Στις πολύπλοκες υποθέσεις που φτάνουν από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έως τη Βουλή, η δημόσια συζήτηση συχνά χάνει το μέτρο της. Ο θόρυβος υπερκαλύπτει την ουσία, τα πρόσωπα μπαίνουν όλα στον ίδιο απαξιωτικό παρονομαστή και η πραγματικότητα παραμορφώνεται. Η περίπτωση του Κώστα Τσιάρα είναι χαρακτηριστική: ενός πολιτικού που, αντί να κατηγορείται επειδή παρανόμησε, στοχοποιείται επειδή έκανε το καθήκον του.
Σε τέτοιες υποθέσεις, το πρώτο θύμα είναι σχεδόν πάντα η διάκριση. Η διάκριση ανάμεσα στο παράνομο και το νόμιμο. Ανάμεσα στην εξυπηρέτηση και στην αναζήτηση θεσμικής λύσης. Ανάμεσα στην πραγματική κατάχρηση εξουσίας και στην αυτονόητη υποχρέωση ενός πολιτικού γραφείου να ενδιαφερθεί για μια υπόθεση πολίτη όταν υπάρχει αντικειμενικό και δίκαιο ζήτημα.
Αυτό ακριβώς φαίνεται να συνέβη στην περίπτωση του Κώστα Τσιάρα.
Με βάση τα στοιχεία της προσωπικής ενημέρωσης στη δικογραφία, αναφέρεται επικοινωνία πρώην συνεργάτη του με τον περιφερειακό προϊστάμενο του ΟΠΕΚΕΠΕ Λάρισας για ένα θέμα απολύτως συγκεκριμένο, απολύτως δίκαιο και απολύτως νόμιμο. Το ζήτημα αφορούσε τις συνέπειες που προέκυψαν μετά τον «Ιανό», όταν η Περιφέρεια προχώρησε σε παρεμβάσεις με «ράμπες» σε κανάλια μεταφοράς νερού, με αποτέλεσμα συγκεκριμένος αγρότης να κινδυνεύει να χάσει το λεγόμενο «πρασίνισμα».
Τι ζητήθηκε; Όχι να παρακαμφθεί ο νόμος. Όχι να αλλοιωθεί έλεγχος. Όχι να κλείσουν μάτια. Ζητήθηκε να αναζητηθεί νόμιμη λύση ώστε ένας άνθρωπος να μη χάσει άδικα επιδότηση εξαιτίας μιας κατάστασης που δεν είχε δημιουργήσει ο ίδιος.
Και πράγματι, αυτό που ακολούθησε ήταν η αναζήτηση λύσης μέσα στο θεσμικό πλαίσιο. Ο διάλογος του αρμόδιου προϊσταμένου με τους ελεγκτές γεωπόνους οδήγησε σε δύο σαφείς δυνατότητες: είτε να δηλωθούν άλλα αγροτεμάχια για το πρασίνισμα, είτε να αποκατασταθεί το πρόβλημα με το ξεμπάζωμα των ραμπών. Τελικά επελέγη η δεύτερη λύση. Ο αγρότης προχώρησε στις απαιτούμενες ενέργειες, έγινε ο έλεγχος από τον ΟΠΕΚΕΠΕ και το αποτέλεσμα ήταν ξεκάθαρο: όλα ήταν εντάξει.
Εδώ ακριβώς καταρρέει και ο πυρήνας κάθε προσπάθειας πολιτικής στοχοποίησης του Κώστα Τσιάρα.
Πρώτον, δεν μίλησε ο ίδιος, αλλά πρώην συνεργάτης του.
Δεύτερον, το αίτημα που διατυπώθηκε δεν ήταν παράνομο, ούτε αδιαφανές, ούτε εκτός διαδικασίας. Ήταν αίτημα αναζήτησης νόμιμης λύσης.
Τρίτον, το τελικό αποτέλεσμα του ελέγχου επιβεβαίωσε ότι η υπόθεση έκλεισε κανονικά, χωρίς παρατυπία.
Τέταρτον, ακόμη και η οικονομική διάσταση της υπόθεσης δείχνει το πραγματικό της μέγεθος: για το σύνολο των καλλιεργειών του, ο συγκεκριμένος αγρότης θα ελάμβανε εκείνη τη χρονιά περίπου 3.000 ευρώ για το πρασίνισμα, ενώ από την εξαίρεση ενός αγροτεμαχίου θα έχανε 190 ευρώ. Πρόκειται, δηλαδή, για μια υπόθεση που όχι μόνο δεν συνιστά «σκάνδαλο», αλλά αναδεικνύει την ανάγκη να μην αντιμετωπίζονται οι πολίτες απρόσωπα και μηχανιστικά όταν υπάρχει σαφής δυνατότητα νόμιμης διόρθωσης.
Η συμπερίληψη, λοιπόν, αυτής της περίπτωσης στη δικογραφία είναι αδικαιολόγητη πολιτικά και ουσιαστικά. Και είναι ακριβώς αυτή η αδικία που τροφοδοτεί την εύκολη ισοπέδωση στον δημόσιο λόγο. Στα τηλεοπτικά πάνελ, στα κομματικά μικρόφωνα, στα social media, ακόμη και σε ένα τμήμα της κοινής γνώμης, καλλιεργείται η αντίληψη ότι όλοι είναι ίδιοι. Ότι κάθε αναφορά ονόματος σε μια δικογραφία σημαίνει αυτομάτως ενοχή. Ότι κάθε επικοινωνία με μια υπηρεσία συνιστά παρέμβαση. Ότι κάθε πολιτικός πρέπει να απολογείται ακόμη και όταν ζητά το αυτονόητο: να εφαρμοστεί ο νόμος με δικαιοσύνη και λογική.
Αυτό, όμως, δεν είναι δημοκρατία. Είναι δημόσια ανθρωποφαγία.
Ο Κώστας Τσιάρας δεν κατηγορείται εδώ για μια σκοτεινή μεθόδευση. Κατηγορείται, στην πράξη, επειδή το περιβάλλον του ενδιαφέρθηκε για μια περίπτωση στην οποία υπήρχε πραγματικό πρόβλημα, υπήρχε νόμιμη διέξοδος και υπήρξε τελικά θεσμική επιβεβαίωση ότι όλα έγιναν σωστά. Αν αυτό βαφτίζεται «ύποπτο», τότε η πολιτική παύει να είναι πεδίο ευθύνης και μετατρέπεται σε παγίδα ακινησίας: να μην αγγίζει κανείς τίποτα, να μην ακούει κανέναν, να μην παρεμβαίνει ούτε για το αυτονόητο, από φόβο μήπως στο τέλος βρεθεί στο στόχαστρο.
Και κάτι ακόμη: σε μια περίοδο όπου η απαξίωση του πολιτικού συστήματος βαθαίνει, χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή για να μη συνθλίβονται πρόσωπα και διαδρομές μέσα στη γενικευμένη καχυποψία. Δεν είναι όλοι ίδιοι. Δεν είναι κάθε υπόθεση ίδια. Και δεν είναι κάθε αναφορά σε δικογραφία απόδειξη ενοχής.
Η δημοκρατία χρειάζεται λογοδοσία. Χρειάζεται, όμως, και δικαιοσύνη. Χρειάζεται έλεγχο, αλλά και στοιχειώδη εντιμότητα στην αποτίμηση των γεγονότων. Χρειάζεται καθαρή ματιά, όχι πολιτικές κραυγές.
Ο Κώστας Τσιάρας, σε αυτή την περίπτωση, δεν αξίζει να στοχοποιείται. Αξίζει να κρίνεται με βάση τα πραγματικά δεδομένα. Και τα δεδομένα αυτά δείχνουν έναν πολιτικό που δεν επιχείρησε να παρακάμψει τον νόμο, αλλά να αντιμετωπίσει ένα δίκαιο πρόβλημα με νόμιμο τρόπο. Αυτό δεν είναι λόγος ενοχοποίησης. Είναι λόγος πολιτικής υπεράσπισης.
Και το δείγμα του συγκεκριμένου πολιτικού ανδρός είναι η κίνηση του να υποβάλει ο ίδιος την παραίτηση του, ακριβώς γιατί το ήθος πρέπει να υπερτερεί.