Το πρόβλημα της στελέχωσης του ΕΣΥ δεν είναι πια μια θεωρητική συζήτηση για “κενά” και “δυσκολίες”. Είναι μια ανοιχτή πληγή για τη δημόσια υγεία, ειδικά στα νησιά, στις ορεινές ζώνες και στα απομακρυσμένα περιφερειακά ιατρεία. Και όσο η Τοπική Αυτοδιοίκηση δεν παραδέχεται ότι ο γιατρός δεν αποφασίζει μόνο με όρους λειτούργημα αλλά και με όρους ζωής, τόσο το σύστημα θα συνεχίσει να αδειάζει από ανθρώπους.
Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. Σύμφωνα με τα δεδομένα που επικαλείται ο Ιατρικός Σύλλογος Αθηνών, με δηλώσεις του προέδρου Γιώργο Πατούλη, περισσότεροι από 5.400 γιατροί έφυγαν από την Ελλάδα την τελευταία πενταετία, με τη Βρετανία να παραμένει η πρώτη χώρα επιλογής. Μόνο το 2024 εκδόθηκαν 1.047 πιστοποιητικά για γιατρούς που κατευθύνθηκαν στο εξωτερικό, ενώ και το 2025 η εκροή παρέμεινε πολύ υψηλή. Το μήνυμα είναι σαφές: η φυγή δεν είναι συγκυριακή. Είναι δομική.
Απέναντι σε αυτήν την πραγματικότητα, η ηγεσία του Υπουργείου Υγείας έχει λάβει μέτρα που δεν μπορούν να αγνοηθούν. Το ίδιο το υπουργείο και ο Άδωνις Γεωργιάδης παρουσίασαν το 2024 στοιχεία σύμφωνα με τα οποία οι καθαρές αποδοχές γιατρών του ΕΣΥ αυξήθηκαν αισθητά σε σχέση με το 2019, ιδιαίτερα στις άγονες περιοχές. Ενδεικτικά, για Επιμελητή Β’ σε προβληματική και άγονη περιοχή οι καθαρές αποδοχές από 1.924 ευρώ το 2019 φτάνουν στα 2.629 ευρώ το 2025, ενώ το υπουργείο υποστήριξε ότι στις περισσότερες περιπτώσεις οι αυξήσεις κινούνται περίπου στο 20%, και στις δυσπρόσιτες περιοχές ακόμα υψηλότερα.
Επιπλέον, από το 2024 ενεργοποιήθηκε νέο οικονομικό κίνητρο προσέλκυσης και παραμονής για ειδικευμένους γιατρούς και οδοντιάτρους του ΕΣΥ σε προβληματικές και άγονες περιοχές, το οποίο, σύμφωνα με την επίσημη παρουσίαση του υπουργείου, ανήλθε στα 300 ευρώ μηνιαίως για τις περιοχές κατηγορίας Α και στα 150 ευρώ για ορισμένες κατηγορίες δυσπρόσιτων περιοχών, με δυνατότητα ακόμη μεγαλύτερης ενίσχυσης σε ειδικότητες όπου καταγράφονται οξείες ελλείψεις. Η ΚΥΑ για το πλαίσιο αυτό προβλέπει βασικό μηνιαίο κίνητρο 300 ευρώ για τις περιοχές Α’ κατηγορίας και 200 ευρώ για τις περιοχές Β’, ενώ το 2025 επεκτάθηκε και ο κατάλογος των άγονων περιοχών, με πρόβλεψη ότι όπου εδρεύουν Πολυδύναμα Περιφερειακά Ιατρεία οι περιοχές αυτές χαρακτηρίζονται ως άγονες και προβληματικές Α’ κατηγορίας.
Υπάρχει και μία ακόμη σημαντική παρέμβαση: το εφάπαξ κίνητρο των 40.000 ευρώ για νέους γιατρούς που θα επιλέξουν Γενική/Οικογενειακή Ιατρική ή Εσωτερική Παθολογία σε νοσοκομεία με κενές θέσεις και χωρίς λίστα αναμονής. Το Υπουργείο Υγείας έχει ανακοινώσει ότι το ποσό καταβάλλεται σε δύο φάσεις, με τα δύο τρίτα στην έναρξη και το ένα τρίτο με την ολοκλήρωση της ειδικότητας, ενώ έως το τέλος του 2025 είχαν ήδη εγκριθεί 108 σχετικές θέσεις ειδικευόμενων. Πρόκειται για ένα μέτρο που δείχνει ότι η κυβέρνηση αναγνωρίζει το πρόβλημα, ιδίως στις κρίσιμες ειδικότητες πρώτης γραμμής.
Και όμως, όσο σημαντικά κι αν είναι αυτά τα βήματα, δεν αρκούν. Γιατί ο γιατρός που καλείται να υπηρετήσει στη νησιωτική Ελλάδα ή σε ένα απομακρυσμένο περιφερειακό ιατρείο δεν μετρά μόνο το μισθολόγιο. Μετρά το ενοίκιο που έχει εκτιναχθεί, τη δυσκολία εύρεσης κατοικίας σε τουριστικές περιοχές, το κόστος μετακίνησης, την απομόνωση, τις εφημερίες, την αίσθηση ότι το κράτος περιμένει από εκείνον να καλύψει με προσωπική θυσία ένα διαχρονικό θεσμικό κενό. Εκεί ακριβώς η τοπική αυτοδιοίκηση δεν πρέπει να λειτουργεί συμπληρωματικά αλλά στρατηγικά.
Η νομοθεσία πλέον δίνει αυτή τη δυνατότητα. Με την τροποποίηση του άρθρου 32 του ν. 4483/2017, οι ορεινοί και νησιωτικοί δήμοι, τα νομικά τους πρόσωπα, αλλά και οι περιφέρειες στις οποίες ανήκουν αυτοί οι δήμοι, μπορούν να παρέχουν δωρεάν σίτιση και κατάλυμα διαμονής ή ισόποσο χρηματικό επίδομα όχι μόνο σε υπαλλήλους τους, αλλά και στο παραϊατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό, καθώς και — με ρητή πρόβλεψη — στο ιατρικό προσωπικό των δημόσιων δομών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και των δημόσιων νοσοκομείων. Μάλιστα, η ρύθμιση επεκτείνεται και σε νησιωτικούς δήμους με πληθυσμό άνω των 18.000 κατοίκων όταν αφορά εργαζόμενους σε αυτοτελή νησιά που αποτελούν τοπικές κοινότητες αυτών.
Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο που πρέπει να περάσει από τη θεωρία στην πράξη: η στέγαση του γιατρού σε ένα νησί δεν είναι “ευγενική χειρονομία” του δήμου. Είναι όρος δημόσιας υγείας. Είναι προϋπόθεση για να παραμείνει ανοιχτό ένα περιφερειακό ιατρείο, για να μην ερημώσει ένα Κέντρο Υγείας, για να μη μείνουν κάτοικοι και επισκέπτες χωρίς βασική ιατρική κάλυψη. Γι’ αυτό και η αυτοδιοίκηση οφείλει να αξιοποιήσει στο έπακρο το νομικό πλαίσιο, είτε με μίσθωση κατοικιών είτε με επιδότηση στέγης είτε με οργανωμένα τοπικά προγράμματα στήριξης. Δεν είναι τυχαίο ότι υπάρχουν ήδη αποφάσεις και εγγραφές πιστώσεων από φορείς της αυτοδιοίκησης για στέγαση γιατρών ή για πρόσθετα κίνητρα υπηρεσίας σε νησιωτικές περιοχές.
Εδώ, λοιπόν, πρέπει να γίνει και η πολιτική αποτίμηση για τον Άδωνι Γεωργιάδη. Ναι, έχουν ληφθεί μέτρα. Ναι, το υπουργείο έχει αναγνωρίσει την ανάγκη για οικονομικά κίνητρα, για διεύρυνση των άγονων περιοχών, για στοχευμένες ενισχύσεις σε κρίσιμες ειδικότητες. Αυτά είναι πραγματικά βήματα και δεν μπορεί κανείς να τα σβήσει από τη συζήτηση.
Αλλά επίσης ναι: το πρόβλημα είναι μεγαλύτερο από τα σημερινά εργαλεία. Διότι όταν ένα σύστημα χάνει πάνω από 5.400 γιατρούς σε πέντε χρόνια, όταν χρειάζονται ειδικά επιδόματα μόνο και μόνο για να καλυφθούν βασικές θέσεις, όταν οι δήμοι καλούνται να μπουν στη μάχη της στέγασης για να γίνει εφικτή η στελέχωση, τότε η αλήθεια είναι μία: ο προϋπολογισμός του υπουργείου, οι πόροι, άρα και ο σχεδιασμός παραμένουν κατώτεροι των πραγματικών αναγκών. Ακόμη και τα επίσημα δημοσιονομικά στοιχεία δείχνουν ότι ο προϋπολογισμός του Υπουργείου Υγείας ενισχύεται στην πορεία του έτους με πρόσθετες πιστώσεις για μισθολογικές δαπάνες, ληξιπρόθεσμα και λοιπές ανάγκες, γεγονός που από μόνο του αποτυπώνει τη μόνιμη πίεση που δέχεται το σύστημα.
Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι να δοθεί άλλη μία επικοινωνιακή μάχη για το ποιος “σέβεται” περισσότερο το ΕΣΥ. Το ζητούμενο είναι ανταγωνιστικές αμοιβές, ουσιαστικά στεγαστικά κίνητρα, ενεργή συμμετοχή δήμων και περιφερειών, θεσμική προστασία των νησιωτικών δομών και σοβαρό πολυετή σχεδιασμό. Γιατί στην πραγματικότητα δεν ζητείται από τους γιατρούς να πάνε απλώς σε ένα νησί. Ζητείται να μεταφέρουν εκεί τη ζωή τους.