Τρεις διαφορετικές καταγγελίες είχαν φτάσει στα χέρια της Ελληνικής Αστυνομίας πριν από τη σύλληψη του γκαλερίστα Γιώργος Τσαγκαράκης, ο οποίος κατηγορείται για αρχαιοκαπηλία, πλαστογραφία και απάτη.
Η υπόθεση ξεκίνησε στις 24 Φεβρουαρίου 2026, όταν εστάλη ανώνυμο e-mail στο λεγόμενο «ελληνικό FBI» (Διεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος). Στο μήνυμα γινόταν λόγος για εξαπάτηση του κοινού μέσω τηλεοπτικών και διαδικτυακών δημοπρασιών, όπου φέρονταν να πωλούνται πλαστά έργα τέχνης.
Το e-mail συνοδευόταν από φωτογραφίες πινάκων γνωστών ζωγράφων, προερχόμενες από τηλεοπτικές δημοπρασίες του γκαλερίστα, καθώς και από συνδέσμους που οδηγούσαν σε αντίστοιχες πωλήσεις μέσω της πλατφόρμας YouTube.
Η επώνυμη καταγγελία και η παρέμβαση εισαγγελέα
Δύο εβδομάδες αργότερα, στις 6 Μαρτίου 2026, υποβλήθηκε δεύτερη καταγγελία — αυτή τη φορά επώνυμα — η οποία επανέφερε τις ίδιες καταγγελίες περί διακίνησης πλαστών έργων μέσω δημοπρασιών.
Τα στοιχεία διαβιβάστηκαν στον αρμόδιο εισαγγελέα, ο οποίος στις 11 Μαρτίου διέταξε προκαταρκτική εξέταση, προκειμένου να διερευνηθούν οι καταγγελίες με ειδικές ανακριτικές πράξεις.
Η τρίτη καταγγελία για Ευαγγέλιο του 1745
Πριν ολοκληρωθεί η έρευνα, στις 19 Μαρτίου προέκυψε τρίτη κρίσιμη πληροφορία: ο γκαλερίστας φέρεται να είχε θέσει σε δημοπρασία ένα Ευαγγέλιο του 1745, με εκτιμώμενη αξία από 8.000 έως 12.000 ευρώ.
Η καταγγελία αυτή προήλθε από Κύπριο βυζαντινολόγο, καθώς και από τη Διεύθυνση Τεκμηρίωσης και Προστασίας Πολιτιστικών Αγαθών του Υπουργείου Πολιτισμού, γεγονός που επιτάχυνε τις εξελίξεις.
Μετά τις διαδοχικές καταγγελίες, οργανώθηκε επιχείρηση της ΕΛ.ΑΣ. σε χώρους που συνδέονται με τον κατηγορούμενο σε Κολωνάκι, Γλυφάδα και Ελληνικό.
Κατά τις έρευνες κατασχέθηκαν εκατοντάδες πίνακες που εκτιμάται ότι είναι πλαστοί, καθώς και αντικείμενα που εμπίπτουν στη νομοθεσία περί αρχαιοκαπηλίας. Για την αξιολόγηση των ευρημάτων κλήθηκαν ειδικοί επιστήμονες.
Συγκεκριμένα, συμμετείχαν ιστορικός τέχνης από την Εθνική Πινακοθήκη και το Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου, καθώς και αρχαιολόγος από την Εφορεία Αρχαιοτήτων Πειραιώς και Νήσων, ο οποίος εξέτασε το Ευαγγέλιο, βυζαντινές εικόνες και αμφορείς.