Η δημόσια παραδοχή του Βασίλη Κικίλια ότι η αίθουσα όπου ξεκίνησε η δίκη για το έγκλημα στα Τέμπη «προφανώς δεν πληροί τις προϋποθέσεις» ήρθε να τινάξει στον αέρα την κυβερνητική γραμμή περί επάρκειας του χώρου. Και την ίδια ώρα, η απάντηση του Γιώργου Φλωρίδη, ότι το πρόβλημα ήταν κυρίως θέμα «σωστής ταξιθεσίας», μοιάζει όχι απλώς ανεπαρκής, αλλά πλήρως ασύμβατη με τις εικόνες χάους, τα παράπονα των συγγενών και τις καταγγελίες των δικηγόρων για συνθήκες που δεν τιμούν ούτε τη Δικαιοσύνη ούτε τη μνήμη των 57 νεκρών.
Η πιο ηχηρή πολιτική διάσταση της υπόθεσης, μέχρι αυτή την ώρα, είναι η τοποθέτηση Κικίλια. Ο υπουργός Ναυτιλίας, μιλώντας δημόσια, στον ΣΚΑΙ, δεν άφησε περιθώριο παρερμηνείας: η αίθουσα στη Λάρισα, όπως φάνηκε από την πρώτη ημέρα της διαδικασίας, δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες μιας τόσο βαριάς και πολυπρόσωπης δίκης. Η δήλωσή του αποκτά ιδιαίτερο βάρος ακριβώς επειδή προέρχεται από κυβερνητικό στέλεχος και λειτουργεί ως έμμεση αλλά σαφής αποδόμηση της γραμμής που είχε υπερασπιστεί το υπουργείο Δικαιοσύνης.
Απέναντι σε αυτή την παραδοχή, ο Γιώργος Φλωρίδης επέμεινε ότι η αίθουσα διαμορφώθηκε με βάση τον αριθμό των συμμετεχόντων, ότι υπάρχουν εκατοντάδες θέσεις και ότι το βασικό πρόβλημα προέκυψε επειδή κοινό και συγγενείς κάθισαν σε θέσεις που προορίζονταν για δικηγόρους. Ζήτησε δε «σωστή ταξιθεσία» στην επόμενη δικάσιμο. Το επιχείρημα, όμως, δύσκολα στέκει, όταν οι καταγγελίες αφορούν όχι μια απλή αστοχία διαχείρισης εισόδου, αλλά συνολικό πρόβλημα χωρητικότητας, ασφάλειας, προσβασιμότητας και αξιοπρέπειας της διαδικασίας.
Διότι όσα καταγράφηκαν στην πρεμιέρα της δίκης δεν περιγράφουν μια απλώς «δύσκολη» πρώτη μέρα. Περιγράφουν τριτοκοσμικές συνθήκες. Συγγενείς θυμάτων βρέθηκαν να κάθονται ακόμα και στο εδώλιο των κατηγορουμένων, επιζώντες και οικογένειες παραπέμφθηκαν σε άλλον όροφο για να παρακολουθούν από οθόνες, δικηγόροι διαμαρτυρήθηκαν ότι δεν υπήρχαν οι στοιχειώδεις προϋποθέσεις άσκησης των καθηκόντων τους, ενώ δημοσιογράφοι έκαναν λόγο για πρακτική αδυναμία να καλύψουν επαρκώς τη διαδικασία. Η εικόνα που αναδύθηκε ήταν εκείνη μιας θεσμικής προχειρότητας που προσβάλλει ανοιχτά το βάρος της υπόθεσης.
Δεν είναι τυχαίο ότι η Συντονιστική Επιτροπή της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος κατέγραψε με καθαρό τρόπο αυτό που πολλοί είδαν με γυμνό μάτι: ότι η επιλεγείσα αίθουσα «δεν πληροί τις ελάχιστες προϋποθέσεις για την ασφαλή διεξαγωγή της δίκης» και, κατά συνέπεια, «δεν πληροί τους όρους διεξαγωγής δίκαιης δίκης». «Η σημερινή εικόνα μας προσβάλλει όλους», ανέφεραν οι δικηγόροι, βάζοντας το ζήτημα ακριβώς εκεί που ανήκει: στον πυρήνα του κράτους δικαίου.
Αντίστοιχα σκληρές ήταν και οι φωνές των συγγενών. Στη διάρκεια της διαδικασίας ακούστηκαν διαμαρτυρίες για έλλειψη σεβασμού, για συνθήκες που αναπαράγουν ψυχικό τραύμα και για μια δίκη που ξεκινά με τους ίδιους τους ανθρώπους που έχασαν τα παιδιά τους να αντιμετωπίζονται σαν εμπόδιο και όχι σαν πρόσωπα που δικαιούνται στοιχειώδη θεσμική προστασία. Η οικογένεια του Τάσου Κουτσόπουλου χαρακτήρισε τις συνθήκες «πλήγμα στη Δικαιοσύνη» και ζήτησε η δίκη να συνεχιστεί, αλλά σε κατάλληλο χώρο και με συνθήκες θεσμικής επάρκειας.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, η συζήτηση για εναλλακτικό χώρο δεν είναι ούτε δευτερεύουσα ούτε προσχηματική. Στο τραπέζι έχει πέσει η αίθουσα τελετών του Εφετείου Αθηνών, η οποία, σύμφωνα με δημοσιευμένα στοιχεία, διαθέτει περίπου 700 θέσεις μαζί με εξώστη, δηλαδή σαφώς μεγαλύτερη δυνατότητα φιλοξενίας από την αίθουσα που χρησιμοποιήθηκε στη Λάρισα. Το επιχείρημα ότι «δεν υπάρχει μεγαλύτερη αίθουσα» αμφισβητείται ανοιχτά από αυτά τα δεδομένα.
Και εδώ βρίσκεται ένα από τα πιο κρίσιμα σημεία της αντιπαράθεσης: οι συγγενείς είχαν εισηγηθεί λύση που, όπως υποστηρίζουν, θα μπορούσε να αποτρέψει την ταλαιπωρία, τα έξοδα μετακίνησης και διανυκτέρευσης εκατοντάδων ανθρώπων -μαρτύρων, δικηγόρων, οικογενειών και λοιπών παραγόντων της δίκης- εφόσον θα εξασφάλιζε ενιαίο, λειτουργικό και ασφαλή χώρο. Το ζήτημα, με άλλα λόγια, δεν είναι μόνο πού «χωρούν» οι παρόντες, αλλά αν το κράτος επέλεξε εγκαίρως τον χώρο που πραγματικά ανταποκρινόταν στις ανάγκες μιας τόσο σύνθετης δίκης.
Η κυβέρνηση, διά του Παύλου Μαρινάκη, επέμεινε ότι η αίθουσα της Λάρισας είναι από τις μεγαλύτερες στη χώρα και άφησε αιχμές για πολιτική εκμετάλλευση της υπόθεσης. Ομως η εικόνα της πρώτης ημέρας και, πλέον, η δημόσια διαφωνία που εκφράστηκε και από τον ίδιο τον Κικίλια, καθιστούν αυτή την άμυνα όλο και πιο δυσχερή. Διότι όταν ακόμα και κυβερνητικό στέλεχος αναγνωρίζει ότι «η αίθουσα δεν πληροί τις προϋποθέσεις», η συζήτηση παύει να είναι επικοινωνιακή και γίνεται αμιγώς πολιτική.
Το συμπέρασμα είναι σκληρό αλλά καθαρό: η δίκη για τα Τέμπη δεν μπορεί να ξεκινά μέσα σε ασφυξία, συνωστισμό, φωνές, αποκλεισμούς και πρόχειρες δικαιολογίες. Δεν μπορεί να ζητείται από συγγενείς, επιζώντες, δικηγόρους και δημοσιογράφους να «βολευτούν» σε μια διαδικασία που έπρεπε από την πρώτη στιγμή να έχει οργανωθεί με απόλυτη σοβαρότητα. Και όσο ο Γιώργος Φλωρίδης επιμένει ότι το πρόβλημα είναι περίπου θέμα εσωτερικής διευθέτησης θέσεων, τόσο θα ενισχύεται η εντύπωση ότι η πολιτική ηγεσία αρνείται να δει το προφανές: πως η πρώτη ημέρα της δίκης δεν ήταν μια ατυχής λεπτομέρεια, αλλά μια βαθιά θεσμική αποτυχία.