Η αύξηση της θερμοκρασίας του πλανήτη καθιστά τη σωματική δραστηριότητα ολοένα και πιο δύσκολη, δυσάρεστη και σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη και επικίνδυνη σε πολλές περιοχές του κόσμου. Καθώς η κλιματική αλλαγή επιδεινώνεται, αναμένεται να επηρεάσει σημαντικά το πόσο μπορούν και θέλουν να κινούνται οι άνθρωποι στην καθημερινότητά τους αναφέρει σε άρθρο του ο Guardian.
Μια νέα διεθνής μελέτη, που βασίστηκε σε δεδομένα από 156 χώρες την περίοδο 2000–2022, εξέτασε πώς η άνοδος της θερμοκρασίας επηρεάζει τη φυσική δραστηριότητα και προχώρησε σε προβλέψεις έως το 2050. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι κάθε επιπλέον μήνας μέσα στον οποίο η μέση θερμοκρασία ξεπερνά τους 27,8 βαθμούς Κελσίου οδηγεί σε αύξηση της σωματικής αδράνειας κατά περίπου 1,5 ποσοστιαίες μονάδες παγκοσμίως. Στις χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος, η αύξηση αυτή είναι ακόμη μεγαλύτερη και φτάνει τις 1,85 μονάδες.
Η σωματική αδράνεια αποτελεί ήδη ένα σοβαρό πρόβλημα δημόσιας υγείας. Συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακών νοσημάτων, διαβήτη τύπου 2, ορισμένων μορφών καρκίνου και ψυχικών διαταραχών, τα οποία συμβάλλουν στη μείωση του προσδόκιμου ζωής. Σύμφωνα με τη μελέτη, η έλλειψη άσκησης ευθύνεται για περίπου 5% των θανάτων ενηλίκων παγκοσμίως, ενώ σχεδόν το ένα τρίτο του παγκόσμιου πληθυσμού δεν πληροί τις συστάσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας για εβδομαδιαία σωματική δραστηριότητα.
Ο επικεφαλής συγγραφέας της έρευνας, Christian García-Witulski, τόνισε ότι η μείωση της φυσικής δραστηριότητας λόγω της ζέστης μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες στο μέλλον. Οι προβλέψεις δείχνουν ότι μέχρι το 2050 η αύξηση της αδράνειας θα μπορούσε να οδηγήσει σε περίπου 500.000 επιπλέον πρόωρους θανάτους κάθε χρόνο, καθώς και σε απώλειες παραγωγικότητας που εκτιμώνται μεταξύ 2,4 και 3,68 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Οι μεγαλύτερες αυξήσεις στη σωματική αδράνεια αναμένεται να καταγραφούν σε ήδη θερμές περιοχές, όπως η Κεντρική Αμερική, η Καραϊβική, η ανατολική υποσαχάρια Αφρική και η νοτιοανατολική Ασία κοντά στον Ισημερινό. Σε αυτές τις περιοχές, η αδράνεια θα μπορούσε να αυξηθεί κατά περισσότερες από τέσσερις ποσοστιαίες μονάδες ανά μήνα.
Η μελέτη αναδεικνύει επίσης σημαντικές κοινωνικές ανισότητες. Όπως επισημαίνει ο García-Witulski, «δεν πρόκειται μόνο για ένα θέμα κλιματικής αλλαγής, αλλά και για ένα ζήτημα ανισότητας». Οι περιοχές που πλήττονται περισσότερο είναι συχνά εκείνες που διαθέτουν λιγότερους πόρους για να προσαρμοστούν. Σε χώρες όπου οι άνθρωποι έχουν περιορισμένη πρόσβαση σε δροσερούς χώρους, λιγότερες ασφαλείς εναλλακτικές για άσκηση σε εσωτερικούς χώρους και μικρότερη ευελιξία στο καθημερινό τους πρόγραμμα, η ζέστη οδηγεί πιο εύκολα σε μείωση της φυσικής δραστηριότητας.
Επιπλέον, το μοντέλο της έρευνας δείχνει ότι η αύξηση της αδράνειας ενδέχεται να είναι μεγαλύτερη στις γυναίκες, κάτι που μπορεί να οφείλεται τόσο σε βιολογικούς παράγοντες όσο και σε κοινωνικές συνθήκες, όπως ο περιορισμένος χρόνος και η μειωμένη πρόσβαση σε δροσερούς χώρους άσκησης.
Οι επιστήμονες διευκρινίζουν ότι τα αποτελέσματα βασίζονται σε προβλέψεις και σε στοιχεία που προέρχονται από αυτοαναφορές των συμμετεχόντων, ενώ δεν λαμβάνουν υπόψη άλλες επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, όπως οι έντονες βροχοπτώσεις, οι πλημμύρες ή οι τροπικοί κυκλώνες.
Παρά τους περιορισμούς, η μελέτη υπογραμμίζει ότι η σωματική δραστηριότητα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ζήτημα δημόσιας υγείας που επηρεάζεται από το κλίμα και όχι απλώς ως προσωπική επιλογή τρόπου ζωής. Η δυνατότητα των ανθρώπων να παραμένουν ενεργοί εξαρτάται όχι μόνο από την προσωπική τους διάθεση, αλλά και από τον σχεδιασμό των πόλεων, τις υποδομές και την πρόσβαση σε αξιόπιστη πληροφόρηση.
Για τον λόγο αυτό, οι ειδικοί προτείνουν την υιοθέτηση πολιτικών που θα επιτρέπουν την ασφαλή άσκηση ακόμη και σε συνθήκες υψηλών θερμοκρασιών. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η δημιουργία πιο δροσερών πόλεων μέσω της αύξησης των δέντρων και των σκιασμένων χώρων, η παροχή οικονομικά προσιτών κλιματιζόμενων χώρων για άσκηση και η ενημέρωση των πολιτών για το πώς να προστατεύονται από την υπερβολική ζέστη.
Τέλος, οι ερευνητές τονίζουν ότι η αντιμετώπιση του προβλήματος απαιτεί και δραστική μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, ώστε να περιοριστεί η περαιτέρω άνοδος της θερμοκρασίας και οι επιπτώσεις της στην υγεία και την καθημερινότητα των ανθρώπων.
Και ποιο είναι το μίνιμουμ της σωματικής δραστηριότητας που χρειαζόμαστε σε εβδομαδιαία βάση;
Ο δρ. Ρίτσι Κιρβάν, Λέκτορας στη Φυσιολογία της Άσκησης στο Πανεπιστήμιο John Moores του Λίβερπουλ (LJMU) και η Oλίβια Τάιλερ, υπεύθυνη του National Fitness Assurance στο Nuffield Health, έχουν εξηγήσει στη HuffPost πόση άσκηση πρέπει να κάνουμε για να αποκομίσουμε τα πολύτιμα οφέλη της.
Και τελικά πόσα λεπτά αρκούν;
Πιθανότατα έχουμε ακούσει τις συστάσεις για 150 λεπτά σωματικής δραστηριότητας την εβδομάδα. Όμως, όπως επισημαίνει ο δρ Kιρβάν, αυτό αφορά την μέτριας έντασης φυσική δραστηριότητα.
Αν όμως μιλάμε για έντονη σωματική δραστηριότητα, τότε το ελάχιστο εβδομαδιαίο όριο πέφτει στα 75 λεπτά. Με τον όρο έντονη εννοούμε την άσκηση που μας κάνει να λαχανιάζουμε και καθιστά δύσκολη την συνομιλία με άλλους ανθρώπους.
«Πολλές έρευνες αποδεικνύουν ότι η έντονη δραστηριότητα είναι πιθανώς πιο ωφέλιμη ή εξίσου ωφέλιμη με την ήπια, απλά αποδίδει τους καρπούς της σε μικρότερο χρονικό διάστημα», επισημαίνει ο γιατρός, «αλλά ο συνδυασμός μέτριας και έντονης φυσικής δραστηριότητας είναι η καλύτερη επιλογή».
Με πληροφορίες από Guardian , HuffPost UK