«Η διατροφή με περιορισμένο χρόνο είναι μια πολλά υποσχόμενη στρατηγική για τη βελτίωση των μεταβολικών αποτελεσμάτων. Ωστόσο, παραμένει ασαφές εάν έχει καρδιομεταβολικά οφέλη σε ένα “ισοθερμιδικό” περιβάλλον και εάν τα αποτελέσματά της εξαρτώνται από το χρόνο κατανάλωσης» (Science Translational Medicine).
Η ιδέα πίσω από τη διαλειμματική ή διαλείπουσα νηστεία είναι απλή: Τρώμε λιγότερο για ένα διάστημα και βελτιώνουμε τον μεταβολισμό μας. Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη και μια νέα μελέτη, όπως αναφέρει το Sciencealert διαπιστώνει ότι ορισμένες μορφές διαλείπουσας νηστείας δεν μεταβάλλουν δείκτες μεταβολικής ή καρδιαγγειακής υγείας.
Οι ερευνητές, με επικεφαλής μια ομάδα από το Γερμανικό Ινστιτούτο Ανθρώπινης Διατροφής Potsdam-Rehbruecke (DIfE), έβαλαν 31 γυναίκες που ήταν υπέρβαρες ή παχύσαρκες σε δύο διαφορετικά προγράμματα διαλειμματικής νηστείας για δύο εβδομάδες το καθένα.
Τα χρονοδιαγράμματα ήταν 8 π.μ. έως 4 μ.μ. ή 1 μ.μ. έως 9 μ.μ., ένα ιδιαίτερο είδος διαλείπουσας νηστείας γνωστό ως διατροφή με περιορισμένο χρόνο (Time-Restricted Eating / TRE).
Ενώ το χρονοδιάγραμμα των προγραμμάτων διέφερε, οι παράμετροι της δίαιτας ήταν οι ίδιες: οι συμμετέχοντες μπορούσαν να τρώνε όπως έτρωγαν κανονικά, και ως εκ τούτου να προσλαμβάνουν την ίδια ποσότητα συνολικών θερμίδων (καθιστώντας αυτή τη μελέτη γνωστή ως ισοθερμιδική).
Παρόλο που οι γυναίκες έχασαν κάποιο βάρος, άλλα οφέλη που θα μπορούσαν να αναμένονται με βάση προηγούμενες έρευνες – συμπεριλαμβανομένων των χαμηλότερων επιπέδων σακχάρου στο αίμα, της χαμηλότερης αρτηριακής πίεσης και της χαμηλότερης χοληστερόλης – δεν εμφανίστηκαν στα δεδομένα, εγείροντας ερωτήματα σχετικά με το πόσο αποτελεσματικές είναι αυτές οι χρονομετρημένες ρουτίνες νηστείας.
Τι έδειξαν τα ευρήματα
Τα ευρήματα της μελέτης – που δημοσιεύτηκε στο Science Translational Medicine – υποδηλώνουν ότι μπορεί να είναι η μείωση των θερμίδων και όχι η ίδια η χρονικά περιορισμένη διατροφή που ενισχύει βασικούς δείκτες υγείας στο εσωτερικό του σώματος, αν και είναι σημαντικό να έχουμε κατά νου ότι πρόκειται για μια σχετικά μικρής κλίμακας, βραχυπρόθεσμη μελέτη.
Εκτός από τη μέτρια μείωση του σωματικού βάρους στη μελέτη, οι ερευνητές παρατήρησαν αλλαγές στα «ρολόγια του σώματος» των συμμετεχόντων. Ο χρονισμός των κιρκάδιων ρυθμών τους, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που ωθούν το σώμα προς τον ύπνο, μετατοπίστηκε με βάση το πρόγραμμα διατροφής με περιορισμένο χρόνο.
«Όσοι θέλουν να χάσουν βάρος ή να βελτιώσουν το μεταβολισμό τους θα πρέπει να δίνουν προσοχή όχι μόνο στο “ρολόι”, αλλά και στο ενεργειακό τους ισοζύγιο», λέει η βιολόγος και διατροφολόγος Ολγκα Ράμιχ..
Η βελτίωση της μεταβολικής υγείας είναι ιδιαίτερα σημαντική κατά την αντιμετώπιση της αντίστασης στην ινσουλίνη και του διαβήτη. Μελλοντικά ευρήματα όπως αυτά μπορεί να αλλάξουν τον τρόπο με τον οποίο δομούνται οι δίαιτες για τα άτομα που πάσχουν από αυτές τις παθήσεις ή που κινδυνεύουν να τις αναπτύξουν.
Διάφοροι τύποι διαλείπουσας νηστείας συνεχίζουν να αναλύονται από τους ερευνητές, αλλά οι μελέτες μπορεί να διαφέρουν σημαντικά όσον αφορά τις δίαιτες που επιτρέπονται, τους συμμετέχοντες, τη διάρκεια της μελέτης και τα οφέλη για την υγεία που μετρήθηκαν.
«Τα ευρήματά μας υποδηλώνουν τη σημασία του περιορισμού των θερμίδων για μεταβολικές βελτιώσεις στην διατροφή με περιορισμένο χρόνο», γράφουν οι ερευνητές. Και καταλήγουν:
«Το κατά πόσον ο χρόνος κατανάλωσης φαγητού υπό “υποθερμιδικές συνθήκες” μπορεί να συμβάλει επιπλέον στις μεταβολικές αλλαγές και κατά πόσον το βέλτιστο timing κατανάλωσης φαγητού διαφέρει μεταξύ των ατόμων χρήζει διερεύνησης σε μελλοντικές μελέτες».
Με πληροφορίες από sciencealert.com και Science Translational Medicine.