την αλήθεια μιας εικόνας που κάποιοι θα προτιμούσαν να μην είναι αληθινή.
Το γεγονός αυτό φωτίζει και μια ευρύτερη, πολύ ανησυχητική τάση της εποχής. Κάθε άβολη εικόνα, κάθε πολιτικά τοξικό καρέ, κάθε ντοκουμέντο που προκαλεί αμηχανία, κινδυνεύει πια να πεταχτεί εύκολα στον κάδο του «ψεύτικου» και του «AI». Οχι επειδή υπάρχουν αποδείξεις, αλλά επειδή η πραγματικότητα καμιά φορά είναι πολιτικά πιο επώδυνη από μια θεωρία συνωμοσίας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η ουσία είναι σκληρή και απλή: το φωτογραφικό ντοκουμέντο υπάρχει και γι’ αυτό ακριβώς προκάλεσε τόση ταραχή.
Και από τη στιγμή που η αυθεντικότητα της εικόνας υπερασπίζεται από τον άνθρωπο που την κατέγραψε, το ερώτημα μετατοπίζεται αναπόφευκτα στο περιεχόμενό της. Διότι άλλο να επιχειρεί κανείς να κρυφτεί πίσω από το βολικό αφήγημα της τεχνητής νοημοσύνης και άλλο να λογοδοτεί για το πολιτικό μήνυμα μιας τόσο βαριάς συμβολικά παρουσίας: του Παναγιώτη Λαφαζάνη με πορτρέτο του Χομεϊνί.
Εκεί αρχίζουν τα πραγματικά δύσκολα. Γιατί η εικόνα δεν μπορεί να διαβαστεί ως μια ουδέτερη αντιπολεμική χειρονομία. Δεν πρόκειται για ένα γενικό σύνθημα υπέρ της ειρήνης, αλλά για μια δημόσια εμφάνιση με σύμβολο που παραπέμπει σε ένα καθεστώς το οποίο έχει κατηγορηθεί διεθνώς για συστηματική καταπίεση, ωμή περιστολή ελευθεριών και βάναυση μεταχείριση των γυναικών. Οποιος επιλέγει τέτοιους συμβολισμούς γνωρίζει – ή οφείλει να γνωρίζει – τι κουβαλούν.
Κάπου εδώ, η περίπτωση Λαφαζάνη αποκτά και ιστορικό βάθος. Ο Παναγιώτης Λαφαζάνης δεν είναι ένα τυχαίο πρόσωπο της πολιτικής περιφέρειας. Υπήρξε για χρόνια κορυφαίο στέλεχος της Αριστεράς και από τις πιο χαρακτηριστικές μορφές της εσωκομματικής αντιπολίτευσης στον ΣΥΡΙΖΑ. Ηταν ο άνθρωπος που ταυτίστηκε όσο λίγοι με τη γραμμή της ρήξης, με την εχθρότητα προς το ευρώ και με το σχέδιο της επιστροφής στη δραχμή.
Αυτό το πολιτικό στίγμα δεν εξαφανίστηκε ποτέ. Αντιθέτως, ακολούθησε τον Λαφαζάνη σε όλη την κατοπινή του πορεία. Εγινε ο κατεξοχήν εκφραστής μιας γραμμής που συνδύαζε αντιευρωπαϊσμό, αντιδυτισμό και μια ολοένα πιο επιθετική ρητορική απέναντι στο λεγόμενο «ευρωατλαντικό μπλοκ». Η δραχμή δεν ήταν απλώς ένα νόμισμα στο πολιτικό του λεξιλόγιο. Ηταν σύμβολο μιας συνολικότερης ρήξης με τη Δύση, με την ΕΕ, με το κυρίαρχο γεωπολιτικό πλαίσιο της χώρας.
Ισως γι’ αυτό η σημερινή εικόνα δεν πέφτει σαν κεραυνός εν αιθρία. Υπάρχει μια πολιτική συνέχεια. Από τον φανατικό πολέμιο του ευρώ και της ευρωπαϊκής πορείας της χώρας, στον πολιτικό που σήμερα επιλέγει να εμφανίζεται με φορτισμένα σύμβολα καθεστώτων τα οποία έχουν συνδεθεί με βαριές παραβιάσεις δικαιωμάτων.
Και εδώ ανακύπτει το πιο σοβαρό θέμα: δεν γίνεται να μιλά κανείς επιλεκτικά για λαούς, καταπίεση και ελευθερία. Δεν γίνεται να καταγγέλλει σωστά τον πόλεμο, αλλά να σιωπά εκκωφαντικά για το τι σημαίνει το ιρανικό θεοκρατικό μοντέλο για τις γυναίκες, για τους αντιφρονούντες, για τους ανθρώπους που διώκονται επειδή απλώς αρνούνται να υποταχθούν. Δεν γίνεται να επικαλείσαι την αντίσταση και να αγνοείς ποιοι συνθλίβονται στο όνομα αυτής της εξουσίας.
Η φωτογραφία, λοιπόν, είναι διπλά αποκαλυπτική. Πρώτα, επειδή κάποιοι έσπευσαν να την απορρίψουν ως τεχνητή νοημοσύνη, δείχνοντας πόσο δύσκολο είναι πια να αντέξει η δημόσια σφαίρα μια ενοχλητική αλήθεια. Και έπειτα, επειδή αυτό που αποτυπώνει είναι από μόνο του πολιτικά εκκωφαντικό: έναν άνθρωπο που κάποτε έγινε το πιο ηχηρό πρόσωπο της «δραχμής» να επιλέγει σήμερα να φωτογραφίζεται μέσα σε ένα κάδρο ιδεολογικών και γεωπολιτικών συμβολισμών που συντρίβουν κάθε προσχηματική επίκληση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Στο τέλος, ίσως αυτό να είναι και το πιο σκληρό συμπέρασμα. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι τραβήχτηκε μια τέτοια φωτογραφία. Είναι ότι, αντί να υπάρξει πολιτική εξήγηση για το περιεχόμενό της, επιχειρήθηκε πρώτα να αμφισβητηθεί η ίδια η ύπαρξή της. Ομως τα ντοκουμέντα δεν εξαφανίζονται επειδή βολεύει να βαφτιστούν «AI». Και όταν ένα αυθεντικό καρέ αποτυπώνει μια τόσο βαριά πολιτική επιλογή, η συζήτηση δεν μπορεί να μετατεθεί αλλού. Πρέπει να γίνει εκεί ακριβώς όπου πονά: στο τι δείχνει, τι συμβολίζει και τι αποκαλύπτει.
ΥΓ.: Προσωπικά θέλω να συγχαρώ τον συνάδελφο στην καθημερινή μάχη της ενημέρωσης, τον Γιώργο Κονταρίνη, για την καταγραφή ενός γεγονότος που καταγράφεται ιστορικά