Μια δίκη που αφορά ένα από τα μεγαλύτερα συλλογικά τραύματα της σύγχρονης Ελλάδας δεν μπορεί να ξεκινά σαν πρόχειρη διαδικασία, στριμωγμένη σε μια αίθουσα που δεν αντέχει ούτε το βάρος της υπόθεσης ούτε τον αριθμό των ανθρώπων που καλούνται να την υπηρετήσουν. Όταν οι συγγενείς των θυμάτων, οι μάρτυρες, οι δικηγόροι, οι δημοσιογράφοι, ακόμη και οι ίδιοι οι δικαστικοί λειτουργοί καλούνται να λειτουργήσουν μέσα σε συνθήκες ασφυξίας και έντασης, τότε το πρόβλημα δεν είναι τεχνικό. Είναι βαθιά πολιτικό, θεσμικό και ηθικό.

Η εικόνα από τη Λάρισα δεν εκπέμπει Δικαιοσύνη. Εκπέμπει αμηχανία, προχειρότητα και έλλειψη στοιχειώδους σεβασμού. Μια ιστορική δίκη, που αφορά 57 χαμένες ζωές, δεν μπορεί να ανοίγει με ανθρώπους στοιβαγμένους, με αντεγκλήσεις, με συγγενείς στα όρια της αντοχής τους και με δημοσιογράφους που αδυνατούν να κάνουν τη δουλειά τους. Δεν μπορεί το κράτος να ζητά από την κοινωνία εμπιστοσύνη στους θεσμούς και την ίδια στιγμή να στήνει το σκηνικό μιας τόσο κρίσιμης διαδικασίας με όρους διοικητικής αρπακόλλας.

Advertisement
Advertisement

Ας το πούμε καθαρά: αυτό που είδαμε και βλέπουμε, δεν είναι αντάξιο ευρωπαϊκού κράτους δικαίου. Και κυρίως δεν είναι αντάξιο της μνήμης των νεκρών. Οι 57 άνθρωποι που χάθηκαν στα Τέμπη δεν δικαιούνται μια δίκη που από την πρώτη κιόλας ημέρα δίνει την αίσθηση ασφυξίας, χάους και οργανωτικής ανεπάρκειας. Οι οικογένειές τους δεν μπορεί να βιώνουν, πέρα από το πένθος και την ατελείωτη δικαστική δοκιμασία, και μια δεύτερη ταλαιπωρία: τη μετακίνηση, το οικονομικό βάρος, την ψυχική εξόντωση και την αίσθηση ότι ακόμη και τώρα το κράτος δεν έχει καταλάβει το μέγεθος αυτού που οφείλει.

Είχαν ζητηθεί λύσεις. Είχαν διατυπωθεί σκέψεις και προτάσεις. Είχε επισημανθεί ότι μια τόσο μεγάλη δίκη, με εκατοντάδες μάρτυρες, δεκάδες δικηγόρους, κατηγορούμενους, δικαστές, εισαγγελείς και δικαστικούς υπαλλήλους, απαιτεί ειδική μέριμνα και κατάλληλο χώρο. Όχι μόνο για λόγους πρακτικούς, αλλά για λόγους ουσίας. Γιατί η απονομή της Δικαιοσύνης δεν είναι μια γραφειοκρατική διεκπεραίωση. Είναι τελετουργία κράτους δικαίου. Και όταν αυτή η τελετουργία ευτελίζεται από την ίδια την εικόνα της, πλήττεται η ίδια η αξιοπιστία του θεσμού. Γι’ αυτό και συγγενείς των θυμάτων είχαν προτείνει η δίκη να γίνει η στην Αθήνα η στην Θεσσαλονίκη και μάλιστα στην αίθουσα τελετών του εφετείου Αθηνών σαν μια καλή λύση. Που θα διευκόλυνε μετακινήσεις και διαμονή εκατοντάδων μαρτύρων και δεκάδων δικηγόρων. Το ίδιο και Μέσων Ενημέρωσης. Για μία δικαστική υπόθεση η οποία είναι βέβαιο ότι θα τραβήξει σε μήκος για πάρα πολύ καιρό.

Υπάρχει και κάτι ακόμη πιο βαρύ: πώς ακριβώς αναμένεται να λειτουργήσουν σωστά μέσα σε αυτές τις συνθήκες οι ίδιοι οι δικαστές και οι εισαγγελείς; Πώς θα παρακολουθήσουν, θα αποτιμήσουν, θα κρίνουν με νηφαλιότητα και ακρίβεια; Πώς θα ασκήσουν το έργο τους οι συνήγοροι; Πώς θα καταθέσουν μάρτυρες που σε πολλές περιπτώσεις κουβαλούν προσωπικό πένθος, οδύνη, τραύμα; Δεν μιλάμε για μια κοινή υπόθεση. Μιλάμε για μια δίκη που απαιτεί απόλυτη σοβαρότητα, καθαρούς όρους, αξιοπρεπές πλαίσιο και επιχειρησιακή επάρκεια. Τίποτε από αυτά δεν είναι “λεπτομέρεια”.

Το ζήτημα της τηλεοπτικής ή έστω οργανωμένης οπτικοακουστικής κάλυψης είναι επίσης σοβαρό, αλλά δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με όρους τηλεοπτικής αγοράς ή πολιτικής εκμετάλλευσης. Από τη μία, είναι απολύτως λογικό να τίθεται το αίτημα για διαφάνεια σε μια δίκη τόσο μεγάλου δημοσίου ενδιαφέροντος. Από την άλλη, κανείς δεν θέλει να δει τη διαδικασία να μετατρέπεται σε σκηνή προσωπικής προβολής, σε πεδίο θεατρινισμών ή σε ένα ακόμη τηλεοπτικό σόου με πρωταγωνιστές όσους ξέρουν να επενδύουν στον φακό αντί στην ουσία.

Ακριβώς γι’ αυτό, η Πολιτεία όφειλε να έχει προβλέψει ένα σοβαρό, καθαρό και θεσμικά ασφαλές πλαίσιο ενημέρωσης. Όχι αλαλούμ. Όχι αυτοσχεδιασμούς της τελευταίας στιγμής. Όχι μια κατάσταση όπου άλλοι μιλούν για κάμερες, άλλοι για απαγορεύσεις, άλλοι για δικαιώματα και τελικά κανείς δεν απαντά στο βασικό: πώς θα διασφαλιστεί η δημοσιότητα της δίκης χωρίς να χαθεί η αξιοπρέπειά της.

Γιατί στο τέλος της ημέρας, το μείζον δεν είναι αν θα υπάρχει μία κάμερα, δέκα κάμερες ή καμία. Το μείζον είναι ότι η πρώτη εικόνα αυτής της δίκης προσέβαλε την ανάγκη της κοινωνίας για σοβαρότητα. Προσέβαλε το αίσθημα των συγγενών ότι, έστω τώρα, το κράτος θα σταθεί στο ύψος του. Προσέβαλε ακόμη και την ίδια τη Δικαιοσύνη, η οποία οφείλει όχι μόνο να απονέμεται αλλά και να φαίνεται ότι απονέμεται με όρους τάξης, ισοτιμίας και σεβασμού.

Advertisement

Η δίκη των Τεμπών δεν είναι μια ακόμη μεγάλη υπόθεση. Είναι καθρέφτης του πώς αυτή η χώρα αντιλαμβάνεται την ευθύνη, τη μνήμη και τους θεσμούς της. Και η πρώτη αντανάκλαση ήταν ντροπιαστική.

Όταν για 57 νεκρούς το κράτος δεν μπορεί να εξασφαλίσει ούτε τις στοιχειώδεις συνθήκες αξιοπρέπειας στην έναρξη της κορυφαίας δικαστικής διαδικασίας, τότε το πρόβλημα δεν είναι η αίθουσα. Είναι η νοοτροπία. Είναι η γνώριμη, τοξική ελληνική συνήθεια να αντιμετωπίζονται ακόμη και οι μεγαλύτερες εθνικές πληγές με το πνεύμα του “βλέπουμε και κάνουμε”.

Μόνο που εδώ δεν χωρά ούτε αυτοσχεδιασμός ούτε συγγνώμη της επόμενης ημέρας. Εδώ υπάρχει χρέος. Απέναντι στους νεκρούς. Απέναντι στους συγγενείς τους. Απέναντι στην κοινωνία. Και αυτό το χρέος, από την πρώτη κιόλας εικόνα, η Πολιτεία έδειξε ότι δεν το υπηρέτησε όπως όφειλε.

Advertisement

ΥΓ.: Για την τηλεοπτική κάλυψη της Δίκης: Σύμφωνα με το νόμο αν έχει αντίρρηση για την ζωντανή μετάδοση από την τηλεόραση της δικής ο κατηγορούμενος, ο υποστηρίζων την κατηγορία ή ο εισαγγελέας , τότε το δικαστήριο αποφασίζει να μην γίνεται ζωντανή μετάδοση. Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση μπορεί να δώσει την άδεια