Η Ελλάδα θεωρείται χώρα «πλούσια σε νερό», όμως γύρω από την Αθήνα και στα μεγάλα νησιά ξετυλίγεται τα τελευταία χρόνια ένα άλλο αφήγημα: φράγματα που αδειάζουν, δίκτυα που χάνουν σχεδόν το μισό πόσιμο νερό και τουριστικοί προορισμοί που κηρύσσονται σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης λόγω λειψυδρίας.
Η ιστορική «δίψα» της Αθήνας: η λειψυδρία του 1989-1991
Η σύγχρονη ιστορία της λειψυδρίας στην Ελλάδα γράφεται ουσιαστικά στην Αττική. Στα τέλη της δεκαετίας του ’80, μια περίοδος παρατεταμένης ξηρασίας κορυφώθηκε με την κρίση του 1989-1991: η στάθμη του βασικού ταμιευτήρα της πόλης, της τεχνητής λίμνης Μόρνου, έπεσε σε επικίνδυνα επίπεδα, ενώ οι εισροές πλησίασαν τα ιστορικά χαμηλά.
Η Αθήνα τότε στηριζόταν κυρίως στη Μαραθώνα, την Υλίκη και τον Μόρνο. Το φράγμα του Μαραθώνα, σύμβολο της «νίκης κατά της λειψυδρίας» τη δεκαετία του ’30, δεν αρκούσε πλέον για να καλύψει τις ανάγκες μιας μητρόπολης που είχε εκτοξευθεί πληθυσμιακά.
Τα μέτρα ήταν σκληρά για τα σημερινά δεδομένα:
- διακοπές υδροδότησης με πρόγραμμα,
- εκτεταμένη εκστρατεία εξοικονόμησης,
- επίσπευση έργων μεταφοράς νερού από απομακρυσμένες πηγές.
Βέβαια ένα από τα πιο «γραφικά» αλλά αποτελεσματικά μέτρα, ήταν το τούβλο μέσα στα καζανάκια της τουαλέτας για να πέφτει λιγότερο νερό όταν τραβάγαμε την αλυσίδα η πατάγαμε το μπουτόν
Η κρίση αυτή οδήγησε σε μια στρατηγική «ασφάλειας» για την υδροδότηση της πρωτεύουσας: δημιουργία επιπλέον ταμιευτήρων (Ευήνου), ενίσχυση του συστήματος Υλίκη-Μόρνου και πρόβλεψη χρήσης 105 γεωτρήσεων σε καθεστώς έκτακτης ανάγκης.
Η Αθήνα σήμερα: ασφαλής, αλλά όχι άτρωτη
Σήμερα, η ΕΥΔΑΠ τροφοδοτεί την μητροπολιτική περιοχή από πέντε κύριες πηγές: Μαραθώνα, Υλίκη, Μόρνο, Ευήνο και εφεδρικές γεωτρήσεις. Το σύστημα έχει σχεδιαστεί ώστε να αντέχει πολυετείς ξηρές περιόδους.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ειδυλλιακή:
- Τα αποθέματα στους ταμιευτήρες παρουσιάζουν μεγάλες διακυμάνσεις, με τις χρονιές χαμηλών βροχοπτώσεων να «γράφουν» ήδη στο ιστορικό της τελευταίας δεκαετίας.
- Η τεχνητή λίμνη Μόρνου, περίπου 240 χλμ. από την Αθήνα, βρέθηκε ξανά σε έντονα χαμηλά επίπεδα το 2024, αποκαλύπτοντας μάλιστα βυθισμένο χωριό, σε μια εικόνα που έκανε τον γύρο του κόσμου ως οπτικό σύμβολο της νέας εποχής λειψυδρίας.
Παρά την ενίσχυση της ανθεκτικότητας του συστήματος, οι ειδικοί προειδοποιούν ότι η ασφάλεια της υδροδότησης της Αθήνας δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη, καθώς το κλίμα γίνεται πιο ξηρό και τα ακραία φαινόμενα – μακρές περίοδοι ξηρασίας και βίαιες καταιγίδες – γίνονται συχνότερα.
Λειψυδρία πέρα από την Αττική: τα νησιά στην «πρώτη γραμμή»
Ενώ η πρωτεύουσα διαθέτει πλέον ένα ισχυρό δίκτυο ταμιευτήρων, αρκετές περιοχές της χώρας – ιδιαίτερα νησιά και άνυδρες ηπειρωτικές ζώνες – παραμένουν εκτεθειμένες.
Τα τελευταία χρόνια, σειρά νησιών κηρύσσονται σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης λόγω λειψυδρίας. Νησιά όπως η Σίφνος, η Λέρος και περιοχές της Κεφαλονιάς έχουν αντιμετωπίσει σοβαρές ελλείψεις, με τις τοπικές αρχές να προχωρούν σε διακοπές και αυστηρούς περιορισμούς στην κατανάλωση.
Το καλοκαίρι του 2024, η κατάσταση στη Νάξο έγινε διεθνής είδηση. Ο μεγαλύτερος ταμιευτήρας του νησιού σχεδόν στέρεψε, αφήνοντας πίσω του μια λωρίδα λάσπης που χρησίμευε πλέον μόνο σε χελώνες, την ώρα που οι αφίξεις τουριστών έσπαγαν ρεκόρ.
Την ίδια περίοδο, η κυβέρνηση εξετάζει νομοθεσία που θα επιτρέψει σε ξενοδοχειακές μονάδες να γεμίζουν τις πισίνες τους με θαλασσινό νερό, ώστε να μειωθεί η κατανάλωση γλυκού νερού σε νησιωτικούς προορισμούς με σοβαρά προβλήματα λειψυδρίας.
Η άλλη πλευρά της λειψυδρίας: διαρροές, κακή ποιότητα και άνιση πρόσβαση
Η λειψυδρία δεν οφείλεται μόνο στην κλιματική αλλαγή. Σημαντικό μέρος του προβλήματος είναι καθαρά… ανθρώπινο: τα γερασμένα δίκτυα.
Στην Αργολίδα, αγροτική και τουριστική περιοχή της νότιας Ελλάδας, εκτιμάται ότι χάνεται σχεδόν το 50% του πόσιμου νερού σε διαρροές και παράνομες συνδέσεις. Κατά τους θερινούς μήνες, οι κάτοικοι καλούνται συχνά να αποφεύγουν το νερό της βρύσης λόγω αλμυρότητας και μικροβιολογικών φορτίων, καταφεύγοντας σε εμφιαλωμένο.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ζητήσει από τα κράτη-μέλη να χαρτογραφήσουν, μέχρι το επόμενο διάστημα, τις απώλειες στα δίκτυα ύδρευσης και να καταρτίσουν σχέδια περιορισμού τους. Για την Ελλάδα, που ήδη δοκιμάζεται από ξηρασίες την τελευταία διετία – με τις βροχοπτώσεις σε ορισμένες περιοχές το 2023 να φτάνουν μόλις στο 40% του μέσου όρου – η συμμόρφωση δεν είναι απλώς νομική υποχρέωση αλλά ζήτημα επιβίωσης.
Κλιματική κρίση και υδροδοτική ασφάλεια: ένα νέο «υδατικό συμβόλαιο»
Παρότι σε εθνικό επίπεδο η Ελλάδα διαθέτει, κατά μέσο όρο, άφθονους υδατικούς πόρους – περίπου 58 δισ. κυβικά μέτρα ετησίως, από τα οποία αξιοποιείται μόλις το 12% – η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη:
- οι πόροι είναι χωρικά άνισα κατανεμημένοι,
- η γεωργία απορροφά περίπου το 87% της συνολικής κατανάλωσης,
- και τα νησιά εξαρτώνται ακόμη από υδροφόρες και ακριβές αφαλατώσεις.
Στο πλαίσιο αυτό, η Αθήνα λειτουργεί ως μικρογραφία των προκλήσεων:
- Εξάρτηση από μακρινές πηγές. Το νερό ταξιδεύει εκατοντάδες χιλιόμετρα, με υψηλό ενεργειακό κόστος, για να καταλήξει στη βρύση του αθηναίου καταναλωτή.
- Κίνδυνος υπερεκμετάλλευσης. Η διαρκής άντληση από ταμιευτήρες και ποτάμια που εξυπηρετούν πολλαπλές χρήσεις (άρδευση, οικοσυστήματα κ.λπ.) δημιουργεί τοπικές εντάσεις.
- Αστικές ανισότητες. Σε περιπτώσεις πίεσης του δικτύου, πρώτοι «πληρώνουν το μάρμαρο» οι πιο αδύναμοι – περιοχές με παλιές υποδομές, αυθαίρετη δόμηση ή περιορισμένες εναλλακτικές πηγές.
Από τα φράγματα στα διαμερίσματα: τι σημαίνει λειψυδρία για τον πολίτη
Η λειψυδρία δεν είναι μόνο στατιστικές για ταμιευτήρες και πίνακες εισροών-εκροών. Στην πράξη, μεταφράζεται σε:
- Πιθανές διακοπές υδροδότησης σε περιόδους αιχμής ή σε περιοχές με προβληματικά δίκτυα.
- Αλλαγή στην ποιότητα του νερού, με αυξημένη αλατότητα ή θολότητα σε περιοχές που καταφεύγουν σε γεωτρήσεις.
- Αντίστροφη κοινωνική πολιτική, όταν το ακριβό εμφιαλωμένο νερό γίνεται μονόδρομος για νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος.
Για την Αθήνα, οι εικόνες των «βουλιαγμένων» χωριών που ξαναβγαίνουν στην επιφάνεια από τις χαμηλές στάθμες στη Μόρνου ή των ξεραμένων ταμιευτήρων στα νησιά λειτουργούν ως υπενθύμιση ότι η ασφάλεια της βρύσης δεν είναι δεδομένη, αλλά αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών και συλλογικής συμπεριφοράς.
Το επόμενο βήμα: από την κρίση στη διαχείριση
Οι ειδικοί μιλούν για ανάγκη ενός νέου «υδατικού συμβολαίου» με τρεις βασικούς άξονες:
- Μείωση απωλειών στα δίκτυα, με στοχευμένες επενδύσεις σε υποδομές, ξεκινώντας από τις περιοχές με τις μεγαλύτερες διαρροές. Επίσης ψηφιακή παρακολούθηση κατανάλωσης και έξυπνοι μετρητές, ώστε να εντοπίζονται άμεσα διαρροές και παράνομες συνδέσεις.
- Επαναχρησιμοποίηση και νέες πηγές: Αξιοποίηση επεξεργασμένων λυμάτων για άρδευση, ώστε να απελευθερωθούν ποσότητες πόσιμου νερού. Σύγχρονες μονάδες αφαλάτωσης με έλεγχο κόστους και περιβαλλοντικού αποτυπώματος, ειδικά στα νησιά.
- Αλλαγή κουλτούρας στην κατανάλωση με κίνητρα για εξοικονόμηση νερού σε νοικοκυριά, επιχειρήσεις και ξενοδοχεία και εκστρατείες ενημέρωσης με στόχο τη μόνιμη αλλαγή συνηθειών – από την οικιακή χρήση μέχρι τη γεωργία.
Συμπερασματικά η Αθήνα έχει ζήσει ήδη μία μεγάλη λειψυδρία και βγήκε από αυτήν με ενισχυμένες υποδομές. Η χώρα όμως στο σύνολό της βρίσκεται μπροστά σε μια νέα, πιο σύνθετη πρόκληση: να διαχειριστεί ένα φυσικό πόρο που παραμένει, στα χαρτιά, άφθονος, αλλά στην πράξη γίνεται σπάνιος εκεί και όταν είναι περισσότερο απαραίτητος. Το αν οι μελλοντικές γενιές θα μιλούν για «νίκη» απέναντι στη λειψυδρία – όπως συμβολικά κάνει το φράγμα του Μαραθώνα – θα εξαρτηθεί από τις αποφάσεις που λαμβάνονται σήμερα, σε υπουργικά συμβούλια, δημαρχεία, αλλά και σε κάθε ελληνικό σπίτι.