Όλο και περισσότερα έργα τέχνης που είχε στην κατοχή του ο Γιώργος Τσαγκαράκης, αποδεικνύονται πλαστά, μετά τις καταγγελίες και την υπόθεση με το Ευαγγέλιο του 1745 για την οποία είχε συλληφθεί ο γνωστός γκαλερίστας.
Μετά την απλολογία του ενώπιων του ανακριτή την Τρίτη (24.03.2026), ο Γιώργος Τσαγκαράκης αφέθηκε ελεύθερος με αυστηρούς περιοριστικούς όρους και εγγύηση 50.000 ευρώ, ενώ σύμφωνα με τους δικηγόρους του έχουν δεσμευτεί όλοι οι τραπεζικοί λογαριασμοί του. Οι αρχές, συνεχίζουν να ερευνούν τα έργα τέχνης που βρέθηκαν στην κατοχή του 63χρονο γκαλερίστα, ο οποίος σε εκπομπή του πωλούσε πίνακες ισχυριζόμενος ότι είναι αυθεντικοί, πράγμα που φέρεται να μην ισχύει τελικά.
Σύμφωνα με νέα στοιχεία πίνακες των γνωστών Ελλήνων καλλιτεχνών, Αλέκου Φασιανού και του Γιάννη Γαΐτη, που δημοπρατούνταν ως γνήσιοι, είναι εν τέλει πλαστοί.
«Σήμερα δήλωσα παράταση για την υποστήριξη κατηγορίας στην 23η Ανακριτήρια Αθηνών με τον δικηγόρο μου Στέλιο Γκαρίπη. Με λύπη μου διαπίστωσα πως κατασχέθηκαν πέντε πλαστοί πίνακες από το σπίτι του κυρίου Τσαγγαράκη και τουλάχιστον τρεις πλαστοί πίνακες παρουσιάστηκαν στις εκπομπές του. Είμαι στη διάθεση της ανακρίτριας για ότι χρειαστεί όσον αφορά την πιστοποίηση της αυθεντικότητας των έργων του πατέρα μου», ανέφερε η κόρη του σπουδαίου ζωγράφου, Λορέττα Γαΐτη.
Παράλληλα, το μουσείο «Αλέκος Φασιανός», αναφέρει σε ανακοίνωσή του: «Το Μουσείο “Αλέκος Φασιανός”, σε συνέχεια πρόσφατων περιστατικών που αφορούν στη διακίνηση πλαστών έργων Ελλήνων ζωγράφων και ειδικότερα έργων που αποδίδονται στον Αλέκο Φασιανό, γνωστοποιεί τα ακόλουθα. Έχει περιέλθει σε γνώση του μουσείου η ύπαρξη τουλάχιστον δύο έργων, τα οποία, βάSει του ελέγχου της δέουσας επιμέλειας δεν αναγνωρίζονται ως γνήσια έργα του καλλιτέχνη. Περαιτέρω, εντός του έτους 2026, το μουσείο προέβη σε έγγραφη ενημέρωση προς ιδιοκτήτη χώρου τέχνης αναφορικά με έργο αποδιδόμενο στον Αλέκο Φασιανό, το οποίο εκτίθετο σε βιτρίνα στο Κολωνάκι. Το μουσείο επισημαίνει ότι η εν λόγω ενημέρωση πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο προστασίας του έργου και της καλλιτεχνικής κληρονομιάς του Αλέκου Φασιανού, ενώ για το ζήτημα έχουν ενημερωθεί και οι αρμόδιες Αρχές».
«Δεν εξαπάτησα κανέναν»
«Δεν εξαπάτησα κανέναν και στη δικογραφία δεν βλέπω κάποια επίσημη καταγγελία πελάτη μου, που να υποστηρίζει ότι εξαπατήθηκε. Τα έργα που βρέθηκαν στην ιδιοκτησία μου δεν ήταν προς πώληση. Ήταν παρατημένα, σκονισμένα και εγκαταλελειμμένα στην αποθήκη από την εποχή που ζούσαν οι γονείς μου», είχε δηλώσει κατά την απολογία του ο Γιώργος Τσαγκαράκης.
Νέες καταγγελίες σε βάρος του γκαλερίστα
Την ίδια ώρα, στο «μικροσκόπιο» των Αρχών βρίσκονται και νέες καταγγελίες σε βάρος του γνωστού γκαλερίστα. Πρόσωπα που αγόρασαν πανάκριβους πίνακες ως γνήσιους από τον Γιώργο Τσαγκαράκη, αναρωτιούνται εάν έχουν πέσει θύματα απάτης.
«Κάποια στιγμή μου λένε είναι παρακρατημένα τα πράγματα από πελάτες και όταν θα τους πληρώσουν, θα μου στείλουν στον λογαριασμό το ποσό. Περάσαν από το ’23, 3 χρόνια και η αιτιολογία πάντα ήταν ‘ε δεν τελείωσε, δεν τελείωσε, περίμενε και περίμενε’. Όταν του είπα ‘δώστε τα μου πίσω’, λέει ‘όχι, δεν γίνεται αυτό το πράγμα’», είπε καταγγέλλουσα.
Παρόμοια η καταγγελία και μίας άλλης γυναίκας που υποστηρίζει πως πήρε ελάχιστα χρήματα συγκριτικά με όσα κοσμήματα έδωσε: «Το πήρε με 1.000 ευρώ, ‘μαύρα’ έτσι; Δεν μου έδωσε τίποτα. Από τα 3.500 χιλιάδες, μου έδωσε 1.000 ευρώ. Χωρίς να μου δώσει απόδειξη, χωρίς τίποτα. ‘Μαύρα’. Δεν έχει ενσυναίσθηση καμία. Είναι ένας ψυχρός άνθρωπος, ας πούμε, στις διαπραγματεύσεις».
Ο Γιώργος Τσαγκαράκης επιμένει ότι πρόκειται για «πόλεμο» λάσπης, με στόχο να πληγεί η δημόσια εικόνα του.
Δεσμεύτηκε η περιουσία του
Η Αρχή για την Καταπολέμηση της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες εξέδωσε διάταξη για την καθολική δέσμευση των περιουσιακών του στοιχείων του γνωστού γκαλερίστα Γιώργου Τσαγκαράκη.
Η απόφαση αφορά τόσο τον ίδιο προσωπικά όσο και την εταιρεία του «GT Gallery Τσαγκαράκης ΕΠΕ», θέτοντας υπό δικαστικό έλεγχο το σύνολο της οικονομικής του δραστηριότητας.
Η διάταξη προβλέπει το άμεσο «πάγωμα» κάθε είδους τραπεζικών λογαριασμών, τίτλων και επενδυτικών προϊόντων, ενώ παράλληλα απαγορεύει το άνοιγμα θυρίδων θησαυροφυλακίου που συνδέονται με τον κατηγορούμενο ή την επιχείρησή του.
Στο μικροσκόπιο των Αρχών έχουν τεθεί επίσης σημαντικά χρηματικά ποσά, ύψους άνω των 200.000 ευρώ και 32.000 δολαρίων, που εντοπίστηκαν κατά τις έρευνες σε επαγγελματικούς χώρους και οχήματα, καθώς υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι αποτελούν προϊόντα εγκληματικών πράξεων.
Σύμφωνα με το σκεπτικό των Αρχών, η κίνηση αυτή κρίθηκε επιβεβλημένη λόγω των ευρημάτων της κύριας ανάκρισης, που κάνουν λόγο για διακίνηση έργων τέχνης αμφίβολης γνησιότητας και παράνομη εμπορία πολιτιστικών αγαθών ιδιαίτερα μεγάλης αξίας.
Οι Αρχές εκτιμούν ότι υπήρχε οργανωμένη προσπάθεια νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες μέσω της ενσωμάτωσής τους σε νόμιμα οικονομικά σχήματα, με την απάτη να υπολογίζεται πως υπερβαίνει τις 120.000 ευρώ.
Η εξέλιξη αυτή καταγράφεται λίγα εικοσιτετράωρα μετά την απόφαση να αφεθεί ελεύθερος ο γκαλερίστας με την καταβολή εγγύησης 50.000 ευρώ και την επιβολή αυστηρών περιοριστικών όρων, μεταξύ των οποίων η απαγόρευση εξόδου από τη χώρα και η απαγόρευση εμπορίας αρχαιοτήτων.
Ο κατηγορούμενος αρνείται τις κατηγορίες, υποστηρίζοντας πως τα κατασχεθέντα έργα ήταν οικογενειακά κειμήλια, η δέσμευση της περιουσίας του παραμένει σε ισχύ, με μοναδικές εξαιρέσεις τα ποσά που απαιτούνται για βασικές ανάγκες διαβίωσης, μισθοδοσία υπαλλήλων και έξοδα νομικής εκπροσώπησης.