Υπάρχουν άνθρωποι που θυμούνται τη ζωή τους με ημερομηνίες. Και υπάρχουν κι εκείνοι που τη θυμούνται με τραγούδια. Οχι επειδή η μουσική είναι απλώς το soundtrack της καθημερινότητας, αλλά επειδή γίνεται ο πιο σταθερός, ο πιο άμεσος και, ενίοτε, ο πιο αφοπλιστικός δρόμος επιστροφής σε όσα έζησαν.

Ολες μου οι μνήμες για γεγονότα που έζησα είτε στην επαγγελματική είτε, πολύ περισσότερο, στην προσωπική μου ζωή, είναι δεμένες με τραγούδια. Με τραγούδια που ήταν επιτυχίες εκείνη την εποχή, αλλά και με άλλα που για κάποιον λόγο κόλλησαν πάνω στη στιγμή και έμειναν εκεί. Ετσι, όταν θέλω να θυμηθώ κάτι, δεν ανατρέχω πρώτα στην ημερομηνία ή στη φωτογραφία. Ανατρέχω στο τραγούδι. Με λίγα λόγια, συνδυάζω τα γεγονότα της ζωής μου με μουσικές. Για παράδειγμα, την ημέρα που πέθανε ο φυσικός μου πατέρας, την έχω συνδέσει με την πρώτη κυκλοφορία του «Paperback Writer» των Beatles, που βγήκε στις 30 Μαΐου 1966 στις ΗΠΑ και στις 10 Ιουνίου 1966 στη Βρετανία.

Advertisement
Advertisement

Αυτή η σύνδεση δεν είναι μια ιδιοτροπία της μνήμης, ούτε ένα αθώο παιχνίδι νοσταλγίας. Είναι ένας από τους πιο ισχυρούς τρόπους με τους οποίους ο εγκέφαλος οργανώνει την αυτοβιογραφία μας. Οταν ένα τραγούδι μάς γυρίζει πίσω σε ένα δωμάτιο, σε ένα καλοκαίρι, σε ένα πένθος ή σε μια αρχή, στην πραγματικότητα ενεργοποιεί αυτό που η επιστημονική βιβλιογραφία περιγράφει ως «music-evoked autobiographical memories», δηλαδή αυτοβιογραφικές μνήμες που πυροδοτούνται από τη μουσική.

Η Νίκι Ρόι, πιστοποιημένη κλινική θεραπεύτρια και επιχειρηματίας Νίκι Ρόι από το Βανκούβερ του Καναδά, η οποία έχει κάνει μια σειρά από αναρτήσεις γι’ αυτό στο Instagram, περιγράφει το φαινόμενο ως μια βαθιά νευρωνική σύνδεση ανάμεσα σε ένα τραγούδι και σε μια έντονα φορτισμένη περίοδο της ζωής μας.

Οπως εξηγεί, όταν ακούμε ξανά ένα κομμάτι που είχε συνδεθεί με ένα σημαντικό γεγονός, ο εγκέφαλος δεν ανακαλεί απλώς μια μελωδία, αλλά ενεργοποιεί ολόκληρο το συναισθηματικό αποτύπωμα εκείνης της εποχής. Το άκουσμα λειτουργεί σαν ερέθισμα που «ξεκλειδώνει» μνήμες, πρόσωπα, απώλειες, χαρές και ψυχικές καταστάσεις, επειδή έχει αποθηκευτεί μαζί με αυτά μέσα μας. Σύμφωνα με τη Ρόι, αυτή η διαδικασία συνδέεται και με την ενεργοποίηση του συστήματος ανταμοιβής του εγκεφάλου, με την απελευθέρωση νευροχημικών ουσιών όπως η ντοπαμίνη, η σεροτονίνη και η οξυτοκίνη, γι’ αυτό και ένα τραγούδι μπορεί να μας γεμίσει παρηγοριά, ζεστασιά ή ευφορία. Την ίδια στιγμή, όμως, τονίζει ότι αν η μνήμη που συνοδεύει το τραγούδι είναι επώδυνη, τότε η επιστροφή αυτή μπορεί να φέρει και δύσκολα συναισθήματα. Η ίδια επισημαίνει επίσης ότι το φαινόμενο εμφανίζεται συχνότερα με μουσικές που αγαπήσαμε στην εφηβεία και στα πρώτα χρόνια της ενήλικης ζωής, δηλαδή στην περίοδο όπου διαμορφώνεται πιο έντονα η ταυτότητά μας.

Και εδώ βρίσκεται ίσως η ουσία. Η μουσική δεν «κολλάει» στη μνήμη μας τυχαία. Οι έρευνες δείχνουν ότι υπάρχει ένα ισχυρό «reminiscence bump», ένα είδος κορύφωσης των αναμνήσεων που συνδέονται με την εφηβεία και τα πρώτα χρόνια της ενηλικίωσης. Με απλά λόγια, ο εγκέφαλος φαίνεται να αποθηκεύει με ιδιαίτερη ένταση τα τραγούδια που ακούμε όταν διαμορφώνεται η ταυτότητά μας, όταν όλα μοιάζουν πρώτη φορά: ο πρώτος έρωτας, η πρώτη απώλεια, η πρώτη μεγάλη φιλοδοξία, η πρώτη ρωγμή.

Γι’ αυτό και ένα τραγούδι δεν θυμίζει μόνο ένα γεγονός. Θυμίζει τον εαυτό μας μέσα σε αυτό το γεγονός. Οχι μόνο τι έγινε, αλλά ποιοι ήμασταν όταν έγινε. Πώς αισθανόμασταν. Τι φοβόμασταν. Τι ελπίζαμε. Η μουσική λειτουργεί σαν συναισθηματικός σελιδοδείκτης: δεν κρατά απλώς τη σελίδα, κρατά και τον παλμό της στιγμής.

Ισως γι’ αυτό οι μουσικές μνήμες είναι συχνά πιο αιφνίδιες και πιο σωματικές από άλλες αναμνήσεις. Δεν χρειάζονται προσπάθεια. Δεν τις κυνηγάς, σε βρίσκουν εκείνες. Ενα ρεφρέν στο ραδιόφωνο, μια εισαγωγή από παλιά ακουστικά, λίγες νότες σε ένα κατάστημα, και ξαφνικά δεν είσαι πια στο παρόν. Είσαι σε μια άλλη ηλικία, σε μια άλλη εκδοχή του εαυτού σου. Οι μελέτες των τελευταίων ετών καταγράφουν ακριβώς αυτή τη δύναμη της μουσικής να ανακαλεί ζωντανές, προσωπικά σημαντικές και συχνά πολύ συναισθηματικές αναμνήσεις.

Advertisement

Υπάρχει όμως και κάτι ακόμα, πιο βαθύ και πιο ανθρώπινο. Η μουσική μάς βοηθά να βάλουμε τάξη στο χάος της ζωής. Να συνδέσουμε σκόρπιες εμπειρίες, να αντέξουμε το βάρος κάποιων στιγμών, να κρατήσουμε ζωντανές άλλες. Ενα τραγούδι γίνεται αποδεικτικό ύπαρξης: ναι, αυτό συνέβη· ναι, το έζησα· ναι, έτσι ένιωθα τότε. Ιδίως στις δύσκολες απώλειες, αυτή η σύνδεση δεν είναι μόνο ανάμνηση. Είναι και ένας τρόπος να συνεχίζει να υπάρχει κάτι από τη στιγμή που χάθηκε.

Γι’ αυτό, τελικά, όταν ένα τραγούδι μας γυρίζει πίσω στον χρόνο, δεν πρόκειται μόνο για νοσταλγία. Πρόκειται για ταυτότητα. Για τον μυστικό τρόπο με τον οποίο ο καθένας γράφει μέσα του το προσωπικό του αρχείο. Αλλοι το κρατούν σε ημερολόγια, άλλοι σε φωτογραφίες, άλλοι σε μυρωδιές. Και κάποιοι το κρατούν σε τραγούδια.

Και ίσως αυτοί οι άνθρωποι, όταν ψάχνουν το παρελθόν τους, να μην ανοίγουν ένα άλμπουμ ή ένα συρτάρι. Να πατούν απλώς το play. Τελικά δεν έχει άδικο η Barbra Streisand.

Advertisement