Για χρόνια μας έλεγαν ότι «όλες οι σχέσεις θέλουν δουλειά». Αυτό που δεν μας είπαν, όμως, είναι ότι η δουλειά δεν μπορεί να γίνεται μονόπλευρα. Οι έρευνες γύρω από τις σχέσεις είναι ξεκάθαρες: η προσπάθεια, η αμοιβαιότητα και η αντιλαμβανόμενη επένδυση του συντρόφου συνδέονται άμεσα με την ικανοποίηση, τη δέσμευση και τη σταθερότητα ενός δεσμού.
Κι όμως, στην πράξη, συχνά μένουμε σε σχέσεις όπου η προσπάθεια δεν είναι ισότιμη όχι επειδή δεν το βλέπουμε, αλλά επειδή μαθαίνουμε να το εξηγούμε.
Η προσπάθεια στη σχέση συνδέεται με ικανοποίηση και σταθερότητα
Μελέτη του pubmed που βασίζεται σε μεγάλο δείγμα (8006 ανθρώπων) εξετάζει πώς η προσπάθεια που καταβάλλει ο/η σύντροφος συνδέεται με την ικανοποίηση και τη σταθερότητα της σχέσης. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι όσο περισσότερη προσπάθεια επενδύει κάθε πλευρά στον δεσμό, τόσο υψηλότερα είναι τόσο η ικανοποίηση όσο και η πιθανότητα να παραμείνει σταθερός ο δεσμός ανεξάρτητα από το είδος του δεσμού (π.χ. συμβίωση, γάμος, δεύτερος γάμος).
Το πώς αντιλαμβανόμαστε την επένδυση του συντρόφου επηρεάζει τη δέσμευσή μας
Μια άλλη κλασική μελέτη lsa.umich.edu δείχνει ότι όταν κάποιος αντιλαμβάνεται ότι ο σύντροφός του επενδύει στην σχέση, αυτό αυξάνει τα συναισθήματα ευγνωμοσύνης και δέσμευσης και μάλιστα το αποτέλεσμα αυτό διατηρείται ακόμη και όταν η συνολική ικανοποίηση δεν είναι υψηλή.
Το να βλέπουμε θετικά τις συμπεριφορές του συντρόφου κατά πρόθεση εξηγεί γιατί δικαιολογούμε την έλλειψη προσπάθειας
Έρευνα στην ψυχολογία των σχέσεων που δημοσιεύθηκε στο researchgate δείχνει ότι υπάρχει ένα φαινόμενο γνωστό ως motivated reasoning: επομένως όταν θέλουμε πολύ να «δουλέψει» μια σχέση, τείνουμε να ερμηνεύουμε θετικά ή υποβαθμισμένα τις συμπεριφορές του άλλου ώστε να διατηρήσουμε την ελπίδα μας.
Αυτό σημαίνει ότι δεν βλέπουμε πάντα αντικειμενικά τι συμβαίνει αλλά προσαρμόζουμε την ερμηνεία μας για να ταιριάζει στις προσδοκίες μας.
Η έλλειψη αμοιβαιότητας και η ψυχολογία της ανταλλαγής
Ψυχολογικές θεωρίες που αναφέρονται στο wilmarschaufeli δείχνουν ότι όταν σε μια σχέση δεν υπάρχει ισορροπία στο τι δίνει και τι παίρνει ο καθένας, αυτό μπορεί να προκαλέσει συναισθήματα αποδιοργάνωσης, μοναξιάς ή ακόμη και συναισθηματικής κόπωσης. Η έλλειψη αμοιβαιότητας σημαίνει ότι ο ένας κάνει περισσότερα από όσα λαμβάνει και αυτό σταδιακά αποδυναμώνει τη σχέση.
Όσο θέλαμε λοιπόν να πιστεύουμε ότι ο σύντροφός μας «θα αλλάξει», ερμηνεύουμε τις συμπεριφορές με τον πιο ευνοϊκό τρόπο. Υποβαθμίζουμε την απουσία, δικαιολογούμε την ασυνέπεια και βαφτίζουμε την έλλειψη προσπάθειας ως προσωρινή φάση. Μέχρι που σταματάμε να κοιτάμε τις προθέσεις και αρχίζουμε να κοιτάμε τα μοτίβα.
Τι άλλαξε όταν σταματήσαμε να το κάνουμε αυτό:
Άρθρο του bolde.com αναφέρει:
Αναγνωρίσαμε το επαναλαμβανόμενο μοτίβο
Όταν πάψαμε να ερμηνεύουμε κάθε συμπεριφορά ως «εξαίρεση», είδαμε ότι επρόκειτο για κανόνα. Άτομα που «δεν ήταν έτοιμα», αλλά είχαν χρόνο για όλα τα άλλα. Που «δεν επικοινωνούσαν καλά», αλλά απαντούσαν άμεσα όπου τους συνέφερε. Στη θέση τους ήρθαν άνθρωποι που επένδυαν από την αρχή, επικοινωνούσαν καθαρά και δεν μας έκαναν να αμφιβάλλουμε συνεχώς. Όπως προαναφέρθηκε συχνά χρησιμοποιούμε επιλεκτική λογική για να διατηρούμε την ελπίδα, ακόμη κι όταν η επένδυση είναι ξεκάθαρα άνιση.
Θέσαμε ξεκάθαρα όρια χωρίς εκπτώσεις
Είχαμε πάντα στάνταρ απλώς τα παρακάμπταμε. Κάθε όριο συνοδευόταν από μια δικαιολογία. Όταν όμως σταματήσαμε να «μαλακώνουμε» τις ανάγκες μας, καταλάβαμε ότι δεν ζητάμε υπερβολές, αλλά βασικά πράγματα: συνέπεια, επικοινωνία, ξεκάθαρες προθέσεις. Αν δεν υπήρχε συμβατότητα, απλώς το αποδεχόμασταν.
Σταματήσαμε να κατηγορούμε τον εαυτό μας
Οι δικαιολογίες για τους άλλους μετατρέπονται εύκολα σε ενοχή για εμάς. Όταν όμως σταματήσαμε να εξηγούμε τη δική τους απουσία, σταματήσαμε και να πιστεύουμε ότι φταίμε εμείς. Το πρόβλημα δεν ήμασταν εμείς ήταν η κατάσταση.
Με πληροφορίες από pubmed, lsa.umich.edu,wilmarschaufeli,researchgate και bolde.com