Υπάρχουν στιγμές που η τηλεόραση, όσο υπερβολική κι αν γίνεται, πετυχαίνει κάτι απλό: να βάλει το δάχτυλο στην πληγή της λογικής. Η αντίδραση του Γιώργου Λιάγκα στο «Πρωινό» για την επιλογή του Στέφανου Παπαδόπουλου να τραγουδήσει το «Ανήκω σε μένα» του Γιώργου Μαζωνάκη στην Κύπρο δεν ήταν απλώς ένα ξέσπασμα. Ήταν το αυτονόητο ερώτημα που θα έκανε ο καθένας: αν καταγγέλλεις κάποιον για κάτι τόσο βαρύ, πώς γίνεται ταυτόχρονα να “χτίζεις” πάνω στο όνομα και στο ρεπερτόριο αυτού που καταγγέλλεις;
Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Ο Στέφανος Παπαδόπουλος έχει καταθέσει μήνυση εις βάρος του Γιώργου Μαζωνάκη, με την υπόθεση σεξουαλικής παρενόχλησης -σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά-, να βρίσκεται πλέον στα χέρια της Δικαιοσύνης. Αυτό από μόνο του είναι ένα ζήτημα που απαιτεί σοβαρότητα, μέτρο και, κυρίως, προστασία της διαδικασίας: όχι από την τηλεόραση, αλλά από την ίδια την ασυνέπεια που μπορεί να «τρυπήσει» μια καταγγελία σαν καρφί σε μπαλόνι.
Κι ύστερα έρχεται η εικόνα: ο νεαρός μουσικός εμφανίζεται στην Κύπρο, σε προγραμματισμένη εμφάνιση με τον Μαυρίκιο Μαυρικίου, και επιλέγει να ερμηνεύσει ένα από τα πιο εμβληματικά τραγούδια του καλλιτέχνη τον οποίο καταγγέλλει. Όχι μια “ουδέτερη” επιλογή. Όχι ένα τραγούδι που περνάει αδιάφορο. Αλλά ένα κομμάτι-σήμα κατατεθέν, ακριβώς αυτό που -αν το δεις επικοινωνιακά-, κουβαλάει το ισχυρότερο «brand» και τη μεγαλύτερη αναγνωρισιμότητα.
Εδώ είναι που ο Λιάγκας, με τον τρόπο του, είπε κάτι που δεν γίνεται να αγνοήσεις: ότι τέτοιες κινήσεις αδυνατίζουν τη θέση σου. Όχι νομικά -αυτό θα το κρίνει η Δικαιοσύνη-, αλλά κοινωνικά, επικοινωνιακά, ανθρώπινα. Γιατί ο κόσμος λειτουργεί με μια βασική αρχή: όταν μιλάμε για παρενόχληση/κακοποίηση, περιμένουμε συνέπεια συμπεριφοράς. Περιμένουμε να μη «συμβιβάζεσαι» με το τραύμα σου on stage, ειδικά όταν το on stage μετατρέπεται σε βιτρίνα.
Και ναι: κάποιος έχει δικαίωμα να δουλέψει. Το είπε και ο ίδιος ο δημοσιογράφος. Το δικαίωμα στην εργασία, όμως, δεν είναι το θέμα. Το θέμα είναι η επιλογή συμβόλου. Όταν πας να πείσεις ότι βίωσες κάτι που σε σημάδεψε, αλλά την ίδια στιγμή ανεβαίνεις στη σκηνή και τραγουδάς το «εμβληματικό» τραγούδι εκείνου, στέλνεις διπλό μήνυμα: από τη μία «είμαι θύμα», από την άλλη «χτίζω προβολή πάνω στο υλικό του άλλου». Και εκεί ακριβώς γεννιέται η δυσπιστία.
Το πιο προβληματικό εδώ δεν είναι καν η τηλεοπτική ατάκα. Είναι ότι τέτοιες υποθέσεις — που αγγίζουν την καρδιά του δημόσιου διαλόγου για τη σεξουαλική παρενόχληση — δεν αντέχουν την παραμικρή σκιά εργαλειοποίησης. Όχι γιατί «δεν πρέπει να μιλάμε». Αλλά γιατί κάθε αντίφαση γίνεται όπλο στα χέρια όσων θέλουν να απαξιώσουν συνολικά τις καταγγελίες. Και, στο τέλος της ημέρας, αυτό πληρώνεται συλλογικά.
Οπότε ναι: καλά έκανε ο Λιάγκας και του τα έχωσε, όχι επειδή είναι δικαστής, ούτε επειδή έχει την αλήθεια. Αλλά επειδή, σε ένα σημείο, κάποιος έπρεπε να πει το προφανές: όταν καταγγέλλεις κάτι τόσο σοβαρό, δεν παίζεις με τα σύμβολα. Δεν «κλείνεις το μάτι» στη δημοσιότητα με το ρεπερτόριο εκείνου που έχεις στοχοποιήσει νομικά. Γιατί τότε, το μόνο που καταφέρνεις είναι να ροκανίζεις ο ίδιος την αξιοπιστία σου, πριν καν μιλήσει η Δικαιοσύνη.